Ο καβοδέτης ή Η αρνητική ουτοπία της κυριολεξίας

Ο καβοδέτης ή Η αρνητική ουτοπία της κυριολεξίας

Ελένη Κοσμά, «Ιστορία ενός καβοδέτη», εκδ. Πόλις 2025

Με συνδέει βαθιά, αχρονολόγητη σχεδόν, φιλία με την ποιήτρια Ελένη Κοσμά. Ζήσαμε πολλά και γράψαμε αρκετά μαζί, κείμενα της πρώτης νιότης και όχι μόνο. (Περίπου όπως το θέλει ο στίχος του Δάντη από το Καθαρτήριο: «το βλέπω τώρα, οι πένες σας πως πάνε, κοντά με την αγάπη που σας δένει», 24ο άσμα). Αυτό είναι ένα δεδομένο. Όχι κάτι, όμως, που να μπορεί να υποσκάψει ή να σχετικοποιήσει την επίγνωση και αμεροληψία όσων πρόκειται να υποστηρίξω –εδώ– για το βιβλίο της. Η φιλία συνιστά ως γνωστόν άλλη μια μορφή, ίσως δε την πιο αυστηρή μορφή, δικαιοσύνης.


Είναι περίφημη (ίσως και κακόπαθη, για όσο διαβάζεται με αμιγώς εθνικά γυαλιά) η αποστροφή του Εμπειρίκου από την Οκτάνα: «όλοι μας ναυτικοί εκ ναυτικών, όλοι μας θαλασσινοί εξ απαλών ονύχων». Για την Κοσμά, πάντως, ο στίχος αυτός τείνει προς την κυριολεξία. Είναι γνωστή η καταγωγή της από, και η αγάπη της για, τη Σκόπελο· και κάλλιστα μπορούμε να τη φέρουμε στη φαντασία μας ―«από πιτσιρίκι», όπως γράφει και η ίδια― να απαριθμεί και να συλλαβίζει καράβια και κόμπους. Ο βιογραφισμός, βεβαίως, το γνωρίζουμε από καιρού αυτό, δεν έχει να μας πει πολλά ή και σχεδόν τίποτα για την ερμηνεία και την αισθητική δεξίωση ενός έργου. Κάθε κείμενο, γράφει κάπου ο Ουμπέρτο Έκο, είναι σαν ένα γράμμα μέσα σε ένα μπουκάλι: Δεν περιέχει ―προφανώς― κάθε δυνατό τάχα νόημα. Όμως διαβάζεται έχοντας μείνει «ορφανό από γονέα».
Αλλά να, που μπλέχτηκε νωρίς στον ειρμό και στα λεγόμενά μου η μάλλον επικίνδυνη λέξη «νόημα».
Το «νόημα» δεν προϋπάρχει, δεν συλλαμβάνεται πριν από τη γραφή ενός ποιήματος. Το λογοτεχνικό κείμενο δεν θέλει να πει τίποτα που δεν ανήκει και δεν οφείλεται απόλυτα στο ίδιο, σε αντίθεση με τον περιγραφικό ή εννοιολογικό λόγο. Η δουλειά πάνω στο νόημα είναι κάτι οργανικά δεμένο με τη δουλειά πάνω στην έκφραση, στα θέματα, τη μετρική, την πλαστικότητα, τη δύναμη της γλώσσας, κι όλα όσα λέμε (ιδού άλλη μια κακόπαθη λέξη) «φόρμα». Αλλά να το πιάσουμε από την αρχή.

Η συλλογή έλκει εξαρχής τον αναγνώστη με την αφηγηματική υπόσχεσή της («Ιστορία»)· και μαζί, διαμιάς, καταφέρνει το παραξένισμα. Ποιος ή τι είναι ο καβοδέτης; Το αίνιγμα τίθεται ως στοιχείο της καλής λογοτεχνίας, μπορούμε εδώ να σχολιάσουμε, ακριβώς για να προκαλεί αλλά και να απωθεί τη λύση του – να εμπνέει τη συμμετοχή, την περιπέτεια του νου. Με τη συλλογή της Κοσμά έχουμε στ’ αλήθεια μια μελετημένη ως τη λεπτομέρεια σύνθεση, που προϋποθέτει ενεργό αναγνώστη/τρια και πλέκει σχέση μαζί του/μαζί της.
Το βιβλίο ξετυλίγεται και κρατάει το σασπένς του νοήματός του. Το έργο μοιάζει να μην εξαντλείται. «Σαν τη θάλασσα;,..» θα μπορούσε να πει κανείς, με μια (μάλλον εύκολη) κατοπτρική παιγνιώδη διάθεση. Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν σταματάνε εδώ τα ποιητικά ισοδύναμα του υγρού στοιχείου:
Έχουμε μια ποίηση όπου θριαμβεύει η υποβολή, οι αποχρώσεις εννοιών, η επιδέξια και ποικίλη ρυθμολογία. Εικόνες και μοτίβα ρέουν το ένα μέσα στο άλλο, και αναδιπλώνονται σε άμπωτη και παλίρροια. Στίχοι ολόκληροι δένουν το ένα ποίημα με τα επόμενα και όσα προηγήθηκαν. Ο ξένος, η τρύπα στις παλάμες των χεριών, τα καράβια (επώνυμα και μη), οι κατάλογοι κόμπων και σκοινιών. Ένα τραγουδάκι κάνει διαρκώς κύκλους στον αέρα ― και στο βιβλίο.

Η θάλασσα, ας υπενθυμίσουμε εδώ το προφανές, είναι ένα πυκνό, πολυσήμαντο και πολυκύμαντο σύμβολο. Διαποτίζει τη γλώσσα και κατακλύζει τις γραμματείες, σταθερά και διατοπικά· κι όχι μονάχα την ελληνική, όπως αρεσκόμαστε με εθνική αφέλεια (ή μη) να λέμε. Ο διαχρονικός λυρισμός είναι σημαδεμένος με τον ζήλο της αναχώρησης. Ο ήρωας ναυαγός, ένα αρχετυπικό ανθρώπινο σύμβολο. Και ο λαμνοκόπος ή ο πλοίαρχος, διάφορα θαλασσινά ή παράκτια επαγγέλματα, έχουν αποτελέσει προσφιλή καθρέφτη του ποιητικού εγώ: την ώρα του μόχθου του, της ηρωικής εκπλήρωσης του έργου του, όσο και της ματαίωσής του· ανά περίπτωση πάντοτε και κατά ποιητή: από τους Αργοναύτες του Σικελιανού έως τον αόμματο φαροφύλακα του Εγγονόπουλου, λ.χ., και τον νεκρό κωπηλάτη του Αρανίτση.
Η θάλασσα, εξάλλου, καλεί από μόνη της σε πολλαπλές σημάνσεις. Είναι μεν «η αρχαιότητα της γεωγραφίας», η «λάμπουσα μητέρα της βιολογίας», όπως την ονοματίζει ο Καρούζος. Μα και κάτι που αφ’ εαυτού υπερβαίνει τον φαινόμενο εαυτό του. Η θάλασσα της ποίησης δεν είναι το φυσικό τοπίο, ο υγρός διάκοσμος. Αλλά πολύ συχνά μια μεταφυσική αρχή, το σύμβολο της ανοιχτότητας. «Όψη του ιδανικού» την θέλει ο Καρυωτάκης. Είναι η οδός, μα και το σημείο χωρισμού από και προς το ιδανικό, όπως κατ’ εξοχήν και θαυμάσια τη θεματοποίησε ο γαλλικός συμβολισμός.
Τι έχουμε στο ανά χείρας; Προσωπικώς διαβάζω μια ποιητική σύνθεση που πάντως δεν ανακαλεί τις πλέον οικείες, ποιητικά αναγνωρίσιμες προσεγγίσεις και σημάνσεις της θάλασσας. Η θαλασσογραφία της Ε. Κοσμά δεν είναι ούτε κάποιου είδους ποιητικό αυτοσχόλιο, ούτε υπαινίσσεται κάποια μεταφυσική αρχή. Αλλά θα πρέπει να εξηγηθώ.

Ο καβοδέτης δεν είναι μια τυπική περσόνα του δημιουργού ή alter ego του ποιητικού υποκειμένου. Σίγουρα κρύβεται εδώ ένα κάποιο σχόλιο για την ποίηση και την τέχνη, μα όχι το γνώριμο θριαμβικό ή ρομαντικό:
Ο καβοδέτης είναι ένας άνθρωπος μεταιχμιακός: δρα στη θάλασσα και την ακτή, με την έλξη και την άπωση, τη δέση και τη λύση, την άφιξη και τον απόπλου. Και η ενάσκηση της ποίησης την ίδια στιγμή, δεν μπορεί παρά να ιδωθεί και αυτή ως όριο – βλ. ένα μαγικό και απομαγεμένο μαζί σύμπαν. Ο ποιητής είναι στο τέλος διπλά εξορισμένος: από τον εμπειρικό κλοιό της ζωής και από την ιδανικότητα. Η τέχνη, στην οποία συνειδητά έχει αποτίσει την αφοσίωσή του, αποκαλύπτεται ως υπόσχεση ευτυχίας που διαρκώς αθετείται (για να θυμηθούμε εδώ τον Αντόρνο).
Εξού και στη μορφή και στην ιστορία του γλιστρούν σαφείς συνδηλώσεις επιθυμίας, και μάλιστα ερωτικής (βλ. το ποίημα με την αγαπημένη του καβοδέτη), που στο τέλος μας αφήνουν με μια υφάλμυρη διάθεση.
Ο καβοδέτης ίσως πράγματι λοιπόν να είναι αυτός που περιφρονώντας τη φυγή ακινητοποιεί συνειδητά τον εαυτό του. Αφ’ εαυτού ανακαλεί την ακυρωμένη φυγή, τους ματαιωμένους ανθρώπινους δεσμούς (κρατάει κομμένο σκοινί). Αλλά και συνάμα αλληγορεί την τέχνη ως άρνηση του ιδανικού, πάει να πει συνεπώς και ως άρνηση του εαυτού της. Θυμίζει έτσι ότι η πιο δυνατή ολοκλήρωση που μπορεί να πετύχει η τέχνη είναι να καταφέρει να πληρώσει το τίμημα της αδυνατότητάς της (μια τρύπα στην παλάμη του καβοδέτη).
Θα έλεγα, εξάλλου, ότι δεν έχουμε να κάνουμε παρά τα φαινόμενα εδώ με μια τυπική ποιητική θαλασσογραφία. Πρώτα από όλα έχουμε ποίηση θαλασσινή, που όμως καταργεί τη διάκριση του εαυτού και του έτερου της – εδώ προβάλλει ένα συνεχές στεριάς και θάλασσας (βλ. «η μια μου άκρη θάλασσα η άλλη γη»). Η γη, μας λέει η Κοσμά, δεν είναι μεν θάλασσα, αλλά τη θάλασσα την κουβαλάει: Στο κέντρο της παλάμης μας ακούμε τις κραυγές των πνιγμένων. Είτε κολυμπάμε είτε τρέχουμε είναι ένα και αυτό, υπονοεί ένας άλλος στίχος. Τα αστικά φανάρια είναι φάροι, τα οχήματα των αμαξιών κατάστρωμα, το αίμα που έχουμε επάνω μας το έχουν φέρει άνεμοι θαλασσινοί και πουλιά.
Θα αποτολμούσε δε κανείς και μια πιο ισχυρή παρατήρηση: ότι στο βιβλίο της Ε. Κοσμά δεν υφίσταται καν στεριά, όλα είναι θάλασσα. Οι άνθρωποι στέκονται πάνω σε διάσπαρτες δέστρες: Αντιστρέφεται εδώ το γνωστό ποιητικό αξίωμα «no man is an island» – εδώ, όλοι οι άνθρωποι είμαστε νησιά. Και οι λέξεις (οι «λέξεις που είπαμε ή φανταστήκαμε»), αυτό δηλαδή που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο – η Ελένη Κοσμά μας λέει για αυτές ότι: επιπλέουν, ποτίζουν αλάτι, στάζουν από τα σώματα των πνιγμένων, σκορπίζουν και μαζεύονται από τα βράχια και την ξέρα.

Ο Δ. Καλοκύρης στο βιβλίο του για τον Καββαδία (Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου), έχει γράψει προσφυώς ότι ο Ελύτης είδε τη θάλασσα ως αλληγορία της ουτοπίας, ενώ ο Καββαδίας ως ουτοπία της αλληγορίας. Εδώ τολμώ να πω, με το ανά χείρας ποιητικό έργο, βρισκόμαστε αλλού: μήτε ουτοπία της αλληγορίας, μήτε αλληγορία της ουτοπίας. Αλλά μια αρνητική ουτοπία της κυριολεξίας. Γιατί όλα είναι τελικώς θάλασσα, και σε αυτή τη θάλασσα, ακόμη και τα φαντάσματα έχουν υλική υπόσταση, βλ. όπως σε ένα ναυάγιο.


Σε ένα από τα ποιήματα, ο ψαράς απλώνει δίχτυ και το δίχτυ τον κυκλώνει. Σε ένα άλλο, ο ξένος κόβει ένα μήλο, και το μήλο αυτό είναι η γη. Οι στίχοι αυτοί μας υπενθυμίζουν εδώ κάτι στοιχειώδες, που όμως απωθείται: η ακριβέστερη λέξη για τη Γη είναι υδρόγειος (: ύδωρ και γη). Και ο ακόμη πιο ακριβής όρος: υδρόγειος σφαίρα. Globus terraqueus, κατά το λατινικό.
Τούτο μου επιτρέπει κάποιους φιλοσοφικούς συνειρμούς. Ο Καντ είναι, από τους κλασικούς φιλοσόφους, αυτός που έδωσε ιδιαίτερη βάση στο γεγονός της σφαιρικότητας της γήινης επιφάνειας· και δη στην πολιτική του φιλοσοφία. Τώρα: αυτό ναι, το να λέμε ότι η γη είναι σφαίρα μπορεί κανείς να το δει ως σωστή, πλην μπανάλ παρατήρηση για το σχήμα της γης. Αλλά το σημαντικό είναι αυτό που εγκλείει και μεταδίδει πέραν της προφάνειάς του: Η σφαιρική επιφάνεια είναι το αναπότρεπτο φυσικό δεδομένο εντός των ορίων του οποίου τα περατά έλλογα όντα ―που είμαστε οι άνθρωποι― πρέπει να συνυπάρχουν και να διαχειρίζονται το αντάμωμα της ελευθερίας τους.
Η κανονιστική-φιλοσοφική αξιοποίηση του θεμελιώδους αυτού φυσικού δεδομένου δεν έχει να κάνει, δεν έχει να κάνει μόνο με τον πιο δίκαιο ή λειτουργικό τρόπο να κατανείμουμε τον χώρο και τους πόρους οικουμενικώς. Αλλά με κάτι πιο μεταφυσικό για την ανθρώπινη κατάσταση· ας το αποκαλέσουμε έτσι ελλείψει καλύτερου όρου. Σχετίζεται με την ελευθερία ως μοιρασμένη έννοια. Και την ιστορική και πολιτική ευθύνη που συναρτάται με αυτό.
Εκεί θεμελιώνει ο Καντ το «δίκαιο των ξένων», το κοσμοπολιτικό δίκαιο. Το δικαίωμα του ανθρώπου να είναι κάπου στη γη, και σίγουρα ―αν μη πού αλλού―εκεί όπου δεν μπορεί να αποφύγει κανείς να είναι, βλ. γιατί τον έχει ρίξει η βία ή η ανάγκη. Και την αξίωση να αναγνωριζόμαστε οπουδήποτε στον κόσμο, όπου τυχόν και να βρισκόμαστε ή να βρεθούμε εντός της σφαίρας, ως φορείς νομικού status, ακόμη και αν είμαστε ξένοι, δηλαδή μη πολίτες.
Και έτσι εδώ ερχόμαστε στο άλλο βασικό μοτίβο της συλλογής της Κοσμά. Ναι, στη θάλασσα ανταμώνουμε τα πλάσματα της προσδοκίας. Η θάλασσα είναι που περατώνει τον νόστο ή εμπνέει τη φυγή μας – όλα τα παραπάνω που είπαμε. Μα η θάλασσα είναι κι ο τόπος που φανερώνει τον ξένο: η θάλασσα ξεβράζει τον ξένο (βλ. πχ στη ραψωδία ζ της Οδύσσειας). Τον ξένο, με το εξωφρενικό και συνάμα τόσο ανθρώπινο δικαίωμα του εαυτού του, να είναι δηλαδή ξένος.
Ο Καντ λέει ότι τα κράτη που παραβιάζουν το δίκαιο της φιλοξενίας «πίνουν την αδικία σαν το νεράκι» (ιδού πάλι: υδάτινη παρομοίωση). Κι όταν υποσκάπτεται το δίκαιο της φιλοξενίας, προσθέτει, τότε όλες οι σχέσεις δικαίου κλυδωνίζονται ή καταρρέουν. Εντός και εκτός της πολιτείας. Πώς αλλιώς, θα σχολιάζαμε βραχυλογικά εδώ; Αφού τον ξένο τον κουβαλάμε μέσα μας. Αποδίδω και παραφράζω κάπως το μότο που δανείζεται η Κοσμά από στίχο της Έμιλυ Ντίκινσον, για τη συλλογή της: στέρξε τον ξένο στην ξένη γη/στέρξέ τον· μην –σε άλλο ουρανό– ξένος βρεθείς κι εσύ.


Νομίζω έχει γίνει σαφές: Η συλλογή της Κοσμά αποφεύγει περίτρανα τις συνήθεις κακοτοπιές της τρέχουσας ποιητικής παραγωγής. 1. την εξομολογητική ποίηση, 2. την εύκολη ποίηση ποιητικής (που είναι –θα έλεγα– το λόγιο ισοδύναμο της εξομολογητικής, ακριβώς γιατί δεν αφορά κανέναν πέραν του αυτουργού της) και 3. την κακή πολιτική ποίηση, που κάνει ανούσιο ρεπορτάζ ή κήρυγμα, κρατάει το σχήμα της ποίησης αλλά απεμπολεί την όποια της αξία.
Η ποίηση ναι, μπορεί να μην μπορεί να φέρει δικαιοσύνη. Αλλά μπορεί να πετύχει, αν μη τι άλλο, τη δίκαιη λέξη: Η «δίκαιη λέξη» είναι όρος που εισάγει ο Φλομπέρ, και επιτυγχάνεται, μας λέει, όταν ευοδώνεται σε ένα λογοτεχνικό έργο από κοινού η ρυθμική της μουσικής, η ακρίβεια των επιστημών, και ένα στιλ που τρυπάει τον νου σαν στιλέτο και κάνει τη σκέψη να γλιστράει σαν σε απαλή επιφάνεια. Όλα αυτά δηλαδή που με χαρά και ευγνωμοσύνη βλέπουμε να σμίγουν και να διακρίνονται στη συλλογή της Ελένης Κοσμά.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: