Το στίγμα της σπασμένης αντανάκλασης.



Με κάρφωσε στον τοίχο. Βιαστικά, όχι προσεκτικά. Τα χέρια της ήταν μελανιασμένα, αδύναμα. Το καρφί δεν μπήκε βαθιά, κι έμεινα να κλυδωνίζομαι, ώσπου κάποια στιγμή, με κόπο, κατάφερα να σταθεροποιηθώ.
Ήθελα να τη δω, να με κοιτάξει. Μα εκείνη απομακρύνθηκε βιαστικά.
Πρόλαβα και την είδα στον απέναντι τοίχο να βγάζει μια κραυγή πόνου.
Τότε, με την πρώτη ματιά, την ερωτεύτηκα.
Τώρα, κάθε φορά που στέκεται μπροστά μου, τρέμω, χωρίς σώμα, χωρίς φωνή.
Μου φτάνει που καθρεφτίζεται μέσα μου.
Ώσπου εμφανίστηκε εκείνος.
Δεν μπήκε. Όρμησε.
Η φωνή του ήταν μαστίγιο, κι εκείνη μίκρυνε, σχεδόν εξαφανίστηκε.
Την τράβηξε με βία πάνω του. Το είδωλό της έσπασε σαν φλόγα στον άνεμο.
Ήθελα να ουρλιάξω, αλλά δεν έχω στόμα.
Ήθελα να κινηθώ, αλλά δεν έχω πόδια.
Μόνο γυαλί. Και μια καρδιά, σαν στίγμα που πονάει μέσα μου.
Για να της θυμίσω ποια ήταν πριν εκείνον, της έδειχνα το πρόσωπό της δυνατό, όχι νικημένο.
Όμως αυτός συνέχισε να την χτυπά.
Κάτι μέσα μου έσπασε.
Το καρφί υποχώρησε.
Έπεσα πάνω του με όλο μου το βάρος.
Ένα θραύσμα μου, του έκοψε την καρωτίδα.
Το αίμα του έβαψε το πάτωμα.
Εκείνη δεν με πέταξε.
Με μάζεψε προσεκτικά, σαν να άξιζα.
Καθάρισε το βρόμικο αίμα, ένωσε τα κομμάτια μου, γιατρεύοντας και τα δικά
της.
Τώρα στέκομαι δίπλα στο κρεβάτι της, παίρνοντας τη θέση του.
Όταν με αγγίζει, οι ρωγμές μου δεν πονούν.
Στα μάτια της, καθρεφτίζομαι ξανά, ολόκληρος και πανέμορφος.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: