Ας πούμε ότι δεν ξέρουμε ποιος είναι αφού και ο ίδιος, με τα χρόνια, έχει ξεχάσει. Ας υποθέσουμε πως είναι απλώς ένας μοναχικός γέρος μέσα σε μια ατέρμονη, κατατονική λίμνη. Που τον εμποδίζει ν’ αναλάβει δράση. Ας προσποιηθούμε ότι η αιτία είναι αυτή κι όχι ότι το μέσα του έχει ματαιωθεί. Είναι λοιπόν Παρασκευή του Οκτωβρίου. Τεχνητό σκοτάδι. Τη σιωπή διαπερνάνε drones βήχα. Μαύρα πανιά καλύπτουν τα παράθυρα της καλύβας. Έξω πρέπει να’ ναι μεσημέρι ― δε δικαιολογείται τόσο μαύρο. Ο γέρος, αναμαλλιασμένος κι έντρομος, κάθεται στο κέντρο της καλύβας σε μια ξύλινη καρέκλα. Πασαλείβει, όπως κάθε μέρα, τα μάτια του με τεχνητή ακτινοβολία και ύστερα λερώνει τη φανέλα του με διαφυγόντα πίξελ. Στην τηλεόραση χιλιάδες άνθρωποι διασχίζουν έναν στενό, ελικοειδή δρόμο. Πομπή μαύρων εντόμων. Αριστερά, κύματα γλείφουν την ξεραμένη άμμο. Μπροστά, ξεχαρβαλωμένες σκηνές. Στο βάθος, τσιμεντένια απολιθώματα γκρεμισμένων κτιρίων. Δορυφορικά τσιτσιρίσματα κάνουν τον ήχο συρματένιο, απωθητικό. Αλλά ο γέρος προφανώς και δεν ακούει.
Το Σάββατο θα σηκωθεί νωρίς να πάει για δουλειά. Χρόνια τώρα βγάζει το ψωμί του ως μπογιατζής. Είναι καλός στη δουλειά του και αποτελεσματικός και οι άνθρωποι γύρω του τον προτιμούν, παρότι δεν εκτιμούν τον στριφνό του χαρακτήρα. Όταν τελειώσει θα πάει για κυνήγι με τον Ισίδωρο, το πιστό του λαγωνικό. Ισίδωρος, ο ενενηκοστός έβδομος. Όλα του τα σκυλιά είχαν πάντα το ίδιο όνομα. Και τα αγαπούσε εξίσου το ίδιο. Μακριά, ο καπνός απ’ τα καμένα χόρτα υψώνει στον ουρανό τα παχουλά του δάχτυλα σαν να ζητάει βοήθεια. Το χωριό ακόμα κοιμάται όταν μαύρα βαν εφορμούν στα σπλάχνα του σαν μαινόμενοι ταύροι στην αρένα. Βοήθεια. Στο καφενείο αργότερα, κάθεται μόνος. Όπως πάντα. Οι άλλοι τον έχουν για τρελό, γελούν πίσω απ’ την πλάτη του. Οι άλλοι όμως δεν ξέρουν ποιος είναι. Σε λίγα χρόνια θ’ αναρωτηθούν μόνο πού εξαφανίστηκε ― άνοιξε η γη και τον κατάπιε, θα πουν, κι έπειτα θα τον ξεχάσουν. Πίνει aguardiente και ξεφυλλίζει την εφημερίδα. Στο πρωτοσέλιδο μια φωτογραφία. Εκεί θα ρίξει το σκουριασμένο του βλέμμα, αυτό που απλώνει κάθε φορά για ν’ αγκιστρώσει τον μακρινό του κόσμο. Χιλιάδες άνθρωποι διασχίζουν έναν στενό, ελικοειδή δρόμο. Πομπή μαύρων εντόμων. Αριστερά, κύματα γλείφουν την ξεραμένη άμμο. Μπροστά, ξεχαρβαλωμένες σκηνές. Στο βάθος, τσιμεντένια απολιθώματα γκρεμισμένων κτιρίων. Σε πρώτο πλάνο δεξιά, μια μαυροφορεμένη γυναίκα ατενίζει πλάτη τη σκηνή. Δεν βλέπεις πρόσωπο, Ασμοδαία. Αλλά ο γέρος ακόμα δεν το ξέρει. Και προφανώς, δεν ακούει αυτό που σπάει εντός του.
Τις επόμενες μέρες βλέπει κι άλλες εικόνες. Ο πόνος δουλεύει μέσα του αντίγραφα. Κάθε φορά που αντικρίζει το θλιβερό ασκέρι νιώθει τσιμπήματα στο στέρνο του. Σαν κάτι να τον εγείρει πάλι, κάτι που απέφευγε ν’ αντικρίσει (μαύρα έντομα, βασανισμένα). Δεν είναι μόνο η συμπόνια για τους άλλους. Είναι και ο βρόγχος των αδικοχαμένων του νεκρών, το βιαστικό μπάζωμα της Ιστορίας (μαύρα έντομα, βασανισμένα). Που ξαφνικά ξυπνάει και θυμώνει και σπρώχνει να βγει έξω. Κι αυτός σκουπίζει απ’ την αρχή χώματα, απορροές, οστά, αίματα, χολές, κτερίσματα, συκώτια, κίτρινα από θειούχα ορυκτά, λευκούς μόλυβδους, μαύρα κάρβουνα, πρωσικά μπλε. Με το ίδιο βρακί για μέρες, νηστικός και θυμωμένος. Έξω μπουλντόζες κτίζουν το αύριο, τελεφερίκ σε μεταφέρουν στους λόφους για το Σάμπαθ. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να υπάρχουν ανάμεσα, σαν παραβάν. Αδιάφοροι με αδιάφορα ονόματα κι αδιάφορες ζωές: Διαφωτισμός. Μαύρα βαν γδέρνουν βίαια τα μπράτσα των δρόμων. Πάνω στην ώρα. Σταματούν στη μέση της πλατείας και ξεβράζουν απ’ τα σκοτεινά τους σπάργανα νεογέννητους τουρίστες. Σε άλλες γλώσσες. Που προφανώς και δεν ακούει.
Τη νύχτα ονειρεύτηκε ότι ο ουρανός έσπασε. Πύρινα γυαλιά υδρογόνου στάζουν σαν πυγολαμπίδες πάνω στα δέντρα. Κι αυτός τρέχει, λέει, στον δρόμο αλαφιασμένος μέσα από φωτιές και αόρατα κανόνια. Ένας κουρελής ουρλιάζει στη γωνία φτύνοντας το κεφάλι μιας παιδικής κούκλας. Χωριάτες στα χωράφια ανοίγουν μοιρολατρικά τα χέρια -παραδινόμαστε, μην πυροβολείτε καθώς τους σημαδεύουν με ιπτάμενες φρέζες γαλλικά τρακτέρ. Ξυπνάει ιδρωμένος. Ξανάρχισαν οι παραισθήσεις. Οι εικόνες της τηλεόρασης μπλέχτηκαν υπερβολικά με τις εικόνες της ψυχής του. Και συνειδητοποιεί ότι ήρθε η ώρα να τα μαζέψει πάλι. Κάθε είκοσι χρόνια η ίδια ιστορία. Από τόπο σε τόπο. Πρόσφυγας κι αυτός, μαύρο έντομο. Για να μην κινήσει τις υποψίες. Πώς να εξηγήσεις στους άλλους ότι αδυνατείς να πεθάνεις; Βρικόλακας που τρέφεσαι μόνο με τα λυσσακά σου, πως να τους πείσεις ότι δεν πρέπει να φοβούνται; Και πώς να ζητήσεις να σε καταλάβουν; Ξαφνικά χτυπήματα στην πόρτα διακόπτουν τις σκέψεις του. Πλησιάζει. Σκιές κοτετσιών ξασμένες στο σκοτάδι. Αφουγκράζεται. Κανείς. Στο χωράφι απέναντι ένας τράγος μηρυκάζει απαθής το ξόρκι που ξυπνάει έρωτα στις μασχάλες των γυναικών και τις κάνει έπειτα να τρίβουν τα μεριά τους σε σκουπόξυλα. Κάτι του λέει ο τράγος. Κάτι του αναθέτει. Μια τελευταία αποστολή, ένα ύστατο μπογιάτισμα. Αλλά προφανώς δεν τον ακούει.
Την Πέμπτη ο Ισίδωρος θα εξαφανιστεί. Ο γέρος θα τρέξει θα φωνάξει θα ουρλιάξει θα γαβγίσει θα ρωτήσει γειτόνους στο καφενείο μοναχούς μάγιες στο μπαλκόνι τουρίστες δικαστές στρατιώτες μάγισσες τον είδατε; γελοίους βασιλιάδες και στρίγγλες δούκισσες νεκρές φύσεις με χρυσές τσιπούρες μήπως τον βρήκατε; λιβάδια λόφους πέτρες σύννεφα, γυρνάει κι αυτός πίσω, στη βομβαρδισμένη πόλη, τους λέει, μπορεί να τον παρέσυρε η τόση ώχρα, τους ξαναλέει. Οι άλλοι τον έχουν για τρελό, γελούν πίσω απ’ την πλάτη του. Οι άλλοι όμως δεν ξέρουν ποιος είναι. Κάποια στιγμή, ο Ισίδωρος θα γαβγίσει απελπισμένα. Ο γέρος τον μυρίζει. Χωμένος στο έλος ο Ισίδωρος ενώ φτερωτά τέρατα χαράζουν με οξύ το επερχόμενο τέλος του. Ο γέρος τον τραβάει έξω. Τον κοπανάει στη ράχη βλαστημώντας που του βγήκε τόσο αδύναμος. Κι έπειτα τον σκεπάζει με το πανωφόρι του. Θα τον πάρει στην αγκαλιά του και θα κλάψει. Θ’ αναρωτηθεί μάνα είμαι; και θα θυμηθεί τα κλάματα εκείνης της γυναίκας με τη βρόμικη καφίγια, την πονεμένη οπή των ανοιχτών χειλιών της. Και το καμένο μητρικό γάλα που έσταζε απ’ το πηγούνι της σταγόνες - σταγόνες. Η σκιά, πατέρα, η σκιά! Θα δικαιολογηθεί ο Ισίδωρος, αλλά ο γέρος προφανώς δεν άκουσε ποτέ τα λόγια ενός σκύλου. Κι ας τα καταλαβαίνει.
Τεχνητό σκοτάδι
Οι ιστορικοί τέχνης ισχυρίζονται ότι υπάρχει μια φωτογραφία που έχει τραβηχτεί από τον J. Laurent το 1874, λίγο πριν τη μεταφορά των έργων σε καμβά. Αυτήν έψαχνε όλη μέρα κι έκανε την καλύβα άνω-κάτω. Αυτή κρατάει τώρα στις φούχτες του. Αυτή του απέμεινε όταν του τα πήραν όλα. Δεν είναι ευδιάκριτη αλλά δε χρειάζεται. Όλοι είναι εδώ. Ζωντανοί και τρομαγμένοι. Θλιβεροί και αλαφιασμένοι. Όλους τους θυμάται. Να ο Μάρκος ο κιθαρίστας, ο Τσιγγάνος που οι στρατιώτες του έκοψαν τα χέρια. Και ο Διονίσιο ο τυφλός που ο δαίμονας του 'φαγε τα μάτια σαν αυγά. Να 'τος και ο Ραϊμόν ο αγαθούλης καλόγερος που έδεσε μια πέτρα στο λαιμό του και πνίγηκε στον Πάδο. Και ο Ενρίκε ο Άσχημος ή Μαύρος που οι Ιεροεξεταστές του στάξαν καυτό λάδι με χωνί στο στόμα. Να οι τρίδυμοι καμπούρηδες, ο Αλεχάντρο, ο Αντόνιο και ο Φελίπε που οι Γάλλοι τους μαστίγωναν για να διασκεδάζουν. Και ο Φέλιξ που τον κρεμάσαν γέρο σε μια γέρικη βελανιδιά. Ο Σοφρόνιο που πίστευε πως ήταν νεοσσός και μια μέρα κάλεσε τον Γρύπα για να τον θρέψει με βαθύ σκοτάδι. Και ο Πέδρο, πατάτα της γης ήταν, σκουλήκιασε απ’ τη σύφιλη. Στο κέντρο η αετίσια γκριμάτσα του Κάκου. Το τρομερό της βλέμμα που κατακλύζει το είναι σου. Και ο ύπνος της λογικής. Τα ανθρώπινα τέρατα. Τα δεινά του πολέμου. Τα ανθρώπινα τέρατα. Πομπή μαύρων εντόμων στον δρόμο της επιστροφής.
Ο πόνος στο στέρνο
Θυμάσαι τώρα;
Ξύπνα λοιπόν…
Τον λένε Φρανθίσκο. Ο Κωφός. Hijos de puta αυτοπροσωπογραφία 1795. Αυτός είναι. Ο Αλάστωρ. Στέκεται μπροστά στον τοίχο, αγέρωχος και αυθάδης όπως παλιά, μ’ όλα του τα σύνεργα: χώματα, απορροές, οστά, αίματα, χολές, κτερίσματα, συκώτια, κίτρινα από θειούχα ορυκτά, λευκούς μόλυβδους, μαύρα κάρβουνα, πρωσικά μπλε, τόσες ώχρες. Φρανθίσκο τον λένε. Κραδαίνει πινέλα, ξεσπά σε γέλια αστραπές, τραντάζει κόσμους από την αρχή. Κοντά διακόσια χρόνια, φίλοι μου, είχε να ζωγραφίσει και τώρα προφανώς
«την άκουσε» ξανά…