Τα χνότα της θάλασσας
Αν κατά μήκος της προβλήτας περπατήσεις
κάτω από φώτα που πυκνώνουν με μυγάκια,
ή αν καθίσεις σ’ ένα απ’ τα βουβά παγκάκια
που κοιτάει τις δέστρες, ψάχνοντας εξηγήσεις,
μπορεί και να σκεφτείς πως είν’ τα μαύρα φύκια
που στους κοπτήρες της ανάμεσα σαπίζουν,
οι μουλιασμένες γόπες που στριφογυρίζουν
στην κίτρινη βλέννα που σχίζουν τα καΐκια,
να πεις πως βότσαλα με πίσσα καλυμμένα
είναι τα ούλα της, ο ένας φρονιμίτης
της ένας φαγωμένος φάρος, σφηνωμένα
μπουκάλια και παπούτσια στο θυρεοειδή της—
Μάλλον το μόνο που δεν έχεις δει ακόμα
είναι στα τοξικά της σάλια ένα πτώμα.
Συκή
Κατὰ Ματθαῖον, 21:18-22
Πώς να γνωρίζει τί συμβαίνει κάθε
άνοιξη μεταξύ των κρατητήρων
και των ερινεών μου; Μα δεν του ‘ρθε
τουλάχιστον το γλίστρημα των ψήνων
κάτω από τη μελιά σκιά των φύλλων
μου να κοντοσταθεί και να ακούσει;
Έστω το λίκνισμα των ταξιανθιών
υπό υμέναιου άνεμου να νιώσει;
Ίσως ζητάω πολλά. Μπορεί η σκόνη
μες στα σανδάλια να τον ενοχλούσε.
Μπορεί ο ιδρώτας μες στα μάτια. Ίσως
κι η όλη ειρωνεία που πεινούσε,
όπως πάντα, τόσο κοντά στο τέλος.
Πάντως, δεν έπρεπε να με ξεράνει.
More pie
Όποτε μπαίνω σ’ άλλο ένα σπίτι
κι η μυρωδιά φρεσκοψημένης πίτας
γλιστρά με πειστικότητα προφήτη
πάνω απ’ τα πέταλα μιας μαργαρίτας
που περιμένει πάνω στο τραπέζι,
χαϊδεύει το μουρμουρητό του μπράντι
που μες στην πορσελάνη τρεμοπαίζει,
ίπταται με τους τρόπους του Βιβάλντι
γύρω απ’ το κάστρο που τ’ απόντα αγόρια
κατασκεύασαν πριν κανένα μήνα
και σβήνει μες στο φλογερό τοπίο
του πίνακα δίπλα στη μοβ κουρτίνα,
θυμάμαι, ίσως δίχως στενοχώρια,
ό,τι μπαγιάτικο μες στο ψυγείο.
Η κούπα σου
Μια μυρωδιά από καραμέλα που σχεδόν λιγώνει:
Η κούπα σου πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά
παρατημένη. Άρωμα βαθύ με περιζώνει
και με γυρνά προς τη ζωγραφισμένη της καρδιά.
Ένα κομμάτι της καρδιάς αγγίζει το σημείο
που και τα χείλη σου αγγίζουν όταν θες να πιεις.
Όμως το χείλος της δεν είναι πια τελείως λείο:
Μπορεί να δει κανείς την υποψία μιας ρωγμής.
Κι έτσι σε φαντάζομαι τις βαλίτσες σου να σέρνεις
και βιαστικά, με δυο πουλόβερ αγκαλιά, να βγαίνεις
προς ένα φως λιμνάζον που τα πρόσωπα λειαίνει
καθώς φτάνει το ασανσέρ. Κι η εικόνα με κρατά—
Σύντομα θα σηκωθώ. Κάποιος πρέπει να ξεπλύνει
την κούπα αυτή, να ρίξει κρύο νερό στο χείλος, στην καρδιά.
Διακοπές στο νησί
Όλη τη μέρα ο άνεμος κεντρίζει
με δηλητήρια άμμου κι αγκαθιών
τα μάτια. Μες στο βουητό σκιών
από χαλάσματα παραμονεύει
το κεντημένο πόδι που γυρίζει
στο άσπρο σούσουρο των σοκακιών
και το υπνωμένο σκίρτημα χεριών
με τσιριχτά φλογώδη αναμοχλεύει.
Τη νύχτα πάλι είναι γρύλλισμα
με σηκωμένη τρίχα που φουντώνει
στην αυλή και ξεσπά σε γάβγισμα,
ξυπνώντας το απέναντι μπαλκόνι,
ενώ τρικλίζεις πλάι στις παρυφές
γκρεμού όπου γέρνουν οι φραγκοσυκιές.
Παιδιάστικο
Ανώριμος πως είμαι επιμένεις
και με παρουσιάζεις ως παιδάκι
που τα ζελέ μιας τσούχτρας απλωμένης
πάνω στα βότσαλα μ’ ένα κλαδάκι
σκαλίζει μέχρι τα ροζ και τα μοβ της
να γίνουν μαύροι, αχνιστοί λεκέδες—
Γυρίζει μέσα μου ένας διακόπτης
και ξαναβλέπω πίσω από τις τέντες
το παραδείσιο μέσα στο κλουβί του
και το χεράκι μου να προσπαθεί
να το σηκώσει κι όλο αυτό να πέφτει.
Ήτανε κατά λάθος… Το έχω πει
μόνο σ’ έναν παλιό μου Lego κλέφτη
που με κοιτάει κάτω απ’ το σκουφί του.