Κεφάλαιο 1 ― Μετά
Μπήκαμε στο Σιδηρόκαστρο. Ντάξει, το παραδέχομαι, ήταν λίγο περίεργα. Αλλά, απ’ την άλλη, ήμουν συνηθισμένος. Σάμπως την τελευταία φορά που είχαμε έρθει δεν ήταν περίεργα; Ένα μήνα πριν: εγώ τη γούσταρα, το ήξερε ―γιατί της το ‘χα πει― αυτή με γούσταρε, το ήξερα ―γιατί μου το ‘χε πει― αλλά υπήρχε ένας γκόμενος στη μέση, κι έτσι ερχόμασταν δήθεν φιλικά. Υπήρχε κάτι το φιλικό στη σχέση μας, ναι, αλλά μέσα μου ουδέποτε αρνήθηκα την ερωτική προδιάθεση που είχε το road trip μας. Μέσα της δεν ξέρω τι γινότανε, και αμφιβάλλω πως και να ήξερε η ίδια θα παραδεχόταν την αλήθεια σε μένα ― ή τον εαυτό της.
Αυτό ήταν και το πρόβλημα. Αισθανόμουν εγώ κάτι πράγματα, σχημάτιζα την εντύπωση πως αισθανόταν κι αυτή κάτι πράγματα, και μετά μου ‘λεγε όχι. Υπήρχε ένα κενό επικοινωνίας ανάμεσά μας, και για αυτό το δεύτερο road trip μας στις Σέρρες μας έβρισκε χωρισμένους. Μαζί μιλούσαμε, χώρια καταλαβαινόμασταν. Κάπου ίσως υπήρχε κενό ειλικρίνειας ανάμεσά μας, είχα βάσιμες υποψίες.
Εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να μεταφέρει κάτι κούτες απ’ το σπίτι στο Σιδηρόκαστρο στη Θεσσαλονίκη, μου το ‘χε αναφέρει σε μια συζήτηση που ‘χαμε στο τσατ, προσφέρθηκα να την πάω με το αμάξι του πατέρα μου. Σκέφτηκα: δε βαριέσαι, αφού θες να συνεχίσετε ως φίλοι, ξεκίνα από τώρα. Μου ‘χε λείψει κιόλας, είχε κάτι το εκρηκτικό στη συμπεριφορά της και αυτό μου άρεζε πολύ, με γέμιζε.
Ε, και να σου πω και κάτι; Μ' άρεζε και η διαδρομή προς Σέρρες.
“Τώρα όλο ευθεία”, μού είπε κοιτάζοντας το gps στο κινητό, “και θα σου πω όταν…”
Στο CD έπαιζε blues. Το «Apostle» του Peter Green.
“Ρε συ, Τζέι”, έκανε.
“Έλα, αγάπη.”
Δεν αντιδρούσε αρνητικά στο αγάπη. Καλό αυτό.
“Μήπως να το κλείσουμε; Θα βάλω τα κλάματα, ας πούμε.”
Έβγαλα ένα γελάκι. Ναι, φυσικά, δεν χρειαζόταν πια να κάνει προσπάθεια μέσα της για να αγκαλιάσει τα μουσικά μου γούστα. Ούτε κι εγώ τα δικά της, άλλωστε. Αυτή η σκέψη με στεναχώρησε λίγο. Θα ‘ταν καλά να είχαμε λόγο να πλησιάσουμε κι άλλο ο ένας τον άλλον. Τώρα, ξεκρέμαστοι, οι αποστάσεις ανάμεσά μας θα μένανε ακάλυπτες, για πάντα.
“Ναι, φυσικά”, είπα, και έκλεισα το CD.
Κεφάλαιο 2 ― Πριν
Απίστευτο. Ήταν απίστευτο.
Είχε καθίσει πάνω μου. Και με φάσωνε.
Η ΝΕΛΥ.
Ήταν τόσο σουρεαλιστική η εμπειρία, που έπαθα αποπραγματοποίηση ―πώς το λένε― δεν ένιωθα τα χείλη μου, δεν ένιωθα πως ήμουν εκεί. Ήμουν και δεν ήμουν. Ενάμιση μήνα περίμενα αυτή τη φάση, ρε σεις.
Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα φιλιά, κάναμε μια αγκαλιά. Σφιχτή, στοργική. Όπως και να το κάνουμε, είχε μόλις χωρίσει, και νιώθω πως τη χρειαζόταν. Ίσως και να τη χρειαζόταν και γενικά. Κι εγώ τη χρειαζόμουν: το αδιάκοπο περπάτημα με είχε κουράσει, η μοναξιά του να παρατηρώ μόνο εγώ τη ζωή μου. Χρειαζόμουν μια αγκαλιά να ξαποστάσω. Και ειδικά τη δική της.
Τη σπάσαμε και μείναμε να κοιταζόμαστε στα μάτια.
“Νιώθω πως ήθελα να σε αγκαλιάσω πολύ καιρό τώρα”, της είπα.
Χαμογέλασε.
“Τζέι, να σου πω κάτι, και μην το πάρεις άσχημα, για καλό στο λέω.”
“Δεν παρεξηγώ, γλυκ.”
“Έχω κάποια κριτήρια για τους γκόμενους, που εσύ δεν τα πληροίς, αλλά νιώθω έλξη προς τα σένα όπως και να ‘χει.”
“Μπορώ να πω το ίδιο για σένα”, της απάντησα.
“Νιώθω πως το σύμπαν κάπως το ‘φερε αυτό, όπως το καλοκαίρι που γνωριστήκαμε με τον Κρις.”
Ο Κριστιάνο (Κρις) ήταν ο token gay κολλητός της.
Χαμογελάσαμε.
Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε.
Κεφάλαιο 3 ― Μετά
Γύρισε τρεις φορές το κλειδί, και η πόρτα άνοιξε. Μπήκα για πρώτη φορά στο σπίτι των Σερρών. Την προηγούμενη φορά που είχαμε έρθει, που ήταν κι ο Κρις, κάτι είχε μαλώσει με τη μάνα της και δεν της είχε δώσει τα κλειδιά, οπότε απλώς είχαμε κάνει βόλτα στην πόλη και γυρίσαμε αυθημερόν. Είχα περάσει πολύ ωραία τότε, κι ας φοβόμουν τι δυναμική θα μπορούσε να δημιουργηθεί με τον Κρις.
Αυτή τη φορά ο Κρις ήτανε στην Αλβανία για να βγάλει κάτι χαρτιά και δεν μπορούσε να έρθει.
Το σπίτι ήταν πάνω-κάτω, όπως το είχα φανταστεί: επαρχιακό, με παλιά έπιπλα και αίσθηση, καθώς και μια ωραία βεράντα με πολυθρόνες και σόμπα.
“Καλωσορίσατε”, είπε.
Απόθεσα την κιθάρα μου στον κοντινότερο καναπέ. Προσπεράσαμε το σαλόνι, και με οδήγησε σε ένα υπνοδωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού, όπου ήταν στοιβαγμένες κούτες επί κουτών.
“Πω, ρε μαλάκα, τώρα πρέπει όοοολες αυτές να τις ανοίξω και να επιλέξω τι θα πάρω και τι όχι.”
Η Νέλυ έφευγε Ολλανδία σε κάποιο αδιευκρίνιστο διάστημα, μεταξύ ενός και δύο μηνών. Είχε μια φίλη εκεί, και θα έμενε μαζί της όσο έψαχνε για δουλειά στον τομέα της εστίασης. Στην πραγματικότητα, δεν γούσταρε να ζει στην Ελλάδα, κυρίως δηλαδή το να δουλεύει σ’ αυτή για πενιχρούς μισθούς. Εμένα με τρέφανε οι γονείς μου και είχα την ελπίδα ότι μια μέρα θα έβγαζα τα προς το ζην παίζοντας λα μινόρε. Ναι, ντάξει.
“Θες να σε βοηθήσω κάπως;” τη ρώτησα.
“Πώς; Θα τα βγάλω όλα και θα τα εξετάσω ένα-ένα.”
“Να κάνω καφέ;”
“Είμαι σχεδόν απόλυτα σίγουρη πως έχουμε μόνο ελληνικό.”
“Μέτριο;”
“Προς γλυκό.”
“Έγινε. Ξεκίνα εσύ και στον φέρνω.”
“Θενξ,” έκανε χωρίς κάποιο σαφές συναίσθημα, και γύρισε προς τις κούτες.
Μπροστά τους φαινόταν ακόμα πιο μικρή απ’ όσο ήταν. Σκέφτηκα πως μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις της ζωής, όπως η μετανάστευση, καλή ώρα, όλοι φαινόμασταν μικροί.
Κεφάλαιο 4 ― Πριν
“Είμαι σε μια φάση που θέλω κάτι χαλαρό”, μου είπε.
Από μέσα μου γέλασα. Δεν ήθελα κάτι χαλαρό. Ποτέ δεν ήθελα κάτι χαλαρό, πόσο μάλλον με τη Νέλυ, που την είχα καψουρευτεί χοντρά. Δεδομένου του ότι θα έφευγε, βέβαια, και του ότι εγώ δεν έψηνα long distance και τέτοιες ιστορίες, δεν υπήρχε προοπτική για σχέση, αλλά και πάλι. Ήθελα το “σχέση experience”, όπως και να ‘χε. Αλλά δεν θα της το ‘λεγα.
“Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι πως αυτοί με ερωτεύονται κι εγώ τους διώχνω”, συνέχισε με κάποια αηδία.
Ναι, σίγουρα δεν θα της το ‘λεγα.
“Θέλω να σου δείξω κάτι”, είπα τελικά.
“Και κατεβάζει το παντελόνι του, λέει,” μου απάντησε και έσκασε στα γέλια.
Γέλασα κι εγώ, αλλά ήθελα να της εκφράσω κάτι εύθραυστο εκείνη τη στιγμή.
“Έλα, έλα”, τη σήκωσα.
“Τιιι”
Στηθήκαμε ο ένας κοιτώντας τον άλλον στη μέση του δωματίου.
“Κάνε μου μια αγκαλιά”, της είπα.
Με αγκάλιασε. Πέρασα κι εγω τα χέρια μου πίσω απ’ την πλάτη της. Σφίξαμε ο ένας τον άλλον. Άρχισα να κάνω μικρές κινήσεις μια προς τα αριστερά, μια προς τα δεξιά, με την Νέλυ στην αγκαλιά μου.
“Ωραίο συναίσθημα δεν είναι αυτό;” ρώτησα.
“Ωραίο είναι…”, είχε απορία πού το πήγαινα.
“Αυτό είναι το νόημα όλων αυτών των χορών που κάνω, αγάπη: το ωραίο συναίσθημα που νιώθεις στην αγκαλιά να παραμείνει εκεί καθόλη τη διάρκεια του χορού. Και στο τάνγκο, και στην κιζόμπα, και σε όλα. Το νόημα δεν είναι να κάνεις κάτι βήματα.”
Λικνιζόμασταν μαζί όσο της εξηγούσα όλα αυτά.
“Τα βήματα είναι απλώς για ποικιλία, για να μη βαριέσαι, και―”
“Αν προσπαθείς να με κάνεις να χορέψω τάνγκο, δεν θα γίνει,” με διέκοψε.
Στεναχωρέθηκα. Έκανα κάτι τόσο κακό;
“Εε… ναι,” είπα.
Μείναμε έτσι για λίγο.
“Μπορώ να φασώνω τον παρτενέρ μου;” με ρώτησε.
“Φυσικά”, είπα.
Κεφάλαιο 5 ― Μετά
“Όχι ρε φίλε”, έκανα γελώντας, μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο με τις κούτες με τον καφέ της.
Ήτανε όλα πουτάνα. Όλα. Ρούχα, αντικείμενα, τσίχλι-μπίχλι, κοσμήματα, τετράδια, καρναβαλίστικα, χαρτιά, μαλακίες ΠΑΝΤΟΥ. Είχε αδειάσει όντως τα πάντα στο πάτωμα, στο κρεβάτι, στο τραπεζάκι, όπου υπήρχε επιφάνεια. Νέλυ.
Εκείνη βρισκόταν καθισμένη οκλαδόν στη μέση του δωματίου, στο κέντρο της παραφροσύνης.
Γέλασε.
“Ε, και τι να κάνω;”
“Όντως.”
Έκανε λίγο χώρο στο τραπεζάκι παραμερίζοντας κάτι χαρτιά. Πλησίασα, προσέχοντας μη πατήσω πάνω σε τίποτε. Όπως στάθηκα από πάνω της, σκέφτηκα ―όχι, δεν σκέφτηκα, το αισθάνθηκα― να σκύψω και να της φιλήσω την κορυφή του κεφαλιού ή το σβέρκο, όπως έκανα όταν δούλευε στα βιογραφικά της, σκυφτή πάνω από ένα laptop, στο σπίτι της.
Άφησα τον καφέ στο τραπεζάκι, και περπάτησα προς την πόρτα.
“Θενκγιου”, μού ‘πε.
“Αν χρειαστείς κάτι άλλο, μου λες.”
“Ναι.”
Έβγαλα την κιθάρα απ’ τη θήκη της, κάθισα στον καναπέ, ήπια μια γουλιά απ’ τον ελληνικό μου, και έπαιξα μια λα μινόρε add9. Πάντα έτσι ξεκινούσα. Και, καθώς τα δάκτυλα έκαναν τη δουλειά τους απάνω στο ξύλο, εγώ σκεφτόμουν.
Για δες, αυτή η κοπέλα πρέπει να χωρέσει την μέχρι τώρα ζωή της σε κάτι βαλίτσες, να χωρέσει μέσα της ένα ταξίδι που δεν ξέρει εάν θα πετύχει, πόσο θα κρατήσει, τι θα σημάνει για εκείνη και την υπόλοιπη ζωή της. Χωρίς να ξέρει πώς θα είναι εκεί. Χωρίς να έχει ζήσει εξωτερικό.
Θυμήθηκα τον εαυτό μου, αμούστακο και γελοίο, πριν φύγει για Ιρλανδία. Πιο ψιλιασμένο, πριν φύγει για Βαρκελώνη. Πιο έμπειρο, και λιγότερο ενθουσιασμένο από κάθε άλλη φορά, τη δεύτερη φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω/γυρίσω Βαρκελώνη. Η ζωή του μετανάστη, στο βαθμό που την είχα βιώσει, ήταν δύσκολη, και κυρίως ψυχικά. Ήξερα πως η Νέλυ ήταν πεισματάρα, με την καλή έννοια ―με όλες τις έννοιες― αλλά δεν έπαυε να έχει τατού τη λέξη fragile στο χέρι της.
Κατά πάσα πιθανότητα θα τα κατάφερνε, και μάλλον θα τα πήγαινε και πολύ καλύτερα από μένα, αλλά όπως και να ‘χε θα δυσκολευόταν, κι ας μην το παραδεχόταν στον εαυτό της.
Η σκληρή περσόνα που έβγαζε προς τα έξω με απέτρεπε απ’ το να την λυπηθώ συνήθως, μα εκείνη τη στιγμή το ένιωσα. Το ένιωσα και έπαιξα ένα λυπητερό τραγούδι, ένα τραγούδι μετανάστευσης, και απώλειας, και ανημπόριας απέναντι στις συνθήκες.
Κι ας έβαζε τα κλάματα.
Κεφάλαιο 6 ― Πριν
Πάντα εφιάλτες τα πρώτα βράδια που κοιμόμουν στης γκόμενας. Αυτή τη φορά είχα δει αφενός ότι με χωρίζει και φλερτάρει κάτι άλλους γκόμενους μπροστά μου, αφετέρου ότι έβγαιναν κάτι τέρατα με τεράστιες οδοντοστοιχίες στη θέση κεφαλιού από ένα έλος και έρχονταν κατά πάνω μου.
Δεν έδωσα και πολλή σημασία. Με ήξερα πια: ήμουν νευρωτικός.
Τη φίλησα γλυκά και σηκώθηκα. Πήγα στο μέσα δωμάτιο και συνέχισα να διαβάζω την αυτοβιογραφία του Sidney Bechet από ‘κει που την είχα αφήσει.
Στο τέλος κάθισα και ζωγράφισα τα τέρατα που είδα στον ύπνο μου.
Κάνα τρίωρο μετά που ξύπνησα, αποφάσισα πως ήταν ΟΚ να τη σηκώσω, δήθεν φυσικά. Είχε πάει και μιάμιση η ώρα, άλλωστε. Την άρχισα στα χάδια και στα φιλιά.
“Μμμμμμμμ”, έκανε με μαχμουρλίδικη ευχαρίστηση και έβαλε το πόδι της από πάνω μου.
Το πρόσωπο μου βυθίστηκε στα καροτί μαλλιά της. Στη μυρωδιά της. Δεν με χάλαγε λίγο ακόμα χουζούρεμα.
Κεφάλαιο 7 ― Μετά
Βλέπαμε Suits στο κινητό όσο τρώγαμε το φαγητό που είχαμε παραγγείλει, καθισμένοι στη βεράντα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει.
“Δεν θες να πάμε να φάμε σε ταβέρνα;”
“Σκέφτομαι πως δεν θα προλάβω με τα πράγματα.”
Εγώ κάθε τόσο επαναλάμβανα “Harvey Spectre” με πολύ σοβαρή φωνή γιατί μου φαινόταν αστείο. “Κούκλος”, έλεγε η Νέλυ προς απάντησίν μου, το οποίο μετατράπηκε σε “Σσσσς”.
Την κοίταζα. Είχε μια από τις πιο όμορφες μύτες που είχα συναντήσει ποτέ. Και όχι μόνο. Τη θες πίσω, Τζέι; ρώτησα τον εαυτό μου. Δεν την είχες και ποτέ, μου απάντησα. Ή ίσως και να την είχα, αλλά δεν ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Συνειδητοποίησα πως ενδόμυχα πίστευα πως αγαπώντας την, θα έβγαζα από μέσα της κάτι: μια αγάπη προς τα μένα; Μια σύνδεση μεταξύ δυο ψυχών; Ξέρω ΄γω τι διάολο νόμιζα πως θα έβγαζα από μέσα της; Πάντως, δεν βγήκε στο χρόνο που άντεξα να είμαι δίπλα της.
Ναι, υπήρχε σκοπιμότητα πίσω απ’ την αγάπη μου. Φυσικά. Δεν μπορούσα όμως να προδικάσω το τι θα βγάλω στο άλλο άτομο, ούτε να το κατηγορήσω εάν αυτό που ήθελα εγώ να βγει, δεν έβγαινε.
Ναι, ήθελα να τη φιλήσω. Αλλά και πες πως τη φιλούσα, μετά τι; Και με αυτή τη σκέψη τελικά δεν το επιχειρούσα ποτέ. Τελειώσαμε το φαγητό μας, και στρίψαμε από ένα τσιγάρο.
“Νέλυ, φοβάσαι;” τη ρώτησα μετά από μερικές τζούρες.
“Τι να φοβάμαι;”
“Ε, τώρα με τις κούτες και τα λοιπά, που όλο αυτό γίνεται πιο πραγματικό.”
“Και με τα βιογραφικά πραγματικό ήταν.”
“Ναι, υποθέτω…”
“Όχι. Είναι σαν να υπάρχει ένα τείχος στο μυαλό μου πίσω απ’ το οποίο είναι όλο το άγχος και όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, και απλά δεν έρχομαι σε επαφή με αυτά. Δεν τα σκέφτομαι.”
Τώρα, πείτε μου εσείς. Στην πραγματικότητα, φοβόταν; Ποια πραγματικότητα δηλαδή ίσχυε, αυτή πίσω απ’ το τείχος, ή αυτή μπροστά; Ή και οι δύο;
Εγώ αγαπούσα τη Νέλυ πίσω απ’ το τείχος, ή έστω αυτή που καθόταν πάνω του, ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες. Η άλλη Νέλυ ήταν πολύ μακριά μου. Και μάλλον ήμουν απωθητικός στη Νέλυ μπροστά από το τείχος. Ίσως για αυτό ένιωθα τόσο συχνά ανεπιθύμητος παρά τις αγάπες που μου έκανε, παρά τα πάντα, όσο βγαίναμε. Η Νέλυ μπροστά απ’ το τείχος ήταν δυναμική, ήταν δυνατή, σκληρή, ικανή, σίγουρη, ατσάλινη. Η Νέλυ αυτή δεν είχε χώρο για την άλλη Νέλυ, τη fragile Νέλυ, με τα άγχη, τους φόβους, τα κόμπλεξ και τις στεναχώριες της, γιατί η Νέλυ μπροστά στο τείχος είχε ΔΟΥΛΕΙΕΣ, έπρεπε να πάει μπροστά, να σκίσει, να τους γαμήσει όλους κανονικά και να κάνει τη ζωάρα της. Και ένιωθα πως δεν είχε χώρο και για μένα, που η σιγουριά και η αβεβαιότητά μου δεν χωρίζονταν τόσο ξεκάθαρα. Που τα άγχη μου υπεισέρχονταν στις χαλαρές στιγμές μου, που μία το έβρισκα, μία το έχανα. Ήμουν μίξη παιδιού και ενήλικα. Ήμουν, ένιωθα, υπερβολικά γκρι για τον ασπρόμαυρο κόσμο της Νέλυς μπροστά απ’ το τείχος.
Εγώ θα ήθελα να χωρέσω τη Νέλυ πίσω απ’ το τείχος. Το παιδάκι Νέλυ. Τη fragile Νέλυ. Όμως η άλλη έμπαινε ανάμεσά μας, δεν μας άφηνε να πολυβλεπόμαστε, να πολυμιλάμε.
Καριόλα, σκέφτηκα, μου στέρησες τον εαυτό σου.
Κεφάλαιο 8 ― Πριν
“Το θέμα, Αλεξία, είναι πως εγώ δεν είμαι τόσο χαλαρός”, είπα.
“Πώς το εννοείς;” με ρώτησε η φωνή στο τηλέφωνο.
“Εε, θέλω να υπάρχει μια επικοινωνία μέσα στη μέρα, να δούμε εάν θα βρεθούμε το βράδυ, να πούμε καμιά μαλακία. Η δικιά σου απαντάει μετά από ώρες, ας πούμε. Δεν ξέρω, τι λες;”
“Το ακούω, αλλά εγώ θα έλεγα να χαλαρώσεις και να το απολαύσεις.”
“Ναι.”
Τι θα κάνεις το βράδυ, μου έγραψε.
Τελειώνω πρόβα στις εννιά.
Εγώ έχω ένα ποτάκι στις δώδεκα, αν θες βρισκόμαστε όταν τελειώσω από κει.
Κατά μία, μιάμιση;
Το βλέπω για δύο-τρεις. Είμαστε και γειτονάκια, μην ξεχνάς.
Οκ, το βλέπουμε.
Ντάξει, θα το ξενυχτούσα.
Είχε πάει τέσσερις παρά τέταρτο κι εγω ήμουν με τις πιτζάμες στο κρεβάτι, εξουθενωμένος. Το μυαλό μου άνω-κάτω. Απ’ τη μία περίμενα αγωνιωδώς μήνυμά της, απ’ την άλλη είχα ενοχληθεί που είχε πάει τόσο αργά και ακόμη δεν ήταν βέβαιο το τι θα συμβεί, ή πότε.
Τι θα κάνεις, Τζέι, αν στείλει;
Αυτή η απορία με είχε προβληματίσει την τελευταία ώρα, σε βαθμό γονάτισης. Αφενός ήθελα φουλ να τη δω, φουλ, αφετέρου ένιωθα πως θα μπορούσε τουλάχιστον να γυρίσει λίγο νωρίτερα για να με χωρέσει πιο ανθρώπινα στο πρόγραμμα, ή να μου το ακυρώσει τελείως. Επίσης, κανονικά εγώ
έπρεπε να της το ακυρώσω, γιατί αυτή η κατάσταση με τρέλαινε και η συμπεριφορά της μου φαινόταν ασεβής προς εμένα. Αλλά τη γούσταρα, ήθελα να κοιμηθούμε μαζί, και αυτό τα υποσκέλιζε όλα.
Δεν θα πας, και να σου στείλει, αποφάσισα και έκλεισα τις ειδοποιήσεις στο κινητό. Το γύρισα και face down στο κομοδίνο και έπεσα να κοιμηθώ. Φυσικά, κάθε πέντε λεπτά το κοιτούσα. Έως ότου, στις τέσσερις ακριβώς:
Ψψψψ
Έλα
Σε δέκα θα ‘μαι σπίτι
Ντύνομαι κι έρχομαι
Περπατώντας την επτάλεπτη απόσταση μεταξύ των σπιτιών μας, φορώντας τις πιτζάμες μου κάτω από μια καμπαρτίνα, γελούσα με τον σουρεαλισμό της φάσης, και επαναλάμβανα στο κεφάλι μου: ό,τι πει η Νέλυ.
Κεφάλαιο 9 ― Μετά
“Φτάνει για σήμερα”, είπε βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο-τής-πουτάνας.
Σήκωσα το κεφάλι μου από το κινητό.
“Πώς πήγε;” τη ρώτησα.
“Τα οργάνωσα σχεδόν όλα. Έκλεισα κούτες, φαντάσου. Μου μένουν λίγα πραγματάκια να τακτοποιήσω το πρωί, και μεσημεράκι φεύγουμε.”
“Μπράβο, ρε μαλάκα. Θηρίο είσαι.”
“Εσύ πώς τα περνάς εδώ; Βαρέθηκες;”
“Μπα, μια χαρά. Είδα τα κομμάτια που ήθελα, έστρωσε και η αυτοβιογραφία του Bechet, γουστάρω.”
“Ωραία.”
“Πάμε βόλτα να ξεπιαστείς;”
“Ναι, πάω μια τουαλέτα και φύγαμε.”
Πήγα και ξεκρέμασα το παλτό μου απ’ τον καλόγερο. Όσο ντυνόμουν, σκεφτόμουν την ατάκα έκλεισα κούτες. Ακόμα δεν ήμουν σίγουρος για το τι είχε συμβεί μεταξύ μας. Ούτε θα ήμουν ποτέ, ασφαλώς, αλλά, θέλω να πω, δεν είχαμε συζητήσει ποτέ τη “σχέση” ή το “χωρισμό” μας από τη νύχτα που της είπα Νέλυ, μήπως να το αφήσουμε;
Τζέι, αν περιμένεις από μένα να σου πω να μην τ’ αφήσουμε, δεν θα στο πω. Εγώ θέλω να φεύγω από αυτές τις καταστάσεις κυρία. Ούτε χρειάζεται να σου δώσω κάποια εξήγηση, ούτε εσύ σε μένα.
Και αυτό ήταν όλο.
Έκλεισα κούτες.
Δεν είναι πως θέλεις να φεύγεις απ’ τους χωρισμούς κυρία για λόγους αξιοπρέπειας. Θέλεις να φεύγεις χωρίς εξηγήσεις για να μη βιώνεις τα συναισθήματα της απόρριψης, του πένθους, της απελπισίας και της απόγνωσης που βγαίνουν στην επιφάνεια σε μια συζήτηση για το τέλος μιας σχέσης. Για να μην αντικρύσεις τη Νέλυ πίσω απ’ το τείχος.
Αυτό είχα σκεφτεί ένα βράδυ καθώς γυρνούσα σπίτι με το αμάξι. Και διάφορα άλλα, κατά καιρούς.
Επανεμφανίστηκε στο σαλόνι, πήρε το παλτό της.
“Έτοιμηηη.”
Ίσως αν έγραφα σε ένα βιβλίο όλα αυτά τα πορίσματα που είχα βγάλει για κείνη και για μας, αν άνοιγα τις κούτες της σχέσης μας και ξεδιάλεγα ένα-ένα τα πράγματα που θα έβρισκα εκεί μέσα, ίσως να μπορούσα να τις ξανακλείσω έχοντας επιλέξει τί θα πάρω μαζί μου και τι όχι. Ίσως να έκλεινα κι εγώ κούτες.
Σβήσαμε το φως και βγήκαμε απ’ το σπίτι, στην ήσυχη νύχτα του Σιδηροκάστρου Σερρών.
Κεφάλαιο 10 ― Πριν
“Σκέψου αυτό να το βλέπεις όταν είσαι 7 χρονών”, της είπα.
Ήμασταν ξαπλωμένοι αγκαλιά στο ντιβάνι στο γραφείο του πατέρα μου. Στο κινητό μου έπαιζε μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, το «The Batman Vs Dracula» του 2005. Ήθελα να της δείξω κάτι στην πρώτη σκηνή της ταινίας, όμως είχαν περάσει δέκα λεπτά και δεν είχε πει τίποτα. Πάτησα pause.
“Άστο”, μου είπε.
“Τι, θες όντως να το δούμε;”
“Ναι, μ’ αρέσει.”
“Αλήθεια;” ρώτησα έκπληκτος. “Δεν θα το περίμενα με τίποτα.”
“Πολλά πράγματα που νομίζεις πως ξέρεις για μένα δεν ισχύουν,” μου είπε.
Πάτησα play, με ένα παιδικό χαμόγελο στα χείλη.
Ίσως και να μπορούσε να με αγαπήσει. Κάπου είκοσι λεπτά μετά, την πήρε τηλ. ο Κρις. Κάποιο πάρτι γενεθλίων. Κάτι είχε πει να πάει.
“Άκου, επειδή θέλω να πάω και από ‘κει για κάνα σαραντάλεπτο, αλλά μ’ αρέσει κι η φάση μας εδώ, θες να σου δώσω τα κλειδιά του σπιτιού να πας να αράξεις και να τα πούμε σε καμιά ώρα;”
Ήταν δύο το βράδυ.
“Ε… ναι, μέσα.”
Αυτό με έκανε να νιώσω λίγο περίεργα, απ’ την άλλη το ότι μου εμπιστευόταν τα κλειδιά τού σπιτιού της ήταν πολύ κολακευτικό.
“Και κάνα εικοσάλεπτο να ανέβω με το πατίνι, τα λέμε στις τρεις,” είπε.
“Τρεισήμισι δηλαδή.”
“Σταμάτα.”
Μπήκα σπίτι της, έβγαλα το τζάκετ μου, άναψα το θερμαντικό σώμα στο δωμάτιό της. Στην κουζίνα, ένας ατελείωτος σωρός από άπλυτα. Κάποια είχαν αναπτύξει μούχλα, όντως. Θα ‘ταν ωραία να γυρνούσε και να τα έβρισκε όλα πλυμένα, σκέφτηκα. Έβαλα τάνγκο να παίζει στα ακουστικά, και άρχισα να πλένω με κρύο νερό ― δεν είχε ζεστό.
Τρεισήμισι ακριβώς με πήρε κλήση να της ανοίξω. Η Νέλυ δυσκολευόταν με το χρόνο, γενικά. Ήξερα πως είχε προσπαθήσει για να έρθει ακριβώς.
“Πλάκα κάνεις”, είπε όταν είδε τον πάγκο της κουζίνας να αστράφτει. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. “Δεν το πιστεύω ότι τα έπλυνες όλα…”
Είχαμε, και οι δυο, προβεί σε πράξεις καλής θελήσεως εκείνη τη νύχτα. Ένα είδος συμφωνίας.
Στο κάτω-κάτω, μου άρεσε να πλένω πιάτα.
Κεφάλαιο 11 ― Μετά
Περπατούσαμε μέσα στο σκοτάδι. Στο χέρι μου, η πλαστική σακούλα με τις Estrella και τα πατατάκια που είχαμε πάρει απ’ το μίνι μάρκετ (και κάτι κεκάκια που ήθελε αυτή ― γουρουνιά). Η Νέλυ λίγο μπροστά μου, με τον κόκκινο σκούφο της να μου θυμίζει τότε που την έλεγα κοκκινοσκουφίτσα και στράβωνε.
“Ξέρεις, νιώθω πως έχω καταλάβει κάτι για σένα”, είπα στα κουφά. “Δεν είναι διόλου περίεργο, στην πραγματικότητα, που έχεις χτίσει αυτήν την σκληρή περσόνα και που λειτουργείς μέσα από αυτό το spirit, γιατί έζησες μια ζωή δύσκολη από κάποιες πλευρές και έμαθες να παλεύεις για αυτά που θέλεις και θεωρείς πως δικαιούσαι.”
“Πάλι αυτό με τα spirits?”
Με εκνεύρισε η απάντηση της. Ότι όλο αυτό που είπα ήταν άστοχο;
“Σου έχω πει, δεν πιστεύω στα spirits.”
“Δεν έχει να κάνει με το αν πιστεύεις σε αυτά ή όχι. Σημασία έχει ποια είναι η πραγματικότητα.”
“Και ποια είναι η πραγματικότητα, Ιάσονα;”
“Ότι κρύβεσαι πίσω απ’ το δάχτυλό σου.”
Γύρισε και με κοίταξε λοξά, χωρίς να πει τίποτα.
“Νομίζεις ότι το να γίνεις σκληρή σημαίνει να αποσυνδεθείς από τα συναισθήματά σου ή το να βρεις τρόπους για να μην τα αντιμετωπίζεις ποτέ,” συνέχισα. “Η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Η ζωή τσακίζει και τους πιο δυνατούς, και εκεί, στο τσάκισμα, χρειάζεσαι φίλους, όχι σκληράδα. Μην νομίζεις πως ακόμα και με όλη τη σκληράδα του κόσμου θα πάψεις να είσαι άνθρωπος.” “Δεν σκοπεύω να πάψω να είμαι άνθρωπος. Αρχικά, νιώθω πως είμαι εντελώς ανθρώπινη και δεν κρύβομαι απ’ τα συναισθήματά μου, μια χαρά τα βιώνω. Απλώς, τα διαχειρίζομαι πολύ καλά και δεν με κατακλύζουν.”
“Χωρίς να το καταλαβαίνεις, ωστόσο, σε κινεί ένα αλαζονικό spirit παντοδυναμίας, που δεν είναι παρά μια άμυνα απέναντι στο αίσθημα αδυναμίας που νιώθεις κατά τα άλλα.”
“Εσύ νομίζεις ότι μέσα σε είκοσι μέρες που βγαίναμε τα έχεις καταλάβει όλα για μένα;”
“Ναι,” της απάντησα για σπάσιμο.
“Εγώ λοιπόν ξέρεις τι λέω; Ότι εσύ, και όχι μόνο εσύ, δεν μπορείς να διαχειριστείς μια δυναμική γυναίκα που κυνηγάει τα όνειρά της, αντί να κάθεται στον καναπέ υποταγμένη, να υφίσταται τον κάθε μαλάκα. Και αντί να σηκωθείς να στείλεις κάνα μέιλ σε κάνα φεστιβάλ, αντί να κάτσεις να σκεφτείς γιατί σε κομπλάρει τόσο το ότι είμαι χαλαρή, αντί να πας να κάνεις μια ψυχοθεραπεία να σε βοηθήσει με το άγχος σου, αντί να αναλογιστείς γιατί ένιωθες τόσο ανεπαρκής απέναντι σ' εμένα και ότι σε έκρινα, χωρίς να ισχύει, κάθεσαι και βγάζεις συμπεράσματα για τη δικιά μου ψυχοσύνθεση, που με ξέρεις λιγότερο από τρεις μήνες συνολικά.”
“Χωρίς να ισχύει;” είπα με εμφανή σαρκασμό.
“Δεν σου ‘χα πει πολλάκις ότι σε θεωρώ στο ίδιο επίπεδο με μένα, ή και ανώτερο σε ορισμένα πράγματα; Ότι σε σέβομαι;”
“Μου το ‘χες πει.”
“Άρα;”
“Δεν το ένιωθα.”
“Ρε φίλε,” είπε και τίναξε τα χέρια προς τα κάτω. “Σε γούσταρα. Απ’ την αρχή. Όταν σου λέει η άλλη έγραψα τετράστιχο για το πόσο μ’ άρεσες, εσύ τι καταλαβαίνεις; Γιατί δεν μπορείς να ξεκολλήσεις το κεφάλι σου και να το καταλάβεις;”
“Δεν είναι τόσο απλό. Υπεραπλουστεύεις, όπως συνηθίζεις.”
“Μα κάποια πράγματα δεν χρειάζονται Ανώτερη Φιλοσοφία. Δηλαδή πες μου, πόσο ήθελες να σε γουστάρω; Τι ήθελες; Να σ’ αγαπάω απ’ τον πρώτο μήνα;”
“Δεύτερο.”
“Και να σου πω και κάτι; Τη μέρα που το σπάσαμε, εγώ ήμουν έτοιμη να σου πω πράγματα.”[12] [13]
Το ύφος μου άλλαξε απότομα.
“Τι πράγματα;”
“Ότι και για μένα ψιλοτελείωνε η φάση.”
Είχαμε σταματήσει να περπατάμε εδώ και κάποιο διάστημα.
“Μα, τότε γιατί το αρνήθηκες όταν σου είπα πως νιώθω μια απόσταση μεταξύ μας;”
“Γιατί αυτό ήταν το πρόβλημα.”
Συνεχίσαμε να περπατάμε σιωπηλοί.
“Ξέφυγες πολύ άσχημα,” μου είπε. “Δεν θα πας μπροστά στη ζωή σου αν δεν συνυπολογίζεις τα συναισθήματα των άλλων, όταν μιλάς. Δεν μπορείς να έρχεσαι και να μου λες ‘ξέρω ποια είσαι’ και να με βάζεις στη θέση να κάνουμε ντιμπέιτ περί αυτού.”
Καταλάβαινα τη θέση της. Και μένα αν ερχόταν ο οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον μια πρώην μου και μου έλεγε πως με έχει ψυχαναλύσει και θα μου αποκάλυπτε την Απόλυτη Αλήθεια για το ποιος ήμουν, και δίκιο να είχε σε ό,τι έλεγε, μάλλον θα στράβωνα. Πιθανόν άσχημα. Ωστόσο…
“Εγώ έτσι κάνω στις σχέσεις μου, Νέλυ. Δεν τα λέω αυτά για να σε πληγώσω. Τα λέω γιατί πάνω απ’ τα συναισθήματά σου, και αυτά του οποιουδήποτε, βάζω την αναζήτηση της αλήθειας και την πραγματικότητα. Έχω εξελιχθεί πολύ μέσα από αντίστοιχες επίπονες κουβέντες με φίλους μου.”
“Ναι, στο βωμό της Πραγματικότητας θυσιάζεις και ισοπεδώνεις τον άλλον. Εδώ η πραγματικότητα σε κοιτάζει στα μάτια και συ την αρνείσαι και μιλάς για ανώτερα spirits πάλι.”
Μου φάνηκε λίγο ειρωνικό που μου απάντησε αυτό το πράγμα.
Μπήκαμε στην αυλή του σπιτιού. Η Νέλυ επιτάχυνε το βήμα της, ξεκλείδωσε και χάθηκε στο εσωτερικό του. Εγώ επιβράδυνα, κι όταν εν τέλει έφτασα στις πολυθρόνες της βεράντας, έκατσα, άνοιξα τις μπίρες, και άρχισα να στρίβω δύο τσιγάρα.
Κεφάλαιο 12 ― Πριν
Παραμερίσαμε το τραπέζι του σαλονιού για να έχουμε χώρο.
“Ωραία, πρόσεξε,” της είπα. “Πάει: πλάι-μπρος-πλάι-πίσω, και μετά απ’ την αρχή.”
Και έδειξα τις κινήσεις της ντάμας.
“Κατάλαβες;”
“Το ‘χω. Πάμε,” είπε.
Πιαστήκαμε αγκαλιά και προσπαθούσαμε να κάνουμε γύρο. Δεν τα πήγαινε άσχημα, κι ας μην είχε ξαναχορέψει ποτέ στη ζωή της τάνγκο. Και, τώρα που το σκεφτόμουν, της έβαλα της καημένης μια αρκετά τεχνική κίνηση, άλλο που στο μυαλό μου ήταν απλή. Προσπαθεί, σκέφτηκα, για μένα.
Σταματήσαμε.
“Τώρα θα σου δείξω εγώ τη χορογραφία που κάναμε σήμερα στο heels.”
“Μέσα,” είπα ενθουσιασμένος.
Και καθόμασταν στις δύο το βράδυ και μου έδειχνε τη χορογραφία και την κάναμε μαζί. Έπεφτα στο πάτωμα, τέντωνα κουντεπιέ, τιναζόμουν με κοιλιακό, όλα. Και γούσταρα. Γούσταρα που μπορούσα και έπαιζα με το άλλο παιδάκι. Εξέπληξα και τον εαυτό μου: το παιχνίδι με τα άλλα παιδάκια συχνά μου ήταν πολύ δύσκολο, αλλά αυτή τη φορά μου έβγαινε φυσικά.
Τελειώσαμε τη χορογραφία με κάποια εκθαμβωτική πόζα και γελάσαμε μαζί.
Στεκόμουν μόνος στο δωμάτιό της, αγναντεύοντας την πόλη απ’ το παράθυρο. Στα ακουστικά μου έπαιζε τάνγκο, και μοναδικός φωτισμός στο δωμάτιο ήταν το φεγγάρι και το θερμαντικό σώμα που είχα ανάψει για να γυρίσει σε ζεστό δωμάτιο. Το σώμα ζέσταινε μαζί με τον χώρο και την ψυχή μου. Ήμουν σε ένα ωραίο μέρος, και γεωγραφικά, και στη ζωή μου.
Μπήκε στο δωμάτιο φορώντας ένα λευκό μπουρνούζι με κουκούλα.
“Χαχαχα,” έκανα.
“Τιιι”
“Είσαι πολύ αστεία με το μπουρνούζι.”
“Δεν είμαι αστεία!”
Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Αγκαλιαστήκαμε και αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Κάποια στιγμή έσπασε το φιλί και με κοίταξε.
“Αναρωτιέμαι, καμιά φορά… Αυτός ο τύπος ― γιατί με γουστάρει; Δεν του ‘χω μαγειρέψει, δεν τον έχω βγάλει ρομαντικό date… Άρα πρέπει να με γουστάρει για κάτι που έχει χτίσει στο μυαλό του.”
Μέσα στο σκοτάδι, σαν να μπορούσα να τη δω καλύτερα.
“Κοίτα, σίγουρα θα το εκτιμήσω αν μου μαγειρέψεις ή αν με βγάλεις date,” της είπα, “όμως εγώ δεν γουστάρω έτσι κόσμο. Εγώ… βλέπω ένα φως μέσα τους και νιώθω την επιθυμία, την ανάγκη, να πλησιάσω αυτό το φως, να το αγκαλιάσω.”
Έγινε μια σιωπή.
“Άντε να δω ποιος θα στο ξαναπεί αυτό”, συνέχισα.
Γέλασε.
“Πάντως, Νέλυ, δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό μεταξύ μας, αλλά, για όσο κρατήσει…”
Δυσκολευόμουν να το πω. Ήταν υπόσχεση.
“Θα ήθελα να είμαι φως στη ζωή σου.”
Με έσφιξε στην αγκαλιά της.
“Κι εγω”, είπε. “Κι εγω θέλω να είμαι φως στη δική σου.”
Αρχίσαμε τα φιλιά. Την οδήγησα στο κρεβάτι. Ξαπλώσαμε, ανέβηκα από πάνω της, έλυσα το μπουρνούζι της. Ήμουν εκεί. Ήταν όλα εκεί.
Κεφάλαιο 13― Μετά
Η σόμπα έκαιγε φωτίζοντας τη βεράντα, σε συνδυασμό με το φως που ερχόταν απ’ το σαλόνι και τις απολήξεις των τσιγάρων μας. Ήπιε από τη μπίρα της. Ήπια κι εγώ. Περίμενα.
“Με κορόιδεψες, ρε φίλε”, είπε. “Ή, βασικά, τον εαυτό σου κορόιδευες όταν έλεγες μεγάλα λόγια μέσα στο κεφάλι σου. Στο ‘χα πει εξαρχής πως σε ένα χρόνο θα βλέπεις τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Κάτι ήξερα τότε.”
Υπήρχε, φυσικά, μια αλήθεια, σε αυτά που έλεγε. Και εκ του αποτελέσματος, δηλαδή.
“Νιώθω πως ξεκίνησε λάθος η φάση εξαρχής”, είπα μετά από λίγο. “Από την αρχή, δηλαδή, ένιωθα πως δεν έχω καμία διαπραγματευτική δύναμη στη δυναμική μας. Πες γιατί σε γούσταρα πολύ περισσότερο απ’ όσο ένιωθα ότι με γούσταρες, πες γιατί συνεχώς μου έλεγες πόσο εύκολα ξενέρωνες με ανθρώπους ―που αυτό, για future reference, δεν βοηθάει τον άλλον να νιώσει άνετα στην αρχή μιας σχέσης ― πες γιατί όσες φορές προσπάθησα να συζητήσω τις ανάγκες μου μαζί σου με έλεγες περίεργο και δυσανασχετούσες. Πάντως έτσι κατέληξα να νιώθω ότι είμαι διαρκώς οριακά να σε ξενερώσω, ότι δεν υπάρχει κανένας χώρος να εκφράσω ανάγκες μου, και ότι εσύ στην τελική δεν είχες και τίποτα να χάσεις αν τελικά το σπάγαμε. Ότι δεν ψηνόσουν να προσπαθήσεις.
Και κάπου εκεί μπλέχτηκε το God complex μου, που νόμιζα πως όλο αυτό δεν είχε καμία σημασία, πως σημασία είχαν οι δικές σου ανάγκες, οι δικές σου επιθυμίες, και όσο τις κάλυπτα θα ήμουν ΟΚ. Δεν ήμουν. Πως μπορούσα να το διαχειριστώ όλο αυτό, παντοδύναμα. Δεν μπορούσα. Κάπου εκεί μπλέχτηκαν και οι ανασφάλειες και τα άγχη μου στο σεξ. Φούσκωσε πολύ όλο αυτό και ένιωθα ότι δεν σωζόταν μέσα μου από πουθενά. Λύγισα και έσπασα στο βάρος του.”
“Άκου, Τζέι. Αρχικά, δεν είναι δουλειά μου να σε κάνω να αισθάνεσαι χαλαρός στη σχέση. Ύστερα, έχοντας βγει από μια σχέση που δεν κοίταζα τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου όσο έπρεπε, πλέον έχω καταλήξει σε μια φάση που αγαπώ τον εαυτό μου και, όπως κι αν σου ακούγεται αυτό, θέλω να είμαι εγώ καλά πρώτα. Θα έκανα μια προσπάθεια, που έκανα, αλλά δεν θα τρελαινόμουν κιόλας. Ήθελα να περάσω καλά. Αν δεν είχα κι όλη αυτή την ιστορία με την Ολλανδία ίσως να προσπαθούσα περισσότερο, αλλά δεδομένης αυτής της συνθήκης δεν ήμουν διατεθειμένη να το τραβήξω περισσότερο.”
Το ήξερα, σκέφτηκα.
“Άρα, τελικά,” είπα, “και οι δυο δεν φταίξαμε;”
Ήπιε από την μπίρα της. Ήπια κι εγώ. Περιμέναμε.
Κεφάλαιο 14 ― Πριν
Το να σε χωρίζουν δύο γκόμενοι σε λιγότερο από ένα μήνα δεν πρέπει να είναι και η πιο εύκολη κατάσταση στον κόσμο. Στεκόμασταν στο δρόμο, έξω απ’ την πολυκατοικία όπου βρισκόταν το γραφείο του πατέρα μου. Εδώ και πέντε λεπτά με κοιτούσε μες στα μάτια, με ένα μίγμα θυμού και παράκλησης. Τύπου έλα, πες ότι έκανες πλάκα κι ας το ξαναπιάσουμε. Κι όμως, όσο κι αν με κοιτούσε, όσο κι αν ήταν στο χέρι μου, όσο κι αν ο ενήλικας μέσα μου μου έλεγε σώζεται η φάση, Τζέι, για το παιδάκι μέσα μου είχαν όλα τελειώσει. Φαίνεται πως το είχα καταπιέσει αρκετά, χωρίς να υπολογίζω το πού θα οδηγούσε όλη αυτή η καταπίεση. Και τελικά είχε εκφραστεί ως εξής: μπορείς και να χωρίσεις, να μη νιώθεις αυτό το τρομερό άγχος τόσο συχνά, να μη νιώθεις τόση ανασφάλεια στη συναναστροφή σας, να μη νιώθεις πως οι προσπάθειές σου για επικοινωνία των αναγκών σου εκλαμβάνονται ως βάρος ― είναι βάρος.
Στεναχωριόμουν για την κοπέλα, και για μένα που όλο αυτό θα πέθαινε τώρα, έτσι, άδοξα, στο δρόμο. Και φτου κι απ’ την αρχή, ποιος-ξέρει-πότε. Αλλά το παιδάκι μέσα μου είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά. Είχε πάρει τα ηνία και είχε αποφασίσει: Τέλος.
“Θα σε ανεβάσω σπίτι,” της είπα.
Έγνεψε.
Φιληθήκαμε.
Ξέρετε πως είναι αυτά.
Κεφάλαιο 15 ― Μετά
Καθόμουν στο πάτωμα. Ολόγυρά μου, μια πανύψηλη πυρκαγιά έκαιγε προς κάθε κατεύθυνση. Την κοίταζα ανήμπορος. Κάπως την είχα αποδεχτεί, ωστόσο. Αυτή η πυρκαγιά, ένιωθα, θα αποτελούσε διαρκή συνθήκη στη ζωή μου.
Ξαφνικά ένιωσα μια παρουσία πίσω μου. Η Νέλυ εμφανίστηκε απ’ τις σκιές και με πλησίασε. Έσκυψε από πάνω μου και πέρασε τα χέρια της από τους ώμους μου. Δεν είχε ερωτική διάθεση η αγκαλιά της, μονάχα μια διάθεση συμφιλίωσης, συν-χώρεσης. Της τάπαρα απαλά τον αριστερό βραχίονα, και μετά της χάιδεψα το σημείο στο οποίο βρισκόταν το τατουάζ: fragile.
Όταν σηκώθηκα, η Νέλυ ήταν ήδη στο υπνοδωμάτιο με καφεδάκι και δούλευε. Το δωμάτιο ήταν αγνώριστο σε σχέση με χθες το απόγεμα. Οι κούτες ήταν πίσω στη θέση τους, με εξαίρεση δύο ανοιχτές μπροστά της και κάποια ελάχιστα ρούχα και αντικείμενα στο χαλί. Είχε γίνει πολλή δουλειά.
Στάθηκα στο κατώφλι αγουροξυπνημένος, κοιτάζοντας το δωμάτιο.
“Παρακοιμήθηκες,” μου είπε με κάποια έκπληξη.
“Έτσι φαίνεται…” απάντησα με βραχνή φωνή.
“Δώσμου ένα μισάωρο-σαραντάλεπτο και έχω τελειώσει.”
“Ναι, φυσικά, πάρε τον χρόνο σου.”
Στην τουαλέτα, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Αυτός ήμουν, ε;
Βγήκα στη βεράντα. Έβαλα στα ακουστικά μου να παίζει το Yapeyú από Solo Tango Orquesta, έβγαλα τετράδιο και στυλό. Έγραψα:
Κεφάλαιο 1: Μπήκαμε στο Μικροχώρι. Ντάξει, το παραδέχομαι, ήταν λίγο περίεργα…
Φόρτωσα και την τελευταία κούτα στα πίσω καθίσματα: το πορτ μπαγκάζ είχε γεμίσει προ πολλού. Έκλεισα την πόρτα.
“That’s all”, είπα.
Μείναμε να στεκόμαστε μπροστά στο αυτοκίνητο του πατέρα μου. Την κοίταξα στα μάτια. Με κοίταξε και κείνη. Μου χαμογέλασε.
“Ιτς οκέι”, είπε.
Ναι, ίσως ήταν όντως οκέι.