Όραμα

Ιταλικό κεραμικό (17ος αι.)
Ιταλικό κεραμικό (17ος αι.)

«Και αν είναι αλήθεια ότι ο πατέρας ζει και όχι ένα άσχημο όνειρο;» Τριβέλιζαν σκέψεις το μυαλό του. Σηκώθηκε ύστερα κάθιδρος από το κρεβάτι. Το μαξιλάρι ήταν λες και το είχε βρέξει κάποιος, από τον ιδρώτα. Όχι, όνειρο ήταν. «Ευτυχώς», είπε, που δεν ζει. Μόλις το σκέφτηκε αυτό, ντράπηκε ευθύς αμέσως. Είχε περάσει πολλά με την αρρώστια του, που τον ταλαιπώρησε για χρόνια πριν πεθάνει. Πήγε προς το μπάνιο να πλυθεί. Ο καθρέφτης έδειχνε ένα πρόσωπο ταλαιπωρημένο, με μαύρους κύκλους. Του ήρθε να φτύσει προς τη μεριά του, από ενοχές για την προηγούμενη του σκέψη. Δεν το έκανε τελικά. Σκέφτηκε πως αν τον έβλεπε ο πατέρας να το κάνει, θα στεναχωριόταν. Αφού έπλυνε το πρόσωπο και βούρτσισε τα δόντια, ξανακοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Αυτό το πρόσωπο ενός τριαντάρη που έβλεπε, άρχισε να αλλάζει. Το νεανικό δέρμα μεταμορφωνόταν σε δέρμα γέρου ανθρώπου. Ρυτίδες άρχισαν να εμφανίζονται γύρω από τα μάτια και το στόμα. Η λαμπράδα της κόρης των ματιών θάμπωσε σιγά σιγά. Το μαλλί αραίωσε και άσπρισε στους κροτάφους. Κάποιον του θύμιζε το πρόσωπο αυτό. «Μπα», σκέφτηκε, «ο πατέρας με κοιτάει από απέναντι;» Τα νεύρα του τα ένιωθε τεντωμένα καθώς τον έβλεπε. Το είδωλό του, αυστηρό και συγχρόνως ελαφρώς λυπημένο, τον κοίταζε από το υπερπέραν. Δεν μιλούσε, μόνο το βλέμμα του αρκούσε για να καταλάβει ότι κάτι δεν του άρεσε σε αυτόν. Πήγε κάτι να ψελλίσει. «Πως είναι εκεί ;» τον ρώτησε σιγανά και η φωνή χάθηκε στο μεσοδιάστημα του κόσμου αυτού με το άπειρο. Τότε τον είδε να δακρύζει. Με το χέρι του, του έδειξε προς το παράθυρο που ήταν ανοικτό. Κοίταξε προς τα έξω. Ο ήλιος έλαμπε, τα πουλιά κελαηδούσαν όμορφα και το αεράκι λίκνιζε τα κλαδιά των ελιών του κήπου. «Εκεί είναι η ζωή», του είπε το είδωλο του πατέρα. Ύστερα το πρόσωπό που έβλεπε απέναντι, καθώς το κοίταζε επίμονα, άρχισε να παίρνει ξανά την αρχική του μορφή. Εξαφανίστηκαν τα σημάδια του γήρατος και έβλεπε πάλι τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ένιωσε ανακούφιση όταν διαπίστωσε πως το όραμα εξαφανίστηκε. Ετοιμάστηκε, πήρε τα πράγματα, μια δερμάτινη τσάντα με τα έγγραφα της δουλειάς και βγήκε έξω, βιαστικά. Όχι, θα άφηνε πίσω το παρελθόν. Οι νεκροί με τους νεκρούς, σκέφτηκε. Δεν θα ανασκάλευε κι άλλο το παρελθόν. Η θέση του ήταν με τους ζωντανούς. Ο αέρας χτύπησε το μέτωπό του. Έβλεπε γύρω του τη φύση να οργιάζει. Ήταν άνοιξη.

Τον πατέρα είχε πάψει να τον βλέπει πια στον ύπνο του, ύστερα από αυτό το γεγονός. Το όραμα αυτό που είχε δει, δεν το εκμυστηρεύτηκε σε κανέναν. Γιατί να το έκανε; Θα τον περνούσαν για τρελό. Η λογική από την τρέλα, άλλωστε, απέχει ελάχιστα. Τα σκοτάδια της ψυχής είναι καλό να μην τα φέρνεις στο φως, μπορεί να μετατραπούν σε τρικυμίες και να σε καταπιούν. Καλύτερα να τα φυλάς κάπου βαθιά, στον πάτο του πηγαδιού της ψυχής σου. Κανείς να μην τα βλέπει. Δεν είναι καλό να μπλέκει το φως με το σκοτάδι.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: