
Ήδη η πρώτη ποιητική συλλογή της Βάλιας Τσάιτα-Τσιλιμένη με τίτλο Άγρια χόρτα, είχε διακριθεί με το βραβείο «Ζαν Μωρεάς» και ήταν στη βραχεία λίστα του περιοδικού Αναγνώστης και του «Βραβείου Γιάννη Βαρβέρη» της Εταιρείας Συγγραφέων.
Όπως και στην πρώτη της συλλογή, έτσι και σε αυτή τη δεύτερη, πολύ εντυπωσιακή είναι η εμμονή της ποιήτριας με τα χέρια.
Τα χέρια λοιπόν είναι αυτόνομα στη συλλογή αυτή. Αυθύπαρκτα, με δική τους βούληση, γνώση, ανάγκη. Είναι ανυπότακτα και νυκτόβια. Συχνά αδέξια και αυτοκακοποιητικά. Είναι τα χέρια της ποίησης, αφουγκράζονται με όλους τους πόρους των δαχτύλων τους, αναδεύουν το ασυνείδητο, ψάχνουν να αγγίξουν ιστορίες και μυστικά από τον μη γραμμικό χρόνο που βράζει στο τσουκάλι του. Ύστερα έρχονται στην ποιήτρια και γράφουν.
Από το ποίημα «Αφή»
Μ’ αρέσουν τα χέρια σου
Ξυπνούν τη νύχτα
Βγαίνουν στον δρόμο
και τρυπώνουν στα καφενεία
.
ψάχνοντας να βρουν
την πιο παλιά ιστορία
Φαίνεται πως για την ποιήτρια τα χέρια είναι ένα είδος πρώτης ανάγκης όπως και τα όνειρα εξάλλου. Έτσι το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα ΤΑ ΧΕΡΙΑ, αισθάνεται ελεύθερο ακόμα και να κλέψει τα χέρια από έναν άλλο άνθρωπο, να τα φορέσει και να τα επιστρέψει με πληγές και χνούδια, αφού είναι φανερό πως για την ποιήτρια τα χέρια είναι εκτός από κεραίες και εργαλεία ανασκαφής και εξόρυξης μέσα στο τραύμα, μέσα στον Άλλο, μέσα στον Εαυτό. Είναι αφή της μυστικής ρευστής ουσίας που αναβλύζει υπόγεια.
Διαβάζω την τελευταία στροφή στο ποίημα «Τα χέρια»
Με κοίταξες με παράπονο
και μου’ πες
πως δεν θα τολμούσες
ν’ αγγίξεις ποτέ ξανά
το ολοστρόγγυλο εγώ μου
Γι αυτό μερικές φορές εκτός από μάσκα και περικεφαλαία, η ποιήτρια φοράει γάντια για να προστατέψει τα απροστάτευτα και τα χαμένα, σύμφωνα με τον αρχικό στίχο του ποιήματος «Πανοπλία»
Με την μητρότητα όμως τα χέρια αυτά αποκτούν άλλη λειτουργία. Γίνονται αγκαλιά, αγάπη, τρυφερότητα, τετράγωνο σχήμα, ένα καλώς ήλθες στη νέα ζωή στο ποίημα «Κύηση».
Στις παλάμες ανάβει όμως και η φωτιά του έρωτα, σπίθα ελπίδας και χαράς στο ποίημα «Το στοίχημα».
Τα χέρια, πάντως, πάντα είδος πρώτης ανάγκης για την ποιήτρια έχουν και λειτουργική σημασία. Σκάβουν στους κήπους των ορθολογιστών, που κινούνται μόνο επίπεδα με την κυριολεκτική σημασία των λέξεων, ποτέ κυκλικά, ποτέ ακανόνιστα, που δεν αντιλαμβάνονται ότι ποίηση είναι η ανατροπή, το ξάφνιασμα, η έκπληξη, η πρωτοτυπία, χαρακτηριστικά άλλωστε αυτής της συλλογής.
Γράφει λοιπόν η ποιήτρια στο ποίημα «Ανάσταση»:
Τότε θα βάλω τα χέρια μου
να σκάψουν μες στους κήπους
όσων ποτέ δεν πίστεψαν
πως άμα λάχει
σκάει φιλί
και μες στο χιόνι.
Αλλού πάλι τα χέρια είναι δρόμοι και μέσα τους τρέχουν μικρά παιδιά. Και σε άλλο ποίημα είναι δρόμοι γεμάτοι από λυμένα σύμφωνα που πρέπει κανείς να τα δέσει.
Σε αντιπαράθεση όμως με τα χέρια της συλλογής υπάρχουν τα πόδια.
Μπορεί κάποιος να δανειστεί τα πόδια τάχα για να πατήσει σταφύλια όμως στην πραγματικότητα για να τελέσει μία ιερή τελετουργία πένθους.
Από το ποίημα «Τα πόδια»
Μ’ άφησες δίχως πόδια
εννιά μερόνυχτα
Έβλεπα όνειρα μισά
κορμιά ανολοκλήρωτα
Ο ύπνος, το σεντόνι
με τύλιγαν ανάμεσα στις ώρες
σαν να μουν εκμαγείο.
Την ένατη μέρα, σιωπηλός τα επέστρεψες
Γύρω απ’ τα γόνατα είχαν φυτρώσει
μοβ κρινάκια
.
Χρόνια αργότερα έμαθα πως πενθούσες
εννιά μερόνυχτα
πάνω στα πόδια μου
την απουσία.
Η σπουδαία ποίηση προσπαθεί με παράξενες εικόνες και περίεργα σχήματα να δημιουργήσει το ανοίκειο ξάφνιασμα, να ξεφύγει από τα κουτάκια της κοινοτοπίας και του τετριμμένου. Παίρνει λέξεις καθημερινές όπως οι λέξεις «χέρια» και οι λέξεις «πόδια» φθαρμένες ήδη από την πολυχρησία, σκληρές και τραχιές πια από το πολύ πλύσιμο και τις ζωντανεύει, τις ανασταίνει, τους δίνει άλλο περιεχόμενο, άλλη χρηστικότητα, άλλη λειτουργία. Αυτό ακριβώς δηλαδή που κάνει η ποιήτρια σ’ αυτή τη συλλογή.
Η συλλογή αρχίζει και τελειώνει με δύο παραμύθια. Το ένα είναι της Κοκκινοσκουφίτσας και το άλλο είναι του Σιμιγδαλένιου. Πολυφορεμένα και πολύ χρησιμοποιημένα και τα δύο στην τέχνη. Στο μέσον της συλλογής υπάρχει το ποίημα «Αποκαθήλωση» που δικαιολογεί απόλυτα τη συμβολική χρήση και των δύο αυτών παραμυθιών.
Γιατί η κόκκινη κλωστή δεν ξετυλίγει πια παραμύθια στον κόσμο της ποιήτριας, ράβει τα στόματα των γυναικών και επιπλέον σ’ αυτό τον άλλο σκληρό κόσμο όπου τα παραμύθια ανατρέπονται, το φιλί δεν ανασταίνει, και τα τρία ηχητικά σήματα πριν την αρχή της παράστασης δεν σημαίνουν ότι σηκώνεται η αυλαία, αλλά το πέπλο των ψευδαισθήσεων.
Έτσι στην περίπτωση της Κοκκινοσκουφίτσας ο Λύκος εμφανίζεται πάντα απρόβλεπτα με ένα τεράστιο στόμα να χάσκει και είναι ο αμείλικτος χρόνος που μας καταπίνει.
Γράφει η ποιήτρια στην τελευταία στροφή του ποιήματος «Κοκκινοσκουφίτσα»:
Στεφανωμένος βασιλιάς
μέσα στα χέρια σου χωράς
και δεν υπολογίζεις
πως ρίμα γίνεται ο καιρός
βαδίζει ο χρόνος μας σκυφτός
και πίσω δεν γυρίζεις.
Τέλος ο Σιμιγδαλένιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής είναι η ενσάρκωση της ίδιας της ποίησης, είναι ένα ποίημα ποιητικής. Αφού η αληθινή συνάντηση με την ποίηση δεν μπορεί να είναι προϊόν έρευνας ούτε κάποιας συνταγής γραφής, αλλά συμβαίνει σε έναν άλλο χρόνο, ουτοπικό και απροσμέτρητο, όπου το εσύ ενώνεται με το εγώ σε έναν ουροβόρο κύκλο στον οποίο χάνεται ο ποιητής σε όφελος της ποίησης.
Θα τελειώσω με το ποίημα με τίτλο το «Τάισμα» κατά το οποίο η Βασίλισσα τρέχει να υποδεχτεί τον αγαπημένο κάθε φορά που επιστρέφει και του δίνει τον μαστό της να θηλάσει για να… όπως γράφει η ποιήτρια:
να θρέψει τη μνήμη
μην τυχόν και χαθεί.
Και θα τελειώσω με αυτό το ποίημα γιατί είναι κατεξοχήν ένα ποίημα ποιητικής, γιατί σ’ αυτό αποσκοπεί κάθε βασίλισσα και κάθε ποιήτρια διαχρονικά από καταβολής κόσμου. Να θρέψει αυτή την προαιώνια, πρωτόγονη μνήμη που κυκλοφορεί στα κύτταρά μας για να μη χαθεί. Και θέτει το σώμα, τα χέρια και τα πόδια της, τον κορμό και όλη την ουσία της βορά στους αναγνώστες.