Ο κρυψώνας

Ο κρυψώνας

Τον ανακάλυψα εντελώς τυχαία, μια μέρα που πήγα στην άκρη του κήπου για να μαζέψω βερίκοκα. Τρεις βερικοκιές, αλλά με διαφορετική ποικιλία φρούτων. Η μία, η μεγαλύτερη και η πιο φουντωτή, έβγαζε τους καρπούς της αργότερα από τις άλλες και ήταν κάτι τεράστια βερίκοκα, τα οποία χρησιμοποιούσαν στο σπίτι για γλυκό. Πουλούσαν κιόλας, όταν η σοδειά ήταν πλούσια, γιατί, τόσο το μέγεθος όσο και το χρώμα τους ήταν μοναδικά, άρα περιζήτητα. Εννοείται, ότι από το δέντρο αυτό, απαγορευόταν να τρώμε. Πλήρη ελευθερία από τα άλλα δύο. Που, εδώ που τα λέμε, και πιο νωρίς ωρίμαζαν και πολύ πιο μυρωδάτους καρπούς έβγαζαν. Στο πιο απομακρυσμένο δέντρο είχα σκαρφαλώσει· οι καρποί του, κοκάλινα πορτοκαλί κουμπιά, όλο χυμό και γλύκα ήταν. Έναν έβαζα στο στόμα, δύο έριχνα στην τσέπη της ποδιάς μου. Η βουλιμία μου δεν έλεγε να πάρει τέλος· στο ψηλότερο κλαδί προσπάθησα να σκαρφαλώσω, όπου είχα εντοπίσει μερικά πολύ ώριμα ― αν έκρινες από το ζωηρό τους χρώμα. Μια αδέξια κίνηση και κατέληξα φαρδιά πλατιά στο έδαφος, μαζί με τη γεμάτη φρούτα ποδιά, που όπως ήταν φυσικό, εκτοξεύτηκαν σε όλον τον χώρο της αυλής. Πόδι δεν είχα σπάσει, ούτε χέρι, αποκόμισα ωστόσο, αρκετά γδαρσίματα, καθώς έπεφτα από κλωνάρι σε κλωνάρι. Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα· σκέφτηκα, όμως, την κατσάδα στο σπίτι, επειδή πήγα και σκαρφάλωσα μόνη στο δέντρο, και μάλιστα την ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης. Έτσι, άρχισα να μαζεύω σιγά-σιγά τα διάσπαρτα βερίκοκα και να τα συγκεντρώνω στην ποδιά μου, απλωμένη τώρα στο έδαφος. Κάτι υπόλοιπα είχαν μείνει, εκεί στην άκρη, όπου η αυλή μας κατέληγε στην ξερολιθιά κολλητά στον βράχο, που με τη σειρά του κατέβαινε μέχρι το παρακείμενο, απόκρημνο μονοπάτι. Δεν ήθελα να αφήσω ούτε μισό να πάει χαμένο, κι ας έλεγε η μαμά ότι αν τα έτρωγα όλα, θα με έπιανε κόψιμο.
Εκεί είδα για πρώτη φορά ένα άνοιγμα στον βράχο, πίσω από μία βατσινιά. Προχώρησα διστακτικά, και, όταν έφτασα κοντά, είδα πως το άνοιγμα ήταν η είσοδος μιας μικρής σπηλιάς. Αποφάσισα να συρθώ στο εσωτερικό της, αν και οι χτύποι της καρδιάς γρονθοκοπούσαν τα τύμπανα των αυτιών και νόμιζα ότι θα σπάσουν. Η ανακάλυψή μου, το μόνο που μου φανέρωσε, ήταν ένας τέλειος κρυψώνας για τα παιχνίδια μου. Ίσα-ίσα που με χωρούσε καθιστή. Αλλά το πλεονέκτημά του ήταν ότι κατέληγε με ένα μικρότερο άνοιγμα, ίδιο πολυβολείο, στο απόκρημνο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγούσε στον κεντρικό δρόμο. Από κει είδα, βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο, δύο σπιτάκια με είσοδο και πρόσοψη σ’ αυτό ακριβώς το μονοπάτι. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ούτε που τα είχα αντιληφθεί πριν, μια και ποτέ μου δεν είχα φτάσει μέχρι την άκρη του κήπου· παρατημένος στη φυσική του κατάσταση από τότε που πέθανε ο παππούς. Τα δύο δίπατα σπιτάκια βρίσκονταν πολύ πιο χαμηλά από τον κρυψώνα μου και άφηναν τον χώρο ελεύθερο για τη ματιά να περιπλανιέται στα βουνά απέναντι, στον κεντρικό δρόμο προς τα κάτω, και, αν έστριβα το κεφάλι προς τα δεξιά, μπορούσα να ξεχωρίσω στο βάθος το καμπαναριό της εκκλησίας που δέσποζε σε όλη την πλατεία. Σ` αυτήν την πλατεία ήταν και η πρόσοψη των σπιτιών μας. Της γιαγιάς δηλαδή, στο οποίο έμενε με τον γιο και τη μικρότερη κόρη της και το δικό μας, σχεδόν κολλητά στο πρώτο, το σπίτι της μεγάλης κόρης της οικογένειας. Είχα άλλα δύο αδέλφια, αρκετά μεγαλύτερά μου, που δεν τα άρεσε να μπερδεύομαι στα πόδια και στα παιχνίδια τους. Γι’ αυτό είχα μάθει να παίζω μόνη και να τριγυρνώ στις αυλές, όταν οι άλλο απολάμβαναν τη σιέστα τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η ανακάλυψη της σπηλιάς ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ονειρευτεί ένα επτάχρονο κοριτσάκι. Δεν θα ενοχλούσα τους μεγάλους και θα μπορούσα να ζω σαν στα παραμύθια. Τσιμουδιά σε κανέναν για το εύρημά μου. Γύρισα σπίτι την ώρα που ήξερα ότι θα είχε πάψει το απαγορευτικό διατάραξης της ησυχίας, και είπα πως είχα βρει τα βερίκοκα πεσμένα κάτω. Ε, μια και με το πέσιμο πολλά είχαν κακοπάθει, έγινα πιστευτή, αν και η μαμά μού απαγόρευσε να τα φάω. Σίγουρα, είπε, θα με έπιανε κοιλόπονος. Δεν βαριέσαι. Εγώ τη σπηλιά σκεφτόμουν συνεχώς και περίμενα πως και πως να έλθει το επόμενο απόγευμα για να καταφύγω στον ωραίο μου κρυψώνα. Αφού τους «κοίμισα» όλους, πήρα τον δρόμο της σκοπιάς. Αυτήν τη φορά, μάζεψα πράγματι μερικά βερίκοκα από το έδαφος και σύρθηκα στη σπηλιά. Το πολυβολείο, λουσμένο στο μεσημεριανό φως, μου πρόσφερε θέα σε όλο το μάκρος και βάθος της περιοχής. Ούτε αμάξια, ούτε άνθρωποι κυκλοφορούσαν τέτοια ώρα. Τότε όμως, σαν να άκουσα κάποια μακρινά βήματα, εκεί, στο απόκρημνο μονοπάτι, και, σκύβοντας το κεφάλι όσο μπορούσα από το πολυβολείο, είδα τον θείο μου να κατεβαίνει από τη μεριά της εκκλησίας προς τα κάτω, προς το πρώτο σπιτάκι. Ο θείος! Πού πήγαινε τέτοια ώρα; Αχ, να, ανοίγει ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου και ένα γυναικείο χέρι απλώνεται προς το μέρος του. Χάνεται στο άνοιγμά του· το παράθυρο κλείνει. Άλλο πάλι και τούτο! Τι κάνει ο θείος μου σ` αυτό το σπίτι; Εκεί, ακούνητη και τρομερά περίεργη, περιμένω για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ώσπου κάποια στιγμή αντιλαμβάνομαι τον θείο να πηδά από το χαμηλό παράθυρο και να κατευθύνεται προς τον κεντρικό δρόμο. Η περιέργειά μου μαζί με μια άλυτη απορία, φθάνει στα ύψη. Επιστρέφω σπίτι την ώρα που όλοι έχουν σηκωθεί και πηγαίνω κατ` ευθείαν στη γιαγιά. Εκεί, βρίσκω στην πόρτα τον θείο, που μου σκάζει ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο, μου ανοίγει το στόμα να ελέγξει την κατάσταση των δοντιών, όπως λέει, και ξεκινά για τη δουλειά. Οδοντίατρος, με ιατρείο στην κεντρική πλατεία. Δεν ξέρω γιατί, αποφασίζω να μην πω τίποτα σε κανέναν για το απογευματινό περιστατικό αλλά να παρακολουθήσω και την επόμενη μέρα. Άδικος κόπος· απόλυτη ηρεμία και το παράθυρο ερμητικά κλειστό. Ναι, αλλά η επίσκεψη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επαναλαμβάνεται τη μεθεπόμενη μέρα. Έχω αναστατωθεί υπερβολικά, και, μόλις ο θείος με παίρνει το ίδιο απόγευμα στην αγκαλιά για να ελέγξει την κατάσταση των δοντιών μου, τον ρωτώ: «Θείε, γιατί πηγαίνεις στο σπιτάκι στο μονοπάτι και μπαίνεις και βγαίνεις από το παράθυρο;»
Ο θείος με κοιτάζει αποσβολωμένος και με σιγανή φωνή ρωτάει: «Πού ξέρεις εσύ; Ποιος σου το είπε; Κάποια έκτακτη ανάγκη με πονόδοντο προέκυψε. Και σε παρακαλώ πολύ, κουβέντα σε κανέναν. Άντε και θα σου πάρω δώρο μία μεγάλη κούκλα.»
Όταν την επόμενη φορά τον ξαναβλέπω να σκαρφαλώνει στο παράθυρο, δεν τον αφήνω να με πάρει αγκαλιά και του αποκαλύπτω ψιθυριστά το μεγάλο μου μυστικό. Μου ζητά και πάλι να μην πω τίποτα σε κανέναν και να ξεχάσω αυτό που είδα. Έρχεται όμως μαζί μου να θαυμάσει τον κρυψώνα που του παρουσιάζω όλο καμάρι και τον εξορκίζω να μην πει κι αυτός τίποτα σε κανέναν.
Πήρα δώρο μία θαυμάσια κούκλα που μιλάει και περπατάει και μ` αυτήν πηγαίνω τώρα στη σπηλιά μου. Ο θείος δεν μπήκε άλλη φορά από το παράθυρο, ούτε από την πόρτα.
Λίγες μέρες αργότερα σχολίαζαν η γιαγιά με τη μαμά και τη θεία την απόπειρα αυτοκτονίας της γυναίκας ενός αξιωματικού, οι οποίοι έμεναν στο νεόκτιστο, στο μονοπάτι. Έκοψε τις φλέβες της και την πρόφτασαν τελευταία στιγμή. Τη μετέφεραν στο πλησιέστερο στρατιωτικό νοσοκομείο. Ευτυχώς, είπαν, το παιδάκι της έλειπε με τη γιαγιά του για το καλοκαίρι. Και ήταν, κατά γενική ομολογία, σωστή καλλονή! Την καημένη...

Ο θείος μου, έλειπε εκείνο το διάστημα για να πάρει την ειδικότητα ορθοδοντικού στην πρωτεύουσα. Άρχισα να αναρωτιέμαι... Λες;

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: