Την εικοστή ενάτη Ιουλίου του έτους 2006, εκατόν πενήντα χρόνια ακριβώς από τον θάνατο του Γερμανού συνθέτη Robert Schumann βρέθηκα στο Düsseldorf ως επίτιμος καλεσμένος του μουσικού πανεπιστημίου Robert Schumann Hochschule, όπου και θα έκανα μια παρουσίαση σε σπουδαστές και καθηγητές σχετικά με τον βίο και το έργο του μεγάλου συνθέτη. Όντας ειδήμων στο μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής παρακαταθήκης του, τόσο από τις διδακτορικές μου σπουδές πάνω στη δημιουργία πορτρέτων και χαρακτήρων μέσω της σύνθεσης του Schumann, όσο και από την ενδελεχή και πολυετή μελέτη στη βιογραφία του, δεχόμουν ποικίλα καλέσματα κατά καιρούς από διεθνή συνέδρια και πανεπιστήμια. Αυτή τη φορά, είχα λάβει την πρόσκληση από τον ίδιο τον διευθυντή του πανεπιστημίου. Αποδέχτηκα μετά χαράς την πρόταση του. Ξεκίνησα να ετοιμάζω τον λόγο μου σχεδόν ένα μήνα πριν την ημέρα της ομιλίας. Είχα συλλέξει κάθε πιθανό βιογραφικό στοιχείο που έπρεπε να παρουσιάσω και, ασφαλώς, είχα ετοιμάσει τις μουσικές αναλύσεις για κάθε λογής έργο του. Από την παρέλαση της Clara και του Paganini στα Carnaval ως τις παιδικές σκηνές του Kinderszenen. Κατόπιν της ομιλίας μου θα παρακολουθούσαμε εκτελέσεις των έργων του Schumann από τους σπουδαστές και την ορχήστρα του πανεπιστημίου, ενώ το ίδιο βράδυ οι διοργανωτές θα παρέθεταν ένα πλουσιοπάροχο δείπνο για να ευχαριστήσουν όλους τους καλεσμένους που αποδεχτήκαν την πρόσκληση τους.
Έφτασα στο Düsseldorf την εικοστή ογδόη του Ιούλη με την βραδινή πτήση από Αθήνα, μία μέρα πριν την ομιλία μου. Πήρα την χειραποσκευή από το ντουλάπι, έκλεισα σφιχτά την τσάντα με τις σημειώσεις μου και κατέβηκα από το αεροπλάνο. Έφτασα στην αίθουσα αφίξεων και με γοργό βήμα βγήκα προς τα έξω. Εκεί με περίμενε ο οδηγός που είχαν στείλει από το πανεπιστήμιο, ο οποίος με χαιρέτησε με μια ιπποτική υπόκλιση του κεφαλιού, πήρε ευγενικά τις αποσκευές μου και τις κουβάλησε μέχρι το αυτοκίνητο. Μου άνοιξε την πίσω πόρτα και κάθισα αναπαυτικά. Φόρεσα τη ζώνη μου και ένα τέταρτο αργότερα αποβιβάστηκα στην είσοδο του ξενοδοχείου. Μπήκα μέσα διστακτικά, πλησίασα στη ρεσεψιόν και έδωσα την ταυτότητα μου στον καλοντυμένο υπάλληλο. Εκείνος έπιασε ένα κλειδί από το ράφι, μου το έδωσε, ανέβηκα γρήγορα στον τελευταίο όροφο και μπήκα στο δωμάτιο 412. Το δωμάτιο ήταν ζεστό, ευρύχωρο, με ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι στη μέση. Στο πάτωμα υπήρχε ένα κεντητό κεραμιδί χαλί και το ξύλο από κάτω ήταν σκούρο καφέ σε σχήμα ψαροκόκαλου. Αριστερά της εισόδου βρισκόταν το μπάνιο, ενώ μπροστά από το παράθυρο βρισκόταν ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, στο οποίο κάθισα αμέσως για να τελειοποιήσω τις σημειώσεις μου ενόψει της αυριανής ομιλίας. Πάνω στο γραφείο υπήρχε ένα πορτατίφ καλυμμένο με πράσινο αμπαζούρ, μία ασημένια πένα, ένα κουτί χαρτομάντιλα, ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό και ένα ανθρακούχο. Στην άλλη άκρη του δωματίου υπήρχε μια δερμάτινη πολυθρόνα.
Ομολογώ πως είχα ένα μικρό άγχος. Παρότι είχα δώσει δεκάδες ομιλίες σε συνέδρια και πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, η αυριανή είχε μια διαφορετική αίσθηση από τις προηγούμενες. Πιθανώς η ιστορική επέτειος του θανάτου του Schummann να μου δημιουργούσε ένα ψήγμα παραπάνω ανησυχίας. Την ώρα που ξεφύλλιζα τις σημειώσεις μου συνειδητοποίησα ότι είχα τραγικώς αμελήσει κάτι πολύ σημαντικό. Είχα ξεχάσει να συμπεριλάβω στην ιλαροτραγική περιγραφή των στιγμών παραφροσύνης του Schumann τη νύχτα εκείνη που βγήκε από το σπίτι του φορώντας μονάχα τη ρόμπα και τις παντόφλες και μετά από λίγο πήδηξε από μια γέφυρα στον παγωμένο Ρήνο, ισχυριζόμενος ότι τον κυνηγούσε το σολ δίεση. Μετά από αυτό το γεγονός, ο Schumann μεταφέρθηκε σε ψυχιατρείο του Endenich. Συμπεριέλαβα και αυτό το γεγονός στην τελική παρουσίαση και ύστερα βρέθηκα να ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα μάγουλα μου βαθιά χωμένα στην ζεστασιά του πουπουλένιου μαξιλαριού. Η επικείμενη ομιλία γαργαλούσε τις σκέψεις μου όλο το βράδυ.
Ξύπνησα με έναν ελαφρύ πονοκέφαλο, ωστόσο δεν έδωσα μεγάλη σημασία. Ζήτησα ένα παυσίπονο από τον υπάλληλο της ρεσεψιόν και προσπάθησα να χαλαρώσω έως ότου να περάσει ο πόνος. Παρότι το πρωινό του ξενοδοχείου ήταν πλουσιοπάροχο, αρκέστηκα σε μια κουταλιά ομελέτα με μπέικον και δυο κρουασάν βουτύρου συνοδευόμενα από φυσικό χυμό πορτοκάλι, δυο τζούρες καφέ με μια κουταλιά ζάχαρη και ένα ποτήρι ανθρακούχο νερό. Η μέρα κύλησε ήσυχα. Ακολούθησα τη συνηθισμένη μου ρουτίνα πριν από κάθε παρουσίαση. Πρόβαρα στον καθρέφτη του δωματίου δυο φορές την ομιλία κάνοντας μικροδιορθώσεις στο ύφος και στον τόνο της φωνής μου, έκανα ένα χαλαρωτικό μπάνιο και απόλαυσα μερικές στιγμές ανάπαυσης στην πολυθρόνα ατενίζοντας τα γκρίζα σύννεφα να κινούνται αργά στον ουρανό. Έφτασε νωρίς το απόγευμα και έπρεπε να αναχωρήσω για το πανεπιστήμιο Robert Schumann Hochschule. Καθώς έβγαζα τις πιτζάμες μου και κοιτούσα από το παράθυρο τον Ρήνο να ρέει ορμητικά ένιωσα ότι έπρεπε να αποκαταστήσω μια ιστορική ανισορροπία προτού ξεκινήσει η ομιλία μου. Συνειδητοποίησα ότι θα ήταν απαράδεκτο από μεριάς μου να συνεχίσω να διαιωνίζω το τρομερό ψέμα σε βάρος του Schumann. Έπρεπε πάση θυσία να αποκαταστήσω την χαμένη του τιμή και να αποκαλύψω σε όλους την αλήθεια. Εκεί ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι έπρεπε να βγω να ψάξω. Είχα δύο ώρες μέχρι την ομιλία μου. Έβαλα βιαστικά ότι βρήκα μπροστά μου, πήρα το σακίδιο με τις σημειώσεις μου, έχρισα τον εαυτό μου ιστορικό ντετέκτιβ και βγήκα τότε στην πόλη για να ψάξω αυτό που οι ανίκανες αρχές δεν τόλμησαν καν να αναζητήσουν εδώ και ενάμιση αιώνα. Βγήκα να το βρω το άτιμο. Να βρω αυτό το καταραμένο σολ δίεση που είχε αναγκάσει ολόκληρο Schumann να πηδήξει από την γέφυρα.
Δεν είχα ξαναπάει στο Düsseldorf. Η πόλη μου ήταν εντελώς άγνωστη. Δεν ήξερα από πού έπρεπε να ξεκινήσω το ψάξιμο. Προσπαθούσα να σκεφτώ πού θα κρυβόταν ένα σολ δίεση αφότου είχε διαπράξει ένα τέτοιο φοβερό έγκλημα. Σκέφτηκα πονηρά, όπως θα σκεφτόταν μια νότα. Αλλά δεν ήταν κανονική, ήταν δίεση. Δίεση σου λέω, μασκαρεμένη. Θυμήθηκα ότι ανάμεσα στις σημειώσεις μου είχα κάποιες παρτιτούρες. Κάθισα σε ένα παγκάκι απέναντι από το ξενοδοχείο. Όπως το περίμενα φυσικά, στις παρτιτούρες που είχα πάνω μου δεν υπήρχε πουθενά –μα πουθενά όμως– σολ δίεση. Θα ξεκινούσα τις ανακρίσεις. Φυσικά έπρεπε κάπως να περιορίσω το πεδίο της έρευνας μου για αρχή, οπότε ξεκίνησα να ρωτάω με πάρα πολλή πίεση τους γείτονες του σολ δίεση. Άρχισα από το καθαρόαιμο σολ. Ήλπιζα ότι θα σεβαστεί το καθαρό του αίμα και την αγνότητα του, αλλά μου απάντησε ρητά ότι δεν ήξερε κάτι για το που βρίσκεται το σολ δίεση. Ομοίως και το λα, όταν το ρώτησα πόσο καιρό έχει να δει τον γείτονά του μου απάντησε ότι πάει καιρός από τότε που το είδε και ό,τι όσο καιρό ζούσε δίπλα του δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα στη γειτονιά. Ομολογουμένως δε βοηθήθηκα καθόλου από όλες αυτές τις άχρηστες μαρτυρίες. Έπρεπε να σκεφτώ πιο πονηρά.
Κατηφόρισα προς το κέντρο της πόλης. Σίγουρα κάποιο στοιχείο θα έβρισκα εκεί. Καθώς προχωρούσα ο κόσμος με κοιτούσε διστακτικά και μαζευόταν. Ήταν εμφανές ότι αυτό το ύπουλο το σολ δίεση κρυβόταν κάπου στην πόλη και έσπειρε τον τρόμο. Εγώ ήμουν εδώ για το καλό τους και ας μη μπορούσαν να το καταλάβουν. Αναρωτιόμουν πού θα μπορούσε να κρύβεται. Είδα τότε ένα μαγαζί που πουλούσε μουσικά όργανα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήκα απότομα μέσα και ζήτησα στους υπαλλήλους να παραμείνουν ψύχραιμοι και ότι είμαι σε μυστική αποστολή. Ήμουν σίγουρος ότι κάπου εκεί θα είναι κρυμμένο το άτιμο. Έτρεξα τότε στο πρώτο πιάνο και άνοιξα απότομα το καπάκι για να το τσακώσω. Έντρομος είδα ότι όλα τα σολ δίεση το είχαν σκάσει. Δεν υπήρχε ούτε ένα πλήκτρο σολ δίεση. Κοίταξα όλα τα όργανα. Έγχορδα, πνευστά, πληκτροφόρα. Πουθενά δεν υπήρχε σολ δίεση. Πουθενά. Προφανώς μιλάμε πια όχι για ένα, αλλά για ολόκληρη σπείρα από σολ διέσεις. Βγήκα πάλι στον δρόμο και επέστησα την προσοχή σε όλους τους πολίτες αυτής της πόλης. Τους ανακοίνωσα ότι η πόλη τελεί υπό καθεστώς κόκκινου συναγερμού και ότι πρέπει γρήγορα να κλειστούν όλοι στα ασφαλή καταφύγια.
Έπρεπε να θέσω σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Έβαλα τις μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθήσουν. Ένα καλοκουρδισμένο σολ δίεση δονείται σε συχνότητα 415.3Hz, συνεπώς αρκεί συγκεντρωθώ και να εκπέμψω τα κατάλληλα κύματα προς πάσα κατεύθυνση, μέχρι επιτέλους να το εντοπίσω. Περπατούσα για αρκετή ώρα με τις κεραίες μου ανοιχτές, μέχρι που κάποια στιγμή έφτασε στα αυτιά μου μια μελωδία που άκουγα ξεκάθαρα ένα σολ δίεση. Ακολούθησα τον ήχο μέχρι που η ένταση δυνάμωσε για τα καλά. Κρύφτηκα σε ένα μικρό στενό να δω καλά, και τότε αντίκρυσα το αδιανόητο θέαμα ενός μουσικού του δρόμου να πατάει πρόσχαρος το σολ δίεση στην κιθάρα του. Ξανά και ξανά και ξανά ηχούσε στα αυτιά μου. Με τον παράμεσο του στο τέταρτο τάστο της μι χορδής το πατούσε, το έβλεπα καθαρά. Ήταν εκεί το άτιμο είχε κρυφτεί ύπουλα κάτω από τα δάχτυλά του και ο καψερός δεν είχε πάρει χαμπάρι. Ο ήλιος αντανακλούσε στο λουστραρισμένο ξύλο της κιθάρας. Το σολ δίεση δονούταν στα αυτιά μου. Δεν είχα πολύ χρόνο. Έπρεπε να δράσω άμεσα. Πήρα φόρα. Με μια βουτιά έπεσα πάνω στον μουσικό και τον έριξα στην άσφαλτο. Του κάλυψα το κεφάλι με τα χέρια για να μη τραυματιστεί και του είπα να μη σηκωθεί για κανέναν λόγο.
Δεν υπολόγισα ότι κατά την πτώση η κιθάρα του θα πέσει και θα σπάσει. Είδα τότε το καταραμένο το σολ δίεση που άρχισε να τρέχει και το πήρα στο κατόπι. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω να ξεφύγει. Έτρεχε, έτρεχε πολύ γρήγορα και πηδούσε από εδώ και από εκεί και ήταν πολύ γρήγορο. Το κυνηγούσα μανιωδώς. Όσο και αν οι πνεύμονες μου δε βαστάγανε, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω να μου ξεφύγει αυτή τη φορά. Τρέχαμε στα στενά και μετά το κυνηγούσα παραποτάμια μέχρι που φτάσαμε στην γέφυρα Oberkasseler. Έστριψε να διασχίσει τη γέφυρα και να ξεφύγει στην απέναντι όχθη. Η άλλη άκρη ήταν κλειστή λόγω έργων και τότε το είδα που στάθηκε ακίνητο στην μέση της γέφυρας και με ένα ύπουλο χαμόγελο με προκαλούσε. Έτρεξα κατά πάνω του να το πιάσω και το στρίμωξα στην άκρη. Στέκαμε αντικρυστά. Ακίνητοι και οι δυο. Του όρμησα τότε με μανία, σαν λυσσασμένος λύκος. Με ένα σάλτο το γράπωσα στα χέρια μου, κάρφωσα τα νύχια μου στο κορμί του και σε μια στιγμή βρεθήκαμε αιωρούμενοι να πέφτουμε αγκαλιά στο ποτάμι.
Θυμάμαι δυο χέρια να με τραβάνε έξω από το νερό με δύναμη και να με σέρνουν αργά στην όχθη του ποταμού. Σηκώθηκα ελαφρώς και κάθισα ανακούρκουδα σκουπίζοντας το νερό από τους κροτάφους μου. Δυο αστυνομικοί ακούμπησαν μια ζεστή κουβέρτα στους ώμους μου για να σταματήσω να τρέμω. Το νερό στα αυτιά μου θόλωνε τις φωνές τριγύρω και ένας απαλός αέρας μου χάιδεψε μητρικά το μάγουλο. Δε ξέρω αν με ενοχλούσαν περισσότερο οι αχτίνες του ηλίου ή το λευκό φως του φακού που έριχνε ο γιατρός στα μάτια μου. Μόλις καθάρισε το βλέμμα μου κοίταξα τριγύρω. Στην άκρη παρκαρισμένο ένα ασθενοφόρο και πιο δίπλα μια τηλεοπτική κάμερα κατέγραφε την σκηνή. Ο διευθυντής και πίσω του μερικοί φοιτητές του Schumann Hochschule στεκόντουσαν μαζεμένοι πιο πέρα και με κοιτούσαν ασάλευτοι. Ξέρω ότι τρόμαξαν. Ηρεμήστε, είπα σε όλους με μειλίχια φωνή. Η τάξη αποκαταστάθηκε πλήρως. Ο Schumann είναι πια ασφαλής. Το σολ δίεση κείτεται νεκρό στα παγωμένα νερά του Ρήνου.