«Aurore, είπα. Aurore σημαίνει να αποσιωπάς την απουσία σου, τη στιγμή που ανατέλλει η καταγωγή της παρουσίας σου»
Εξ-α-φύσεως (Ή Vertige)
Ήταν μια λογική αντίφαση
―όχι τίποτε σπουδαίο―
Ένα αίσθημα περιστροφής.
Ίσα να μην ακροβατείς επιτυχώς
Στα αυτοσχέδια σκοινιά,
Που ενώνουν παραθύρια.
Με τ' απλωμένα ασπρόρουχα.
Τα μακριά σεντόνια
Καθαρά από τον αμετάκλητο λεκέ
Της υπαγόρευσης.
Τα γυναικεία πουκάμισα με τις δαντελωτές
αποσπάσεις, τις αμφίλογες.
Να πέσεις, όταν βραδιάσει.
Πιο εύκολα κόβεται το σκοινί
Στης νύχτας τη σκηνοθεσία,
την παραστατική.
Να κάνεις πως πέφτεις ―έστω―
Τυλιγμένος σ' εκείνη τη στοίβα τη λευκή.
Κι ας πέσεις έξω ―έστω―
Δια τούτο εκείνη,
Υπό των βιοτικών πολλάκις ευπραγιών
Ονειδίζεται.
Κι αν πέσεις στου Λύκου το στόμα,
Το παραπειστικό.
Ακηδής να πεις πως έπεσες
Όχι ως ήρωας ―έχει πολλούς―
Μα ως φτερωτός του ιλίγγου οπαδός,
Στα εφικτά και άτμητα Εδάφη.
Τα αθέμιτα ― για λίγους.
Στάσιμο (Ή imbroglio)
Άξιοι γαρ, φησίν,
εξομολογήσονται τω ονόματί σου.
Ποιο απ' όλα τα περιφερόμενα.
Το δηλωθέν, το πιθανό, το αναγκαίο.
Ποιο όνομά σου.
Το πιο αδύναμο,
Το παρασυρόμενο
Από τον φλοιό του μυστικού.
Διερχόμενο από κρύπτες,
Σημεία γενικά, κι ουδέτερα πεδία.
Δι' ολίγην φανεράν αναψυχήν,
Για ένα διάλειμμα,
Για μιαν εντρέχειαν απαραφύλακτη,
Μια σκιερά ηδύτητα.
Απ' όλα τα ονόματα,
Κείνο το άσωτο, το απολωλός,
Το ντροπιασμένο.
Κείνο που στους κροτάφους του,
Ασύνδετα έφερε τις συλλαβές.
Όχι τις εύηχες.
Το όνομά σου, το κατακτημένο.
Το για τους άλλους περιττό ή απεχθές.
Το μόνο άξιο.
Σ' αυτό, εν γνώσει σου, εξομολογούμαι.
Τερτυλλιανού, η αναθάλλουσα τρυφή
Στου Φρύγιου προφήτη την κάμαρη
γονατιστός,
Ξελογιάστηκε απ' της μυρτιάς
το (σφ)ρίγος το παρθένο.
Τόσοι πολλοί
τόσο πολύ
ομίλησαν
για έρωτες και ηδονές,
που απ' την χρήση τους την τόση,
δυο ξέφτια παρακατιανά κατάντησαν.
Στις πράσινες των τυχηρών τις τσόχες.
Μανικετόκουμπα αφράστως πεταμένα
στης εξ ιδίων (αυτ)απάτης το δοχείο.
Τα σα εκ των σων.
Διὰ τὸ μηδέπω ὥσπερ εἰς ἕξιν ἐχειν
τὸ κυνηγᾶν τὰ ἀλγεινά,
οι τόσοι αφελείς,
που νόμισαν τις τσέπες τους γεμάτες.