
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε για πολλούς και διαφορετικούς λόγους ο καθένας μας και υπάρχουν βιβλία που μας διαβάζουν εκείνα, αθόρυβα, υπομονετικά, σαν να στέκονται δίπλα μας μέσα σε μια μεγάλη αναμονή. Οι Ουρές του Γιάννη Πάσχου ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν πρόκειται απλώς για μια συλλογή ιστοριών. Είναι ένας κόσμος υδάτινος, σχεδόν ονειρικός, όπου ψάρια, πλάσματα του βυθού, μνήμες και επιθυμίες κινούνται αργά — όπως κινείται και ο χρόνος όταν τον κοιτάζουμε κατάματα. Εκεί, το πραγματικό και το φανταστικό δεν συγκρούονται, αλλά συνομιλούν. Και μέσα από αυτή τη συνομιλία, κάτι βαθιά ανθρώπινο αρχίζει να αποκαλύπτεται. Οι μορφές του βυθού δεν είναι μόνο πλάσματα. Είναι συναισθήματα με σώμα. Είναι ο έρωτας όταν φοβάται να μιλήσει, η μνήμη όταν αρνείται να σβήσει, η θλίψη όταν μαθαίνει να αναπνέει μέσα στο νερό.
Ο συγγραφέας δεν περιγράφει απλώς έναν φανταστικό κόσμο. Κάνει κάτι πιο παλιό, σχεδόν αρχέγονο — αφηγείται με τον τρόπο των μύθων. Και όπως σε κάθε αληθινό μύθο, πίσω από τα πλάσματα κρύβεται ο άνθρωπος. Πίσω από το νερό, η επιθυμία. Πίσω από την κίνηση της ουράς, μια σιωπηλή αναζήτηση σχέσης. Η γλώσσα του Πάσχου είναι λιτή, αλλά όχι φτωχή. Είναι συγκρατημένη, αλλά όχι ψυχρή. Θυμίζει εκείνη τη χαμηλή φωνή των παλιών αφηγητών, που δεν χρειάζονταν ένταση για να ακουστούν, παρά μόνο αλήθεια. Γι’ αυτό το βιβλίο δεν επιβάλλεται στον αναγνώστη. Τον πλησιάζει αργά. Σαν νερό που δεν το καταλαβαίνεις πότε σε έχει ήδη τραβήξει μέσα του.
Στον πυρήνα του, το έργο μοιάζει να μιλά για κάτι απλό και δύσκολο μαζί: για την ανθρώπινη εμπειρία της ευαλωτότητας. Για εκείνη τη στιγμή όπου δεν ξέρουμε αν πρέπει να προχωρήσουμε ή να κρυφτούμε. Για τη βαθιά ανάγκη να ανήκουμε, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να εκτεθούμε. Κι εδώ βρίσκεται, νομίζω, η μεγάλη δύναμη των Ουρών, ότι χρησιμοποιούν το παράδοξο, το ονειρικό, το θαλάσσιο, όχι για να μας απομακρύνουν από την πραγματικότητα, αλλά για να μας επιστρέψουν σε αυτήν πιο αληθινούς. Σε αυτό το σημείο, η ανάγνωση συναντά την ψυχανάλυση. Γιατί στην ψυχαναλυτική εμπειρία γνωρίζουμε πως ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί, εικονοποιείται. Γίνεται όνειρο, σύμβολο, σώμα, μύθος.
Στις Ουρές, τα υδάτινα πλάσματα λειτουργούν ακριβώς έτσι, ως φορείς επιθυμίας, φόβου, μνήμης και απώλειας. Δεν είναι χαρακτήρες, είναι ψυχικές καταστάσεις σε κίνηση. Το νερό ―μητρικό, περιγνωστικό αλλά και απειλητικό― γίνεται ο χώρος όπου η ταυτότητα παραμένει ρευστή, εύθραυστη, υπό διαμόρφωση, μοιάζοντας τις περισσότερες φορές με το νερό του Gaston Bachelard στο βιβλίο του Το νερό και τα όνειρα. Και ίσως εδώ αγγίζουμε τη βαθύτερη αλήθεια του βιβλίου. Ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ποτέ πλήρως συμπαγής. Κουβαλά πάντα ένα άμορφο υπόλειμμα επιθυμίας που ζητά να αναγνωριστεί.
Η γραφή του Πάσχου δεν ερμηνεύει βίαια αυτό το εύθραυστο. Το κρατά ―όπως θα έλεγε ο Winnicott― σε έναν χώρο όπου μπορεί απλώς να υπάρξει. Και αυτή η πράξη κρατήματος είναι ίσως η πιο βαθιά θεραπευτική λειτουργία τόσο της ψυχανάλυσης όσο και της λογοτεχνίας. Γιατί τα σημαντικά βιβλία δεν δίνουν απαντήσεις. Δημιουργούν έναν τόπο όπου η σύγχυση, η θλίψη, η επιθυμία και η μοναξιά μπορούν να σταθούν χωρίς ντροπή. Έναν τόπο όπου το ασυνείδητο δεν διώχνεται, αλλά ακούγεται.
Και τότε γεννιέται το πραγματικό ερώτημα ― όχι λογοτεχνικό, αλλά υπαρξιακό. Πόσο χώρο αφήνουμε μέσα μας για ό,τι είναι εύθραυστο; Πόσο αντέχουμε να νιώθουμε; Και πόσο θάρρος χρειάζεται για να μείνουμε τρυφεροί σε έναν κόσμο που μας θέλει σκληρούς;
Οι Ουρές δεν κλείνουν αυτά τα ερωτήματα. Τα κρατούν ζωντανά. Και ίσως γι’ αυτό παραμένουν μέσα μας μετά την τελευταία σελίδα.
Κλείνοντας, θα μοιραστώ μια σκέψη. Ίσως ο άνθρωπος να μοιάζει τελικά με πλάσμα του βυθού: να κινείται αργά μέσα στο σκοτάδι, να ψάχνει φως χωρίς να ξέρει αν υπάρχει, και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να κολυμπά. Κι αν συμβαίνει αυτό, τότε η λογοτεχνία ―όπως αυτή που μας χαρίζει ο Γιάννης Πάσχος― είναι εκείνη η μικρή, σιωπηλή λάμψη που κάνει το σκοτάδι λίγο πιο κατοικήσιμο.