Σιγά σιγά
Γέμιζε από βρεγμένους ο κόσμος
Έπεφταν απ’ τον ουρανό σαν κατακλυσμός
Ντάμες και βαλέδες σπαθί μαζί
Ένα παράξενο, βαθύ μπλε που θόλωνε τον ορίζοντα
Σώματα σαν χταπόδια
Η γη τρύπησε
Και χάνονταν οι ζωές που δεν έζησαν
Τις εξαφάνιζε διακριτικά
Η μητέρα όλων, της λήθης
Ο ένας νεκρός μετά τον άλλον
Ίδια πρόσωπα φουσκωμένα
Έπεφταν σαν φυλλαράκια λάσπης
Ενώ ο Βιβάλντι χαμογελούσε
Κάτι δεν πήγαινε καλά με τις εποχές
Σ΄ εκείνο το παράξενο μέρος που διαρκούσαν αγάλματα
Με τις προσευχές ανάποδα
Και τους κατάμεστους πεθαμένους
Τα βατράχια είχαν στήσει χορό
Και κανείς δεν πρόσεξε
Ότι κάτι έλειπε
Έλα να παίξουμε μου είπες
Έλα να τελειώσουμε τις μαργαρίτες
Σ’ αγαπώ
Δεν σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ
Δε σ’ αγαπώ
Να δεις θα βοηθήσει
Στην διατήρηση της εικόνας μας
Ως ανθρώπων
Το φιλμ γύριζε σαν τρελό
Κάποιος είχε κόψει την ταινία στη μέση
Για να την κάνει αθάνατη
Απ’ τα παράθυρα κυλούσε άρρωστη δίψα
Μανία αξίωσης για κάτι
Χωρίς καμία αξία
Η εγκυμοσύνη πήγαινε όλο και πιο λάθος
Έλα, έλα να παίξουμε
Επέμεινες
Τον τύραννο των Συρακουσών
Την Ατελή Κόλαση
Τον Δούρειο Δαίμονα της Αγάπης
Τον Βρικόλακα των Βαρβάρων
Εσύ θα δίνεις
Κι εγώ θα πίνω θα πίνω θα πίνω
Μέχρι να τελειώσει το αίμα σου
Θα πίνω
Έχω ξεχάσει τι είναι ζωή
Δεν θυμάμαι και αν το γνώριζα ποτέ
Αν μου το είχαν μάθει οι τρίαινες
Οι εγγράμματοι των δαπέδων
Δεν έχω εικόνα αν έζησα κάποτε
Αν μύρισα ποτέ το άρωμα ενός κρασιού
Ή τον ήχο μιας φυσαρμόνικας σε αργία
Αν έσβησα κάποιο κερί στο σκοτάδι
Τρέμοντας από φόβο
Με τα φτερά μου ανάπηρα
Ξέρω μόνο να υποκλίνομαι στο τέλος
Για το χειροκρότημα
Και να πίνω
Δεν έχω ζωή
Έχω μόνο γονείς, κούκλες, δορυφόρους, προτάσεις
Που ξέρουν να με σκοτώνουν καλύτερα
Γι αυτό τους αγαπάω
Και αρκετά κλεμμένα πρόσωπα από ενυδρεία
Που θα ήθελα να μου ανήκουν
Στο δωμάτιό μου υπάρχουν χιλιάδες μάσκες
Κάθε μέρα βάζω και από μια κορδέλα
Και βγαίνω στον δρόμο
Φορώντας καπέλα
Για να μην βαριέσαι την σκηνοθεσία μου
Αληθινό πρόσωπο δεν είχα ποτέ
Αυτό που νόμιζες ότι έβλεπες
Αυτό που έβλεπαν όλοι
Ήταν ταινία, βιβλίο, αρχαίο δράμα
Φόδρα στο θέατρο
Μπορεί λίγο πριν το τέλος του κόσμου
Ή πριν τις άγριες φράουλες
Ή, ακόμα καλύτερα, πριν τα Μεσάνυχτα
Από που έρχονται τα Μεσάνυχτα;
Ήθελα πολύ να είμαι πολύτιμη
Να δημιουργώ όνειρα από άμμο
Που να είναι αυτό που δεν ήμουν εγώ
Αυτό που δεν μπορούσα να γίνω
Και να γράφω βιβλία με περισπωμένες
Με περιθώρια ρίμας
Θρύψαλα κάστρα
Χωρίς όνομα
Εκείνος δεν μίλαγε
Γυρνούσαν τα γρανάζια του χρόνου παράφωνα
Εκείνη που ήταν ο κόσμος εν τέλει αποσύρθηκε
Την ρούφηξαν οι δάφνες των φαντασμάτων
Είχε φουσκώσει τόσο πολύ απ’ το αίμα
Η κοιλιά της έγινε ένα μπαλόνι γεμάτο λέξεις
Εγκυμονούσε διαρκώς άναρθρα ποιήματα
Κάποια στιγμή τρύπησε
Η λογοτεχνία δεν ήταν σωστή
Εκείνος βυθίστηκε στην παλίρροια των κυμάτων
Έπιασε ένα μολύβι να σχεδιάζει
Η επιστροφή του νερού θα συνέβαινε οριστικά
Μέσα από καθρέφτες
Στο όρος των Ελαιών
Μια μπλε ζωγραφισμένη θάλασσα πάνω στους λόφους
Με την ευγενική συγκατάθεση του Θεού
Και μερικών άδικων Αποστόλων
Τα μαλλιά του άσπρισαν από φόβο
Έγινε όλος ένα λευκό πανί
Κατάρτι
Μ’ έναν διαφανή Σταυρό πάνω του
Να γερνάει ονόματα
Τότε αποφάσισε
Να πάρει τον Σταυρό στα χέρια του
Και να τον σκοτώσει
Γιατί κανείς
Δεν ήξερε να σκοτώνει τον εαυτό του πιο τέλεια
Στις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις των άστρων
Και κανείς
Εκτός από εκείνον τον ίδιο
Δεν θα μπορούσε να μετατρέψει
Όλες αυτές τις βλάβες των λέξεων
Σε πελώριες παπαρούνες
Και να βάψει το τέλος του κόσμου
Θριαμβευτικά
Έτσι όπως αξίζει στους κρότους και τους λυγμούς
Των ποιητών
Με κόκκινα γράμματα