Πειραιάς-Σύνταγμα
Έφτασε στο σπίτι περασμένες 10. Κουρασμένος, όπως πάντα. Μόνος. Έβγαλε απ’ το ψυγείο το χθεσινό κοτόπουλο σούβλας –ό,τι είχε απομείνει δηλαδή– κι έφαγε ανόρεχτα, ίσα για να μη διαμαρτύρεται το στομάχι του.
Βγήκε στη βεράντα και πότισε τα βασιλικά και τις πιπεριές. Το όφειλε στον πατέρα του. Άλλα πράγματα δικά του δεν είχαν μείνει στο σπίτι. Είχε ήδη παραδώσει τα κοστούμια και τα πουκάμισα στο Άσυλο Πενήτων του Γηροκομείου, μαζί με την αναπηρική καρέκλα και τα ολοκαίνουργια ακουστικά. Κόντευε να τελειώσει και με τα υπόλοιπα: τα χαρτιά για τα χωράφια και το μισογκρεμισμένο πατρικό στη Θήβα, την εξόφληση στο Γ΄ Νεκροταφείο, την επιλογή ιδρύματος για δωρεά αντί μνημοσύνου· τα διαδικαστικά της απουσίας. Το μόνο που δεν κατάφερε να τακτοποιήσει ήταν η σιωπή. Δεν είχε αλλάξει κουβέντα με άνθρωπο όλη μέρα. Μετά την τελευταία του αποτυχία με τον υποψήφιο πελάτη, οι συνάδελφοί του τον απόφευγαν. Μύριζε ο κίνδυνος της απόλυσης, αλλά ο Παύλος δε νοιαζόταν και πολύ. Μαζί με τον πατέρα του έχασε το απάγκιο και την ισορροπία του. Λίγο τον στεναχωρούσε να χάσει κι άλλα.
Ξανάβαλε τα παπούτσια, βγήκε απ’ το σπίτι και κατευθύνθηκε στο λιμάνι. Να δει τη θάλασσα, να καταλαγιάσει η φουρτούνα μέσα του. Ήταν κιόλας μία, σχεδόν. Στην Ακτή Μιαούλη, δίπλα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, το 040 ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Ο Παύλος μπήκε στο λεωφορείο χωρίς να το πολυσκεφτεί. Ένας γέροντας στις τελευταίες θέσεις είχε ακουμπήσει το κεφάλι στο τζάμι και κοίταζε τη θάλασσα. Του θύμισε τον πατέρα του· ιδίως τις τελευταίες εβδομάδες που δεν ξυριζόταν πια. Κάθισε σε μια κοντινή του θέση, για να μπορεί να τον βλέπει.
Ένα ζευγάρι μεσήλικων στις μπροστινές θέσεις αδημονούσε.
―Οδηγέ, σε πόση ώρα φεύγουμε;
―Σε πέντε λεπτά.
Τρεις νεαροί, είκοσι χρονών βία, ανέβηκαν γελώντας και στάθηκαν όρθιοι, στη μέση. Στην πρώτη θέση ένας τύπος κουρασμένος, μαύρο γιλέκο και παντελόνι, άσπρο πουκάμισο – ίσως σερβιτόρος. Ο γέροντας δεν έπαιρνε το βλέμμα απ’ τη θάλασσα. Το λεωφορείο ξεκίνησε.
Ούτε θυμόταν ο Παύλος πόσον καιρό είχε να μπει σε λεωφορείο. Τόσα χρόνια, μόνο με το Άουντι και το εταιρικό πηγαινοέρχεται στη δουλειά, Πειραιάς - Μαρούσι και τούμπαλιν, όλες τις εργάσιμες, καμιά φορά και τα Σαββατοκύριακα. Εδώ μέσα μύριζε ιδρώτα, ανάσες, κλεισούρα· αλλά είχε ζεστασιά.
Στη Γούβα ανέβηκαν βιαστικά δυο γυναίκες, ντυμένες προκλητικά. Τα πρόσωπά τους αγέλαστα· βαμμένα κατακόκκινα χείλια, ίδιας απόχρωσης μάγουλα, σακουλιασμένα μάτια. Κατέβηκαν στο Δέλτα. Αμίλητες.
Στην Πλατεία Τερψιθέας ο σερβιτόρος βοήθησε μια γιαγιά να ανέβει, τραβώντας τη μεγάλη σακούλα της, γεμάτη άδεια κουτάκια αναψυκτικών.
Οι μεσήλικες κατέβηκαν στην Αγία Ελεούσα. Ο άντρας έστριψε γρήγορα στην Ηλέκτρας, με τη γυναίκα να προσπαθεί να τον φτάσει ασθμαίνοντας.
Ο γέροντας, στην ίδια θέση. Με τα μάτια μισόκλειστα.
Στον Άγιο Σώστη κατέβηκαν επιτέλους οι νεαροί, παίρνοντας μαζί τα γέλια και τις φωνές τους.
Το λεωφορείο έφτασε στο τέρμα. Πλατεία Συντάγματος, στην αρχή της Φιλελλήνων. Κόντευε δύο. Οι λιγοστοί μπροστινοί επιβάτες αποβιβάστηκαν. Ο Παύλος περίμενε τον γέροντα που έδειχνε απρόθυμος να σηκωθεί. «Φτάσαμε», του ψιθύρισε ακουμπώντας τον προσεκτικά στον ώμο. Εκείνος παρέμεινε απαθής. Έδειχνε να κοιμάται.
Ο Παύλος διέσχισε το λεωφορείο για να ενημερώσει τον οδηγό.
―Α, μην ανησυχείτε!, του αποκρίθηκε εκείνος. Ο καπετάνιος θα επιστρέψει μαζί μου στον Πειραιά. Κι ύστερα θα ξανάρθει στο Σύνταγμα και πάει λέγοντας. Μέχρι τις επτά, που θα ολοκληρώσω τη βάρδια.
― Μα πώς;
― Ο κύριος Στέλιος είναι παλιός ναυτικός. Το λεωφορείο μου είναι η σχεδία του, λέει. Η σχεδία της νύχτας.
Ο Παύλος επέστρεψε στη θέση του χαμογελώντας.
―Δε θα κατεβείτε κύριε; Το λεωφορείο θα ξεκινήσει αμέσως, ρώτησε απορημένος ο οδηγός.
―Θα μείνω. Άλλωστε έχω ετήσια κάρτα απεριορίστων διαδρομών· ευγενική προσφορά της εταιρείας.
Ο οδηγός σήκωσε τους ώμους και ξανάβαλε μπρος. Ένα ζευγαράκι σκαρφάλωσε απ’ την μπροστινή πόρτα, ακριβώς τη στιγμή της αναχώρησης. Καθώς περνούσε πάλι από τις ίδιες γωνίες, ο Παύλος ένιωσε πως η πόλη είχε αλλάξει λίγο. Οι στάσεις ξεχώριζαν, σαν σημαδούρες, οι φωτεινές επιγραφές των δρόμων γλιστρούσαν πάνω του και χάνονταν. Έμεινε να κοιτάζει τη νύχτα. Το λεωφορείο προχωρούσε αργά· μια σχεδία χωρίς προορισμό – μόνο κίνηση.