Ήθελα να γράψω
Ήθελα να γράψω κάτι σχετικά με το φως
που πλημμυρίζει το παράθυρό μου
ενώ το Μπρούκλιν μαθαίνει ξανά
τι σημαίνει χειμώνας.
Ήθελα να γράψω κάτι
για το ψεύτικο ουράνιο
τόξο σπασμένο σε κομμάτια
στους τοίχους της κουζίνας.
Το τσάι που διδάσκει
στον αέρα
πώς να γίνεις στερεός.
Ήθελα να γράψω κάτι
σαν «κάποια φυτά θα πεθάνουν
και κάποια θα ζήσουν
και δεν υπάρχει λόγος,
και τα φύλλα είναι πράσινα
και κίτρινα και σκέτο καφέ
και δεν υπάρχει τίποτα
να κάνεις γι’ αυτό» και
ήθελα να γράψω
πράσινα κίτρινα καφέ
σκέτο, να δεις τι εννοώ.
Επίσης κι όμως ήθελα
να γράψω απλά μηνύματα
όπως σ’ αγαπώ, σε περιμένω,
εξαφανίζομαι ― να τα δω
να σκορπίζουν στον αέρα
σαν τα μεσοπρωινά πουλιά.
Σήμερα το πρωί τα πουλιά ―
ήθελα να γράψω―
κουράστηκαν. Έφτασαν
στις τηλεφωνικές γραμμές
όπως εγώ σε αυτήν την άτυχη
χώρα, από εξάντληση.
Ήθελα να γράψω ότι σήμερα
ο ουρανός είναι ο γαλάζιος
της λησμονιάς, σχεδόν άσπρος,
αλλά το ξέχασα.
Μέσα στο φως, τα ξέχασα
όλα, εκτός από το σκοτάδι,
το φως μού θυμίζει με την ανυπόφορη
απίστευτη λάμψη του
τον σκούρο αδερφό του
που έρχεται.
Μας άρεσαν τα μικρά
μας άρεσαν τα μικρά
τα κείμενα
τα άτομα
μας άρεσαν οι μικρές
οι ελπίδες
οι γουλιές
όταν έχει κάποιος
τ’ όνομά του
ραμμένο στο στήθος
πάντα λέμε
καλημέρα
κι όταν ο ήλιος
γλίστρησε
πάν’ απ’ το άγαλμα της ελευθερίας
λες και μαχαιρωνότανε
απ’ τον πυρσό της
και τα δυο μας
είπαμε
αίμα.
Ο Τσάρλι στον αγέρα
Οι σημαίες είναι δηλητήριο.
Μόλις δεις μια σημαία θα πεις:
το χάραμα σημαία είναι.
Μάρτης γδάρτης
Δεν μπορούσες να κοιμηθείς.
Κραυγές στον δρόμο.
Θα ήταν αυτή
μια μέρα τόσο απαίσια.
Σχεδιασμένη ήτανε.
Ίσως γι’ αυτό κραύγαζαν
αυτά τα κορίτσια τα ροζέ
τα πνιγμένα στον δρόμο.
Και αυτά, την αλήθεια υποπτεύονται.
«Είχα καταφύγει εδώ και σε άλλες δύσκολες στιγμές της μάλλον ανόητης ζωής μου» — Γιάννης Μαρής
Των Ηρώων
Μακριές είναι οι μέρες,
τα μεσημέρια αργά·
χασομεράει το κρύο και
η λιακάδα χορεύει
στα παχύφυτα.
Πλατεία ηρώων,
φυσάει. Κάθε ήρωας
φουσκώνει και πέφτει.
Κάθε ήρωας θα καεί.
Στρώσε το στόμα σου
στον αγέρα, δεν ζούμε
αλλού. Φτερά στην άκρη
του ματιού μου.
Αλλού δεν ζούνε.
Θα πάω στη γωνία να δω
αν έρχομαι.
Ο έρωτας; μου είπε,
κρασί τα χέρια της.
Λευκοκόκκινα. Σα γλειφιτζούρι
ξημέρωμα. Ναι, έκανα εγώ
πλατωνικός, ας πούμε.
Πλατωνικός, μου είπε,
είναι ήδη πολύ.
Ο αγέρας σήμερα είναι
και αυτός πάρα πολύς.
Στον ώμο του τα σύννεφα
και τα σφάλματα
τα αναγκαστικά. Ο αγέρας
της Αθήνας ήτανε
υπερβολικός και για τον Σωκράτη.
Δεν αντέχεται τόση σαφήνεια και σκόνη.
Και τα περιστέρια λαχταρούν
τα νησιά που δεν θα δουν ποτέ.
Η πόλη τρώει τα ίδια της
τα παιδιά. Στην άκρη των
ματιών μας, τα φτερά.
Εξωφυλλάκι μου.
Μπουρεκάκι μου.
Σκαντζοχοιράκι μου.
Μισολεπτάκι μου.
Στα φτερά του ανέμου
ζούμε, είπα
σαν σαρδέλα
στο ασανσέρ
στο νοσοκομείο
δίχως φωνή.
Μ’ ακούσατε;
είπα.
Χάθηκες στον άνεμο σήμερα,
δεν είσαι εδώ.
Εδώ δεν είσαι, ο άνεμος
χαζολογάει και αφήνει
σκόνη στους λόφους
της Αττικής,
κλέβει τις αποδείξεις
απ’ τα τραπέζια
των ηρώων.
Αθήνα, συννεφιασμένη.
Ξύνεσαι στον λαιμό σου
λες και είναι λίστα
με όσα πρέπει να κάνεις.
Σήμερα. Στη ζωή σου.
Αν και. Δεν θα.
Απλά ο λαιμός σου λάμπει
σαν πίνακας του Ακριθάκη
στο Μουσείο Μπενάκη
Σάββατο το πρωί. Άψογος
ο καιρός. Άδεια η αίθουσα.
Και τα παλιά καταστήματα
λένε υποδημάτων
και τα νέα λένε wifi,
αιρκοντίσιον, το μέλλον
μνήμα είναι, πίστεψέ
με, μπακλαβά.
Ό,τι έμαθα από ποίηση
δεν έχει σχέση
με τη θάλασσα
του πρωιού ―
μάλλον το πρωί
θάλασσα είναι.
Και η ποίηση είναι
ότι τα κάνουμε θάλασσα
κάθε λεπτομέρεια
της ημέρας μας.
«Τι θα ήθελες να σου μαγειρέψω», με ρώτησες.
Η πλατεία λάμπει με βροχή που δεν έβρεξε.
Το περιστέρι ο τσαμπουκάς,
το περιστέρι το λεπτεπίλεπτο.
Απάντησα: «περισσότερο χρόνο να μου μαγειρέψεις».
Στη Νέα Υόρκη
δεν μπορούσα να θυμηθώ
την τελευταία φορά
που είδα το φεγγάρι.
Μου είπες ότι πήραν αέρα
τα μυαλά μου. Ε, ναι
άκου, σφυρίζουν.
Γιγαντοαφίσα είδα:
«me lastimé en Jersey»
πληγώθηκα στο Τζέρσεϊ.
Κι όμως. Στο Τζέρσεϊ
στο αεροδρόμιο κήρυσσε
ο τύπος στο κινητό του,
«Στο κάστομς αισθάνεσαι
ένα φόβο, νιώθεις μια
ανελευθερία σαν να
είσαι στη φυλακή.»
Ετοιμαζόμουνα να πω στον συνοριοφύλακα:
Πώς μπορώ να το θυμηθώ
ότι εκείνη ήτανε η χρονιά
που πέθανε η Άμπρα
αν δεν μπορώ να
αποδεχτώ ότι η Άμπρα πέθανε;
Το μυαλό φίδια βγάζει.
Σαματατζίδικα.
Χορεύουνε τα περιστέρια,
μέλι τα ράμφη τους
και στα μάτια φόνος.
Τι πρέπει να κάνουμε;
Να ξαναφτιάξουμε τ’ αστέρια;
Αυτή τη φορά, καλύτερα.
Βραδιάζει στην πλατεία.
Στην άκρη του ματιού, ένα φτερό πέφτει.
Βλέπεις τα ντόπια πρόσωπα
στα οποία ο χρόνος ο ίδιος είχε σταματήσει.
Το μπουζούκι παίζει τα φαντάσματα των
τζιτζικιών, δεν ακούω. Δεν είναι καλοκαίρι πια.
Καρδιά δεν έχω, καρδιά
δεν αντέχω. «Όχι, έλεγα,
τούτη είναι της άδολης
τέχνης, κάνει έρωτα
για τον ερώτα»
λέει ο Τσίρκας.
Απ’ το σκοτάδι η Ακρόπολη
παράγει ένα φεγγάρι.
Αύριο θα περπατήσω απ’ το νοσοκομείο
μέχρι τον Φεβρουάριο
στους δρόμους της Αθήνας
σαν απρόσμενη βροχή.
Τριαντάφυλλα και πλαστικό,
πλαστικό και τριαντάφυλλα.
Μπουμπούκια, σκουπίδια,
ταμπέλες στα παράθυρα.
Κι εγώ πωλούμαι.
Κουβεντιάζουν τ’ αστέρια
πίσω απ’ την πλάτη μου.
Οι τουρίστες μου λένε
με τα πορτοφόλια τους
ότι έχω πεθάνει κιόλας.
Τα πρόσωπά τους
ουρανοξύστες που αντηχούν.
Οι αποκριές σαν περίπτερο ·
αρνάκι μου, πάρε ό,τι θες.
Νιώθω λάδι, νιώθω
τιτίβισμα, νιώθω
απόγνωση. Το βράδυ
αστράφτει ― νιώθω
μια άγρια χαρά.
Κουβεντιάζω πίσω
απ’ την πλάτη των αστεριών.
Σκορπίσαμε, λένε τα πουλιά.
Και το κάνουνε.