Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη

Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη

Kevin Barry, «Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη», μτφ. Ορφέας Απέργης, εκδ. Gutenberg


Πολλοί αιώνες βιβλιοκριτικής (ουσιαστικής ή επηρμένης) μπορεί να έχουν περάσει, το ερώτημα ωστόσο παραμένει αναπάντητο: τι καθιστά ένα λογοτεχνικό βιβλίο, αριστούργημα; Ποια ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της γραφής θα το τοποθετήσουν στον λογοτεχνικό κανόνα, προσδίδοντάς του την ιδιότητα του κλασικού;
Παραμερίζοντας το σύγχρονο marketing, που έχει μπει για τα καλά στο παιχνίδι διαμορφώνοντας δυναμικά τις λίστες των ευπωλήτων, ευτυχώς δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την παράλληλη ύπαρξη μιας μοντέρνας, με την έννοια του συγχρονικού, λογοτεχνίας ουσίας, που διαδραματίζεται στο εδώ και στο τώρα, χρωματισμένης με τα εκάστοτε τοπικά χαρακτηριστικά, συντονισμένα ωστόσο με τις πνοές ενός αέρα Ευρώπης (και αυτό είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που αναζητάμε).
Στο πλαίσιο αυτό, το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη είναι ένα χαμηλόφωνο ιρλανδο-ισπανικό δράμα χαρακτήρων, που κατά την αφήγηση, αξιοποιεί τα τοπόσημα όχι για να περιορίσει αλλά για να απελευθερώσει κάθε είδους αναγνωστική δυναμική. Σταθερές δόσεις Μάλαγας, Κάντιθ και Κορκ με πινελιές Μαρόκου και Λονδίνου συμβάλλουν στη γεωγραφική ποικιλομορφία θέτοντας σε πλήρη λειτουργία έναν καθάριο λογοτεχνικό μηχανισμό: Στο βιβλίο του Μπάρι, —και εκεί έγκειται η δεξιοτεχνία του συγγραφέα και η υπερβατικότητα της τέχνης του— τα κακόφημα μπαρ της Ισπανίας, η ανεμοδαρμένη θέα των βράχων της Ιρλανδίας, η ματαίωση, η καταραμένη λαγνεία, η ζήλεια, δεν περιγράφονται καθαυτά αλλά μας δίδονται με τέτοιο τρόπο ώστε ν΄ ανακαλέσουν μέσα μας τα ίδια πανανθρώπινα (πρωταρχικά) συναισθήματα. Ό,τι μπορεί να περιγραφεί, περιγράφεται και ό,τι δεν μπορεί, σκιαγραφείται. Τοπίο και συναίσθημα μπλέκονται λειτουργικά μετουσιώνοντας τον χώρο σε αίσθηση και τον πόνο σε χάδι.
Οι ήρωες του —σε καμία περίπτωση άγιοι— έχουν διασχίσει κάθε είδους γεωγραφικό, ηθικό και ψυχικό φάσμα και έχουν πληρώσει το τίμημα των σκληρών επιλογών τους. Δεν τολμάμε να τους οικτίρουμε, φοβόμαστε να τους αγαπήσουμε – μπορούμε μόνο να τους συναισθανθούμε.
Με μια ποιητική πρόζα που καταλήγει σπαρακτικά μετρημένη και αποδίδεται εξαιρετικά από τον μεταφραστή, ο Μπάρι δεν διστάζει μπροστά σε τίποτε προκειμένου να προκαλέσει την ενσυναίσθηση του αναγνώστη και να τον κάνει ν΄ανατρέξει, θυμικά, στις πανανθρώπινες ρίζες του:

Τον καιρό δεν μπορούσες να τον υποτιμήσεις. Ζάρωσε τα μάτια να προστατευτεί απ’ τον αέρα. Ζάρωσε το στόμα να προστατευτεί απ’ τη βροχή. Πάρε αυτές τις εκφράσεις του προσώπου και επανάλαβε τες επί δέκα χιλιάδες φορές στη διάρκεια μιας ζωής, επί τον αριθμό των γενεών, επί τον αριθμό των περιόδων και των αιώνων της ιστορίας, και θα δεις πως αυτές σκάβουνε το δέρμα του προσώπου, εισχωρούν στην ψυχή της φυλής, προετοιμάζουν την αναίδεια της έναντι του κόσμου και την πραγματοποιούν..

Εκτός από τη λογοτεχνία του βερμπαλισμού, εκτός από τη λογοτεχνία της φαντασμαγορίας, των διδαγμάτων και της νόρμας, ο Μπάρι γενναιόδωρα μας επιστρέφει στην αρχή της τέχνης του: μας πονά, μας χαϊδεύει, μας θυμίζει, και μας προσφέρει μια γλυκόπικρη παρηγοριά.

Εν κατακλείδι, εάν κάτι καθιστά ένα λογοτεχνικό βιβλίο αριστούργημα, είναι αυτό: η ικανότητα του να μας κάνει λίγο πιο ζεστούς, λίγο πιο συγκινημένους∙ λίγο περισσότερο ανθρώπινους.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: