ἦμαρ χειμέριον
Γράμματα πια δε γράφει.
Σε ποιον να πει για τα παγόνια του γείτονα,
που ένα πρωινό καμάρωναν στον κήπο τους
―ο κήπος της Επαγγελίας―
εξόριστη ξέμεινε εδώ
και τα βράδια τριγυρνά
σαν χαμένη σκιά,
ανάμεσα σε σκιές,
στο καλοκουρεμένο γκαζόν,
γύρω γύρω από τις σημύδες,
τα ροδόδεντρα και τις αζαλέες,ξυστά στο τοίχο
από τα καλοκλαδεμένα κυπαρίσσια,
cupressocyparis leylandii,
μάθαινε απ’ έξω τα λατινικά ονόματα,
το μόνο που θυμάται πια,
και τα ποιήματα τα ξέχασε και αυτά
ούτε στη χώρα που ’ναι οι ποιητές
δεν θέλει πια να πάει·
τι να σου κάνει η ποίηση
σε αυτόν το κόσμο τον σαθρό
ή στον άλλον τον κενό
Γράμματα πια δε γράφει.
Σε ποιον να πει για την εαρινή ευωδιά,
που χρόνια κυνηγάει
και σε μονοπάτια απάτητα την πάει·
σαν τον έρωτα αυτή η μοσχοβολιά
άπιαστη, αφανέρωτη, άφαντη
το κορμί διαπερνά
ποτέ δεν την ξεχνά,
κι ας έθαψε όλους τους έρωτες
και τα τρισάγια ανέκοψε,
συχνά την αιφνιδιάζει
με παράκαιρες εκδηλώσεις
χωρίς Απριλιάτικες πασχαλιές ή μαντλέν
την διαπερνά
Γράμματα πια δε γράφει.
Σε ποιον να πει για το χθεσινό σύννεφο
από το δειλινό χρυσωμένο
πεφωτισμένο·
φρέναρε για να το αποτυπώσει
στο φακό της μνήμης,
ακόμα αιωρούμενο
μες στη νεφελώδη μέρα
πάνω από τη χειμερία διάθεση,
αλλά όχι για πολύ,
οι μελαγχολικές αναλαμπές
δεν διαρκούν
στην έρημο ενός νου
χωρίς αντικατοπτρισμούς
Γράμματα πια δε γράφει.
Γατί να γράψει;
οι εξάρσεις και οι εντάσεις
κουκίδες σε μεταξωτές σελίδες
φυλαγμένες σε φακέλους
χωρίς ονόματα·
οι ηλεκτρονικές επιστολές
αποθηκευμένες και αυτέςστα υπολογιστικά νέφη·
χειμερία εποχή και νάρκη
οι ερωτικοί λόγοι
αναπαύονται εν ειρήνη
τόποι στη λήθη
Μετεωρολογικό δελτίο
Την Κυριακή έβρεξε όλη τη μέρα
―τη βρήκε απροετοίμαστη ―
και το βράδυ αγρίεψε·
κατάφερε να αποκοιμηθεί
όχι γιατί τη νανούρισε
η οργή της βροχής,
μα επειδή η μέρα
ήταν εξαντλητική
από πάσης πλευράς,
καθώς ο ουρανός
έχυνε χολή·
στις τέσσερις το πρωί,
στο φεγγίτη μια αστραπή
το φως την τάραξε
περισσότερο από τη βρoντή·
περίμενε την αυγή
χωρίς φως αυτή·
όλη η διαδρομή
μέσα από την βροχή,
με τα μάτια στυλωμένα
στις σταγόνες
που μαστίγωναν τα τζάμια,
σαδιστικά θαρρείς,
το τοπίο κοίταζε
αφηρημένα,
στην οθόνη του υπολογιστή
δεν ήθελε
να συγκεντρωθεί
το μόνο που μπορούσε να δει
ήταν το πρόσωπό της
σαν εκτόπλασμα
σε νεφελώδη μορφή
αργά το απόγευμα, διαφυγή
χάρη σε μερικές
αχτίδες επουλωτικές που
τα σύννεφα γλύκαναν
παρασιτικά·
βγήκε τρεχάτη
για τα προλάβει
την αναλαμπή
μέχρι το δασάκι
τα ακολούθησε υπνωτικά
με ευγνωμοσύνη
στη καρδιά
στο γυρισμό
ο ουρανός σκοτεινός,
το κρύο τσουχτερό
η ανεπιστημιούπολη αδειανή
στο γραφείο έμεινε αργά
στις δέκα ο φύλακας
κτύπησε την πόρτα
διακριτικά
βρέχει πάλι, της είπε
σχεδόν απολογητικά
έπρεπε έξω να τη βγάλει
τον συναγερμό να βάλει
για να απολογηθεί και αυτή
του πρόσφερε ένα σοκολατάκι
De Neuville από το κουτί,
που της χάρισαν οι φοιτητές
για να πάει καλά η χρονιά,
ευλογημένα τα παιδιά
με όνειρα πολλά·
μάζεψε τα χαρτιά της
κι απ’ το παράθυρο η βροχή,
μέσα της είδε τον εαυτό της
σαν εκτόπλασμα,
σε νεφελώδη μορφή
Αδιέξοδος
Βαδίζουμε προς το φθινόπωρο,
ακόμα ένα φθινόπωρο
για τη μελαγχολική συλλογή
κι ακόμα δεν έχουμε φωτιστεί
αποσπάσματα από το Ταό Τε Τσιγκ στον υπολογιστή,
σε νέα μετάφραση, τον δρόμο να μας δείξει·
κι ο Σιντάρτα έχει κατέβει από τα ράφια
όχι τόσο για το ίδιο,
μα για εκείνη την εποχή,
που μάθαινε ακόμη γερμανικά
κι επιμελώς υπογράμμιζε
δυσκολίες γραμματικής και φράσεις κομψές,
που έβρισκε σοφές,
απελευθερωτικές·
δάσκαλοι πολλοί
σε φαύλο κύκλο είχε μπει
μα η αναζήτηση
αυθεντική·
στα πάνω ράφια,
παρέα με τον Σιντάρτα,
μια παράξενη συναναστροφή:
Το Βιβλίο των Ψεμάτων
φθαρμένο,
ταλαιπωρημένο,
μα ο σελιδοδείχτης
στη «Μάχη των Μυρμηγκιών» ξεχασμένος·
σε παλαιοπωλείο στο Καράτσι το είχε βρει,
σε μια γωνιά, πλούτος μεταχειρισμένων βιβλίων
έφυγε με γεμάτη αγκαλιά
μερικά τα χάρισε
Το Βιβλίο των Ψεμάτων
ποτέ δεν το διάβασε
τώρα είναι αργά
τ’ απόκρυφα πια δεν αναζητά
οι μάγισσες τον φαλλό δεν λατρεύουν πια·
τα Σάββατα στον βωμό
των κακοποιημένων γυναικών