
Στο Μουσείο του Πράδο, στη Μαδρίτη, υπάρχει ένας δυσοίωνος, σκοτεινός πίνακας βασισμένος σε έναν ελληνικό μύθο. Ο πίνακας απεικονίζει μια γηραλέα μορφή να καταβροχθίζει ένα βρέφος. Ένας Τιτάνας, ο Κρόνος, αφού πληροφορείται από τον χρησμό πως ένα από τα παιδιά του θα του πάρει τον θρόνο, ξεκινά με μανία να τα δολοφονεί όλα. Πρόκειται για τον πίνακα του Γκόγια «Ο Κρόνος καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του». Με το ίδιο θέμα ο Ρούμπενς παράλληλα με τη μανία στο βλέμμα του γηραιού Τιτάνα αποτυπώνει και ένα είδος απέχθειας για την πράξη του, όμως τι να το κάνεις; Δεν έχει περιθώρια επιλογής. Τα παιδιά του, νομοτελειακά, πρέπει να πεθάνουν, αλλιώς θα του πάρουν την εξουσία.
Αν όπου Κρόνος βάλουμε Χρόνος, αυτόματα έχουμε μπροστά μας την τρομακτική μοίρα της ανθρωπότητας. Ό,τι γεννιέται φθείρεται, ό,τι αναπνέει πεθαίνει.
Και εδώ συνίσταται η ουτοπία ή το όνειρο των βροτών, να δοθεί την ύστατη στιγμή με κάποιον άγνωστο μέχρι τώρα τρόπο χάρη στον μελλοθάνατο. Μα είναι θνητός και ουδεμία νίκη δεν προβλέπεται από τον άνθρωπο επί του χρόνου.
Κι όμως κι εδώ η γλώσσα έρχεται να κάνει μια τρίπλα και ίσως να βγει με γκολ από τα αποδυτήρια και να αιφνιδιάσει. Αν, λέω αν, τον Χρόνο τον ονομάσουμε Καιρό και δώσουμε στον Καιρό την πρώτη του ονομασία που είναι η Ευκαιρία, τότε «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν», όπως γράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους, θα κάνουμε ό,τι και ο εκατόν χρονών γέροντας που αναφέρει ο Καζαντζάκης: φύτευε ένα δέντρο. Και όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει, αφού δεν θα προλάβει να γευτεί τους καρπούς του, εκείνος απάντησε πως το φυτεύει σαν να ήταν να ζήσει ακόμη χίλια χρόνια. Σημασία για εκείνον δεν είχε πόσο θα ζήσει, αλλά αν, φεύγοντας άφηνε κάτι για τους άλλους. Και αυτή άλλωστε είναι η φιλοσοφία της Τέχνης. Ο Χρόνος - Καιρός ως ευκαιρία δημιουργίας ως αποτύπωμα του ίχνους ενός περάσματος που αν και μια κατά κράτος νίκη του ανθρώπου επί του αφανισμού. Και αυτό ακριβώς κάνει η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου δηλώνοντας από την πρώτη κιόλας σελίδα τη σχέση της με τον Χρόνο. Είναι για εκείνην ένας αντίπαλος που θέλει κότσια για να τον αντιμετωπίσεις:
Δεν τον αψήφησα ποτέ./ Υπήρξα μέχρι αηδίας / υπάκουη./ Αναδείκνυα τις γοητευτικές / ή ανούσιες επισκέψεις του. / Ήταν ο κυνηγός / κι εγώ το θήραμα. / Ο μέγας κι εγώ ο ευτελής. / Τον κοίταζα ευθυτενώς / στα μάτια. / Η αδρεναλίνη μου /έδινε νόημα στην ύπαρξή του. // Δεν τον προσπέρασα ποτέ, / αλλά νομίζω / ταπεινά/ πως τον σημάδεψα, πως τον καθήλωσα / πολλές φορές / με το μαχαίρι / της ποίησης.
Η ποίηση της Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου ξεστομίζει τις πιο σκληρές αλήθειες και μόλις τώρα ακούσαμε τι είναι εκείνο που τρέφει τον χρόνο, τι είναι αυτό που τον συντηρεί.
Η αδρεναλίνη μου, γράφει, έδινε νόημα στην ύπαρξή του. Που σημαίνει πως ο φόβος μας τού δίνει υπόσταση. Εμείς που μιλάμε για το θηρίο το αναγκάζουμε να πάρει τη μορφή του θηρίου, προκειμένου να μη μας διαψεύσει.
Ο τρόπος τώρα ή μάλλον η μηχανή που στήνει η Μόνα, για να τα βάλει με την ακατάσχετη ροή των δευτερολέπτων, είναι να δώσει άλλη μορφή στο θηρίο. Και τα καταφέρνει. Γιατί η ποίηση για τη Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου δεν είναι απλώς λέξεις και στίχοι και ρυθμός. Είναι ένα «αλτ» ηχηρό, για να μείνει ακίνητος ο χρόνος. Τον αναγκάζει να σηκώσει τα χέρια, να της παραδοθεί. Και της παραδίδεται; Αστεία πράγματα. Κι όμως της παραδίδεται. Τον μεταμορφώνει όπως γίνεται στα παραμύθια σε κάτι άλλο. Τον κάνει στατικό και όχι πια ρέοντα και φευγαλέο. Τον σταθεροποιεί σε ύλη άψυχη όπως ένα χρηστικό αντικείμενο και άλλοτε σε ζωή που ζει αενάως και δημιουργεί.
Γράφει: Δεν μπορείς / να τον δανειστείς / Δεν μπορείς/ να τον χαρίσεις. / Δεν μπορείς / να τον κρατήσεις / κι ας είναι δικός σου / κατ’ ευφημισμόν. / Πάντα σε ροή φυγής. / Τουλάχιστον πρόλαβε / να του δώσεις / τη μορφή / έστω ενός αγγείου/ για να το γεμίζεις / νερό,/ να ξεδιψάς, / και τη μορφή / ενός πήγασου / να σε ταξιδεύει / στη ράχη του / καλπάζοντας / στους άχρονους αιθέρες. «XIII»
Επινοεί και ένα υπερόπλο για να αναχαιτίσει την ακατάσχετη ροή. Και αυτό είναι το «εδώ και τώρα» ή αλλιώς το «αδράξτε τη στιγμή στη στιγμή» με εκείνο το αίσθημα του κατεπείγοντως. Έτσι, όλα όσα πάει ο Χρόνος να τα καταβροχθίσει εκείνη τα μετατρέπει σε ποίηση. Στήνει παγίδα μέσω της γλώσσας και μνημειώνει το συμβάν, απαθανατίζει εκείνα που πάνε να εξατμιστούν. Κάνοντάς τα λέξεις τα εξαναγκάζει να στηθούν στο λευκό χαρτί, να γίνουν εικόνες ομιλούντος κινηματογράφου, να αφηγηθούν τα πάθη της ψυχής που αμαχητί δεν παραδίδεται. Η φύση είναι τόπος και ο τόπος για τη Θεοδούλου φέρει στοιχεία αιωνιότητας, ως φύση αενάως παρούσα ακόμη και μετά την απουσία μας. Ενσωματώνοντας τη μνήμη του τόπου ως καταγραφή στην ποίησή της ουσιαστικά κλέβει και την ιδιότητά του να παραμένει αιώνιος. Τα γεγονότα της ζωής της οι επισκέψεις της σε τόπους δεν είναι όπως για τους περισσότερους ταξίδια περιπλάνησης και συλλογή εικόνων σε φωτογραφικά άλμπουμ. Δεν διαθέτει φωτογραφική μηχανή κι ούτε χρησιμοποιεί το κινητό για αυτόν τον λόγο. Το φιλμ της ποιήτριας είναι η ψυχή της και η εμφάνιση των φωτογραφιών της κατοικεί στις σελίδες των βιβλίων της.
Φεύγω. / Ο τόπος είναι ο ίδιος. / Μένω κι όταν φεύγω. / Όλα επαναλαμβάνονται./ Θέλω να φύγω / και θέλω να μείνω. /Τα βουνά, το χώμα, / οι ελαιώνες / κι όταν φεύγω μου γνέφουν / θα μας βρεις / κι αλλού, / δεν θα μας αφήσεις / πίσω σου. / Τίποτα δεν μένει πίσω. / Όλα τα παίρνεις μαζί σου / κι όλα μένουν / να σημαίνουν / την παρουσία σου / στην απουσία σου. «Καθ’ οδόν προς Θράκη Ι»
Ο τόπος λοιπόν στην ποίησή της που αναφέρεται ως πατρίδα και πάλι χρόνος είναι. Χρόνος βιωμένος και χρόνος ερχόμενος, μια αλλεπάλληλη διαδοχή εικόνων που γίνεται, για να της βεβαιώσει πως το διαρκές κυνηγητό μες στις λέξεις ή αλλιώς η ανάγκη της ποίησης να συλλάβει την έμπνευση ή την ιδέα δεν είναι παρά οι άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες να συλληφθεί και να δεθεί πισθάγκωνα ο χρόνος. Όμως η ποίηση κατά την άποψή μου είναι το αείποτε διαφεύγον, γιατί ο χρόνος είναι πάντα το αείποτε διαφεύγον. Και μόνον ό,τι είναι γυμνό σώζεται ό,τι δεν φέρει φορτία απαιτήσεων και προσδοκιών.
Είναι ένα ποίημα / που φεύγει σιωπηρά./ Το συναντώ / σε κάθε νέα συλλογή / ξανά και ξανά/ και για να μην το αναγνωρίσω / φορεί άλλα ενδύματα κάθε φορά. / Νομίζω όμως / πως μου ξεφεύγει / γιατί είναι γυμνό. / Γυμνό από χρόνο./ Γυμνό από τόπο./ Ένα ποίημα πρόσφυγας./ Ένας ενεστώτας / που θρέφεται από το παρελθόν /και σαϊτεύει κάθε φορά / τη μνήμη. «IX»
Ο χρόνος για τη Μόνα Σαββίδου Θεοδούλπου δεν είναι μονάδα μέτρησης και κλεψύδρα, είναι παλμός καρδιάς που αναμετριέται με την αδράνεια, γι’ αυτό και η ποίησή της δεν είναι απλός υπαρξιακός προβληματισμός και αγωνία. Είναι νηφάλια και γενναία στάση αξιοπρέπειας και περηφάνιας απέναντι στο αμετάκλητο. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει στη συνείδησή της το αμετάκλητο ως οριστικό και τελεσίδικο. Δεν καταδέχεται να υποταχθεί στο τέλος των πραγμάτων. Όλα αενάως ανανεούνται και μέσα από τη γλώσσα ταξιδεύουν ως λέξεις και ήχοι λέξεων, ως μνήμη και απόηχος ζωής. Γνωρίζει καλά πως ό,τι δεν λέγεται στοιχειώνει την ψυχή, γι’ αυτό και εκείνη γράφει και μιλά για όλα. Για τα ταξίδια και τα πάθη του έρωτα, για την έκπτωση του γήρατος και τις φωτογραφίες που αγαπά, για την αλληλογραφία της και τις απώλειές της. Η ταυτότητά της σκιαγραφείται από τη γραφή στην οποία έχει εναποθέσει την ελπίδα να μεσολαβήσει, για να της δοθεί κάτι από την ευλογία των λέξεων. Αν μακροημερεύσουν οι λέξεις μακροημερεύει και εκείνη.
Πιστεύω στη Θεία Χάρη,/ που κουβαλούν οι λέξεις./ Πιστεύω ότι τα σημεία στίξης / μιλούν περισσότερο / από το ύψος, το ύφος και το βάρος μου./ Να μείνω ένα άγνωστο άτομο / με μια λέξη στο μέτωπο. «ΧΧΧΙ»
Ντύνεται η γραφή της τις στιγμές και μία μία τις φορά, για να μη γίνουν παλίρροια και την καταβροχθίσουν. Γιατί εκείνο που μας καταβροχθίζει δεν είναι ο χρόνος αλλά ο χρόνος που δεν βιώνεται. Ο άνεργος και ανενεργός, ο τελών εν υπνώσει και ο απωθημένος. Ως εκ τούτου τον χρόνο τον βιώνει με μια κατάφαση ζωής, λέγοντας τόσο η ποίησή της όσο και η ίδια ένα μεγάλο «ναι» στην πρόσκληση, «ναι» στο κάλεσμα των προορισμών. Ταξιδεύει και εκφωνεί χαιρετισμούς, ταξιδεύει και γίνεται η παρουσία της χρόνος βιωμένης συμμετοχής στο μυστήριο της ύπαρξης που αυθαδιάζει στον χρόνο αγνοώντας τον, προσπερνώντας τον, διαρρηγνύοντας τον μύθο, αναποδογυρίζοντας το παραμύθι, ξεσκεπάζοντας τα σύμβολα.
Ναι, υπάρχουν οι συμπληγάδες του Χρόνου και το ταξίδι στην Κολχίδα κινδυνεύει να ματαιωθεί, μόνο που η Μόνα υπακούει τυφλά στην ποίηση ή αλλιώς στον τυφλό μάvτη Φινέα που, όπως Ελύτης τη συμβουλεύει κι αυτός να κάνει άλμα γρηγορότερο από τη φθορά.
Ο Ιάσονας και οι αργοναύτες κατάφεραν να περάσουν με τη βοήθεια του περιστεριού, που τους βοήθησε να καταλάβουν ότι ήταν οφθαλμαπάτη η σύγκλιση των βράχων. Κι η Μόνα με αυτό ταυτίζεται και προχωρά αλώβητη.
[…] Νομίζω πως καταβροχθίζω τον χρόνο / σαν το τέρας του Γκόγια, / ενώ εκείνος μου βγάζει τη γλώσσα. / Ποτέ μου δεν υποκρίθηκα. / Ποτέ μου δεν ξεγέλασα κανέναν. / Δεν αρνήθηκα σε κανέναν./ Ούτε τον εαυτό μου / μπορώ να ξεγελάσω. // Τουλάχιστον να γινόμουν / το περιστέρι του Ιάσονα…«LXXVII»
Η πάλη με τον χρόνο στο βιβλίο αυτό γίνεται σώμα με σώμα. Είναι πάλη σωματική και λεκτική, πάλη υποτίμησης και χλευασμού, πάλη αναγνώρισης υπεροχής. Ο χρόνος εμφανίζεται ως θηρευτής και το θύμα άνθρωπος ως ο αμήχανος κυνηγημένος εκ προοιμίου και από χέρι ηττημένος.
Μόνο που η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου είναι ποιήτρια ανατόμος και χειρουργός, γι’ αυτό τολμά και αποκαλύπτει. Για την ακρίβεια η ποίηση τις έχει όλες τις απαντήσεις και εκείνη ξέρει καλά να την εξομολογεί.
Γράφει λοιπόν απευθυνόμενη στον αντίπαλο Χρόνο:
«Ήμουν το θήραμά σου / τόσα χρόνια./ Στοχευμένος εκφοβισμός. / Να με πατάξεις με τη φτέρνα σου./ Να με κυνηγάς / για να μην είσαι άοπλος./ Να φορείς το δέρμα μου / για να δηλώνεις κυνηγός.[…]
Πώς μπορώ να προσπεράσω τους αποκαλυπτικούς αυτούς στίχους που λένε πως ο άνθρωπος με τον φόβο του οπλίζει τον χρόνο. Που σημαίνει: Είμαστε εμείς το όπλο του, η ατομική του βόμβα που τη στρέφει εναντίον μας. Τουτέστιν: όπλο και θύμα ταυτίζονται και ή μας τινάζει στον αέρα ή, αφού μας κρατά στα χέρια, προφταίνουμε και τον ανατινάζουμε εμείς. Είμαστε εμείς ο χρόνος; Είναι η θνητή μας ουσία; Ή μήπως η ουσία μας δεν είναι θνητή αλλά μόνο το σώμα; Κι εδώ μάλλον θα διαφωνήσω με τον Μπόρχες που στο δοκίμιό του «Νέα ανασκευή του χρόνου» δηλώνει:
«Ο χρόνος είναι η ουσία απ’ την οποία είμαι φτιαγμένος. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι· είναι ένας τίγρης που με κατασπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης· είναι μια φωτιά που με αναλώνει, αλλά εγώ είμαι η φωτιά. Ο κόσμος, δυστυχώς, είναι πραγματικός· εγώ δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες».
Ίσως εντέλει η ουσία μας να είναι το άχρονο και η συλλογή αυτή να είναι μια διαμαρτυρία και ένα κάλεσμα για αντίσταση στο επερχόμενο.
Μια υψωμένη γροθιά στη σκιά του θανάτου, που μόνον ο έρωτας κι ας είναι εντέλει ατελέσφορος, μόνον η ηδονή κι ας δασύνεται όπως η ύπαρξή μας, μπορούν να τα βάλουν μαζί του. Μα η ποιήτρια και πέρα απ’ τον θάνατο ελπίζει στη νίκη της ύπαρξης επί του χρόνου της φθοράς.
Γράφει στο ποίημα «Κουστωδία»:
Στον κρόταφο έχω τα φτερά / να ξενίζω τους ξένους / με το ξένο μου σώμα.// Έχω γίνει μύρο./ Νόστου παράκληση. / Έχω γίνει αγγελική εντολή:/ Δος μου, εισβολέα/ το σώμα μου να το φορέσω./Δος μου, να το αφυπνίσω / σώμα αποξενωμένο/ βιαίως καταπατημένο/ αλλοτριωμένο/ μεταλλαγμένο/ να τού χαρίσω ξανά / το Όνομά του / να του δώσω τον κρίνο / το χαίρε ώ χαίρε / τους ουρανούς / τα κλειδιά τής Ανάστασης / ξένε.
Στην «Τυραννία του χρόνου» σε κάποιο σημείο ακούγεται και ένας υπόκωφος διάλογος με τον Εμπειρίκο, όταν έλεγε:
«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. […] Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. […] Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας».
Σημειώνει η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου:
«Πόσες αναγνώσεις / του εαυτού μας / έχουμε τη δυνατότητα /να κάνουμε / μέχρι το απόσταγμα / να είναι η αγάπη»;
Η τυραννία του χρόνου είναι το τολμηρό και άφοβο κοίταγμα στα ματιά του θηρίου. Ένα συνωμοτικό κλείσιμο ματιού στη θνητότητά μας λέγοντάς της πως πέρα από τα βιβλία και τα ονόματα, πάνω από τη δόξα και τα πάθη εκείνο που μας διασώζει και σώζεται είναι μόνον η αγάπη.