«Καρδιά το καταχείμωνο»

Ο συγγραφέας Kebin Barry
Ο συγγραφέας Kebin Barry

Kebin Barry, «Καρδιά το καταχείμωνο», εκδ. Γεννήτρια



«Δεν βρίσκω καμιά ομορφιά στην αυτοσυγκράτηση» λέει στην αρχή του βιβλίου ο συγγραφέας, διά στόματος της Μαίρη Μακλέιν.

Ο Με-λένε-Τομ και η Με-λένε-Πόλλυ. Ήταν χαρούμενοι, αφελείς και κεφάτοι. Ήτανε μέσα στα μέλια. Η άστατη και ευκολόπιστη φύση τους τους είχε οδηγήσει σε ένα terrain vague, όπως θα έλεγαν τα παλιά τα χρόνια οι Γάλλοι. Οι δυο τους ζούσαν σε έναν κόσμο πέρα από τον κόσμο. Είχαν ξεκινήσει για άγνωστο προορισμό δίχως χάρτη και δίχως να φοβούνται, κι από την άποψη αυτή είχαν κάτι το ηρωικό πάνω τους. Κι ο θάνατός τούς είχε πάρει στο κατόπι. Ήταν γύρω τους συνέχεια σαν ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Ήταν σαν τον βαθυγάλανο καπνό της πυρίτιδας. Ήταν σαν ηλεκτρισμός. Αλλά οι δυο τους έδειχναν μια περιφρόνηση για τη ζωή, κι έτσι βάδιζαν προς τον θάνατο (σ. 199).

Οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου του Ιρλανδού Kebin Barry ―γνωστού μας ήδη από το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη πλάνητες και πλανεμένοι αναζητούν αυτά που στερήθηκαν, μέσα σ’ έναν έρωτα τυφλό, άγονο, θανατηφόρο. Ξεκινώντας το ταξίδι τους, κάπου στη Μοντάνα το 1891, που κρατάει λίγο καιρό, όσο δηλαδή βαστούν όλοι οι δυνατοί έρωτες που στιγματίζουν τις ζωές των ανθρώπων, ο Τομ, ένας Ιρλανδός μετανάστης, περιθωριακός, πρεζάκιας, και με κάτι το… μεταφυσικό όπως λέει χαρακτηριστικά ο μπάρμαν, ένα ρεμάλι συνοπτικά και η Πόλλυ, ένα περίεργο θηλυκό, με όμορφο πρόσωπο και δελεαστικό χαμόγελο, φρεσκοπαντρεμένη με έναν θρησκόληπτο πλην όμως πλούσιο επιστάτη, για την οποία είχαν ακουστεί διάφορα πράγματα, ένας φόνος, μία αυτοκτονία ίσως, υποκύπτουν στην μεγάλη τους ανάγκη για αγάπη και μια καλύτερη ζωή.
Σ’ ένα ουέστερν τύπου ΜαΚάρθι, λιγότερο σκληρό αλλά το ίδιο αποκαλυπτικό, πορεύονται προς το Ποκατέλο σε αναζήτηση ενός φανταστικού παραδείσου, μ’ ένα κλεμμένο άλογο και κάποια χρήματα, απαραίτητα για την επιβίωσή τους, από μία σκόπιμα βαλμένη πυρκαγιά. Οι δύο ήρωες, με εμφανή μπεκετικά χαρακτηριστικά ―πόσο πολύ θυμίζουν Πότζο και Λάκι― διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου σε μια περίεργη περιπέτεια καθώς συναντιούνται με διάφορα ιδιόρρυθμα πλάσματα, ―δύο εμιγκρέδες που τους ταΐζουν παραισθησιογόνα μανιτάρια και οδηγούνται υπό την επήρεια του ναρκωτικού σ’ έναν άγριο έρωτα, έναν παραλοϊσμένο Αιδεσιμότατο-δολοφόνο που τους παντρεύει― για να βρεθούν τελικά, μετά από συνεχείς κύκλους περιπλάνησης, σε μια καλύβα που την ονομάζουν «Θεία Πρόνοια». Εκεί, και «υπό την προστασία» της, απολαμβάνουν, για δύο βδομάδες την αγάπη τους, παρά το διαβολεμένο κρύο και τη σκοτεινή ησυχία ενός εντελώς αφιλόξενου δάσους. «Το ξημέρωμα είχε κάτι το δυσοίωνο και ήταν γκρίζο σαν πτώμα. Το δίχως άλλο ο χειμώνας ήταν πλέον το πικρόχολο αφεντικό του δάσους» (σ. 75), λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας.
Στο κατόπι τους έρχονται τρία ανθρωπόσκυλα- κυνηγοί κεφαλών, από την Κορνουάλη που εμπλουτίζουν την ιστορία με το απαραίτητο σασπένς. Η αποκτήνωση συνοδεύει το δύσβατο τοπίο καλύπτοντας ενοχές και ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Το μάταιο της ύπαρξης, το βάρος της μετανάστευσης, η επικυριαρχία των θρησκευτικών αντιλήψεων, ―κορυφαίο παράδειγμα ο σύζυγος τής Πόλλυ, εγκλωβισμένος στις ηθικές νόρμες που του έχουν επιβληθεί, ίσως σε μία ένδειξη επαναστατικής αλληλεγγύης, αυτομαστιγώνεται― δεσπόζοντα στοιχεία στη σκέψη του Ιρλανδού συγγραφέα, αποτυπώνονται και σε τούτο το μυθιστόρημα του.
Το κοινωνικό φαντασιακό, κατά την καστοριαδική αντίληψη όπου η λέξη θέσμιση χρησιμοποιείται για να συμπεριλάβει «όλα όσα, με ή χωρίς τυπική κύρωση, επιβάλλουν τρόπους του δραν και του σκέπτεσθαι», διαταράσσεται, ανατρέποντας τον κοινωνικό προσανατολισμό του συνόλου της κοινωνίας, στους κόλπους της οποίας διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς οι δύο ήρωες θέτουν τους δικούς τους στόχους, οριοθετούν τις δικές τους βασικές αξίες για χάρη των οποίων ζουν, υιοθετώντας ακραίες συμπεριφορές, οδηγούμενοι ευθείς εξαρχής σε μία μάταιη σχέση και ίσως στον ίδιο τον θάνατο, το τίμημα αυτής της διατάραξης.
Έτσι ο έρωτάς τους γίνεται δικαίωμα, ασπίδα προστασίας απέναντι στους πόνους μιας μίζερης κατά τα άλλα ζωής. «[…]ξέρουν και οι χαροκαμένοι τις ακατανίκητες προσταγές της αγάπης, κι ίσως καλύτερα από τους άλλους, γιατί ο θάνατος δεν αποτελεί παρά τη μύηση στο πένθος, και το πένθος δεν είναι τίποτε άλλο από το σημάδι που αφήνει πάνω σου η μοιραία απώλεια της αγάπης» (σελ. 164).

Το βιβλίο είναι ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα μέσα από μία ερωτική ιστορία που δεν της λείπει το χιούμορ και ο σαρκασμός, όπου προβάλλονται τα βαθιά ρήγματα στις κοινωνικές δομές και η αφόρητη πολλές φορές συμβατικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα διάσπαρτα στοιχεία ρομαντισμού, και η λιτότητα στη γλώσσα που δεν δυσκολεύει όμως καθόλου τον συγγραφέα από του να εκφράζει την ευαισθησία του, απαντούν στο ερώτημα γιατί οι Ιρλανδοί δεν σταματούν να μας γοητεύουν.
Η καλαίσθητη έκδοση από τον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο «Γεννήτρια» σε συνδυασμό με τη θαυμάσια μετάφραση του Δημήτρη Καρακίτσου εξασφαλίζουν ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: