Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

Χάρτινοι ήρωες
Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

Ο Ταρζάν βρίσκεται έξω από την καλύβα του μαζί με τον μικρό Κένι και τον φίλο τους, τον Μπουάνα το δυνατό λιοντάρι κι εγώ αραχτός απολάμβανα την απρόσμενη συνάντησή μου με το τεύχος που είχε τίτλο «Ο Ταρζάν μόνος εναντίον όλων».

―Κοίτα Ταρζάν μια φωτιά, λέει ανήσυχος ο Κένι στον φίλο του.
―Είναι επικίνδυνες οι φωτιές τώρα, με την ξηρασία μπορεί ν’ αρπάξει φωτιά όλο το δάσος. Έλα Κένι πάμε να δούμε ποιος την άναψε.

Ο Ταρζάν, ο Κένι κι ο Μπουάμα το αρσενικό λιοντάρι προχωρούν προς τη φωτιά που μαίνεται. Σε κάποια στιγμή φτάνουν και βρίσκουν τη φωτιά μισοσβησμένη.

―Μπα η φωτιά έσβησε… Αυτός που την άναψε μας πήρε μυρωδιά και τοστριψε μα γιατί; Όποιος δεν φταίει δεν κρύβεται, περίμενε με εδώ με τον Μπουάνα, μπορεί να είναι επικίνδυνο, είπε στον Κένι. Ο Ταρζάν πηδά σ’ ένα δένδρο, από κει σε άλλο με τα σκοινιά που κρέμονται ακολουθώντας την μυρωδιά του καπνού. Καθ’ όδόν σκεφτόταν «ο Ταρζάν θα βρει ποιος άναψε την φωτιά».

Καθόμουν σε μια πολυθρόνα με τα διάφορα πράγματα γύρω μου και ξεφύλλιζα τον Ταρζάν ήταν ένα παλιό τεύχος, αλλά η λησμονιά του χρόνου το είχε κάνει ολοκαίνουργο. Αυτά είναι τα καλά των μετακομίσεων, γιατί κάπου το είχε καταχωνιάσει η μάνα μου για να μη μου αποσπά την προσοχή και να διαβάζω τα μαθήματά μου και τώρα το ξαναβρήκε μετά από καιρό, χάριν της μετακομίσεως και μου το έδωσε με τη σιγουριά πως θα με έκανε πολύ χαρούμενο.

―Έλα σου έχω δωράκι μου είπε, σκουπίζοντας το ιδρωμένο της πρόσωπο από τον κάματο της ημέρας και βγάζοντας από την πλάτη της τον ολόφρεσκο ξεχασμένο Ταρζάν μου.

Ήταν περασμένο φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, μπορεί και της επόμενης, ή και μιας τρίτης από τότε που είχα χάσει το περιοδικό. Περισσότερη σημασία όμως έχει η εποχή. Πού έστεκε ο ήλιος; αν υπήρχαν σύννεφα στον ουρανό; τι έκαναν οι άνθρωποι; παρά ποιο έτος ήταν. Ο χρόνος υπάρχει ως μνήμη και ως ελπίδα. Και η μνήμη κι ελπίδα σταλάζονται μέσα στη μορφή του χώρου και των ανθρώπων κι ποτέ δίπλα από νούμερα. Τα έτη δεν είναι παρά η χαρτογράφηση της μνήμης και της ελπίδας. Ο γεωφυσικός όμως χάρτης του χρόνου είναι το τοπίο και η μελαγχολία του, τα βλέμματα και οι εκκρίσεις τους που ζουν καιρούς πολλούς μετά, άφθαρτα γεμάτα προσμονές.
Είχαμε στοιβάξει τα πράγματα στην αυλή και η μάνα μου με τ' αδέρφια μου, τα μοίραζαν στα δωμάτια, κατά πως τους έλεγε εκείνη. Ο πατέρας με τα χέρια πλεγμένα πίσω στη μέση, σαν πρόεδρος άσημης κοινότητας, ήλεγχε τη δουλειά των άλλων και τη δική του σημαντικότητα. Μετακομίσαμε ξαφνικά, η μάνα μου βέβαια μέρες ετοίμαζε τα τζάτζαλα και μάτζαλα, αλλά εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι. Εξάλλου δεν είχα να κάνω τις ιδιαίτερες προετοιμασίες, τον Ψαράγγελο μου πια δεν τον έχανα με τίποτα. Ήταν ο μικρός φίλος που είχα ανακαλύψει, σχεδιάσει ή φανταστεί στον ουρανό, ο οποίος με συντρόφευε στις δύσκολες στιγμές μου. Του 'στησα καρτέρι το προηγούμενο βράδυ και τον άρπαξα απότομα, εκεί που δεν το περίμενε, τον καταχώνιασα στο σακούλι της λαχτάρας μου και τον αμόλησα στην αυλή της ΒΛ4 αριθμός 14 στο τέρμα της Σολωμού.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

Σε λίγο με οδηγό την μυρωδιά του καπνού ο Ταρζάν έφτασε στη μισοσβησμένη φωτιά.
«Κανείς δεν είναι εδώ, μα βλέπω πολλά χνάρια» σκέφτηκε.
Ένας μικρός θόρυβος, κάνει τον Ταρζάν πιο προσεκτικό, «κάποιος με σημαδεύει με τουφέκι. Μα δεν θέλει να ρίξει, αλλιώς θα το είχε κάνει, θα τον αφήσω να πιστεύει πως δεν κατάλαβα τίποτα και θα τον κανονίσω εγώ», ενώ σκεφτόταν αυτά σηκώνει έναν πεσμένο κορμό και ετοιμάζεται να το πετάξει. Ο κρυμμένος με το όπλο σημαδεύει τον Ταρζάν και σκέφτεται «μα τι κάνει αυτός ο αγριάνθρωπος, δεν καταλαβαίνω». Ξαφνικά ο Ταρζάν επιτίθεται, πετώντας τον κορμό εναντίον αυτού που τον σημάδευε πίσω από τους θάμνους.

―Απάνω του, δεν μου γλιτώνεις, λέει και ορμά. Πίσω από τους θάμνους ακούγεται ένα ωχ και ταυτόχρονα το όπλο εκπυρσοκροτεί στο γάμο του καραγκιόζη.
―Ο Ταρζάν δεν θέλει να τον σημαδεύουν με όπλο, λέει και πιάνει από τον λαιμό τον αφρικανό που κρατούσε το όπλο.
―Ποιος είσαι; Γιατί άναψες φωτιά; Γιατί με σημαδεύεις; Ρωτά αγριεμένος ο Ταρζάν.
―Έλεος, του απευθύνει ο αφρικανός.
―Στάσου Ταρζάν, για το θεό, ακούει ο ήρωάς μας πίσω του κι εμφανίζεται μια νεαρή γυναίκα αφρικανή, από τα ρούχα της δείχνει αριστοκρατικής καταγωγής.
―Πριν πεις το όνομα σου, δεν ξέραμε ποιος είσαι. Τώρα μάθαμε πως είσαι ο Ταρζάν ο βασιλιάς της ζούγκλας ο φίλος μας, λέει.
―Είναι επικίνδυνη η ζούγκλα τη νύχτα, λέει ο Ταρζάν.
―Μα είναι πιο επικίνδυνο να μένουμε στην Κουζούμπα. Οι στρατιώτες του Ντελανέζ σκοτώνουν κάθε επαναστάτη, λέει η γυναίκα και συνεχίζει ο συνοδός της.
―Ταρζάν, πρέπει να ειδοποιήσουμε τη φυλή μας, του Κουρούα πως κινδυνεύουν. Δεν δέχτηκαν τον Ντελανέζ για αρχηγό κι επαναστάτησαν. Ο Ντελανέζ βάζει τους στρατιώτες του και καίνε τα χωριά μας. Αν δεν τους ειδοποιήσουμε θα τους σφάξουν όλους. Ανάψαμε φωτιά να μαγειρέψουμε να φάει και η μικρή.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

Πάνω στην αγωνία με διέκοψε η μάνα μου, παίρνοντας μαλακά το περιοδικό.

―Έλα αντράκι μου να με βοηθήσεις σε κάτι που μόνο εσύ μπορείς να κάνεις. Κάτι τέτοια μου έλεγε η μάνα μου και με έριχνε και με έκανε να νιώθω άτρωτος και Ταρζάν, και συνέχισε, το περιοδικό θα στο δώσω μετά τις γιορτές να ξέρεις, έχουμε μαθήματα ε;

Είχε περάσει αρκετός καιρός, είχα κιόλας συνηθίσει στην καινούρια γειτονιά με τις δύο όψεις. Το σπίτι είχε δύο εισόδους, η μία έβγαινε από την αυλή στο δρόμο και η άλλη κατευθείαν στον παράλληλό του. Θεωρούσα ότι και οι δυο είσοδοι ήταν κεντρικές, έτσι δεν ήξερα το ΒΛ4 ποιόν από τους δυο δρόμους σημάδευε. Πίσω υπήρχε η αυλή, μεγάλη αυλή χωμάτινη με μια λουρίδα τσιμέντο κοντά στο σπίτι. Αριστερά και δεξιά είχε συρμάτινους φράχτες ντυμένους με κισσούς και περικοκλάδες και στο τέλος της αυλής ένα κενό σχημάτιζε το νοητό πορτόνι. Η μισή σκεπαζόταν από κληματαριές, δημιουργώντας ένα καταπράσινο θόλο. Η αυλή ήταν κοινή με της κυρά Λένης, μιας χοντρής γυναίκας, μεγάλης σε ηλικία, με παχύ, λευκό πρόσωπο, που 'δειχνε καλοζωισμένη. Έβγαινε τ' απογεύματα και τα πρωινά της Κυριακής και καθόταν με τις ώρες σχολιάζοντας. Πολλές φορές η μάνα μου καθόταν μαζί της και κουβέντιαζαν, τυλίγοντας τα δάχτυλα αναμεταξύ τους, όπως τις ιστορίες.
Από την άλλη πλευρά η πόρτα απείχε από το δρόμο όσο το τσιμεντένιο στενό πεζοδρόμιο. Απέναντι από το σπίτι χωρίς λόγο κι αιτία έχασκε μια τσιμεντένια τετράγωνη στέρνα. Μέσα της έβρισκε κανείς λάστιχα, σίδερα, ντενεκέδες, ξύλα κι ό,τι άλλο άχρηστο μπορούσε να πετάξει η γειτονιά, και δεν το έπαιρνε το σκουπιδιάρικο. Από πάνω κρατούσε σκιά σ' όλο αυτό το σκουπιδαριό μια τεράστια, όμορφη μουριά, που το καλοκαίρι τάιζε τους τρύπιους ντενεκέδες και τα παλιοσίδερα μαύρες γυαλιστερές μούρες. Ο δρόμος στρωμένος κάποτε με χαλίκι, τώρα ήταν από ανακατεμένο χώμα και μικρές πέτρες. Στο τέλος του πάντως κάτω αριστερά έβγαζε στην άσφαλτο. Εκεί που συναντιόντουσαν, το χαλικόχωμα κατέτρωγε την άσφαλτο και κάθε χρόνο την έβαζε και λίγο πιο μέσα.
Η γειτονιά ήταν μεγάλη χωρίς αδιέξοδο και με δυο πλευρές. Είχε πολλά παιδιά κάθε λογής και προπάντων κάθε ηλικίας. Ο Παρασκευάς και η Νίκη της προηγούμενης γειτονιάς ξεχάστηκαν νωρίς. Η γειτονιά που είχαμε μετακομίσει ήταν έξι, εφτά δρόμοι παρά κάτω, αλλά έκανα πολύ καιρό να τους ξαναδώ.
Στην πίσω πλευρά της αυλής συνόρευα με τα σπίτια και την ηλικία του Πίπη και της Αφρούλας, δύο παιδιά λίγο μικρότερα από μένα, αδύνατα, ξανθωπά και του χεριού μου, ήταν η πλευρά με τους μικρούς αλλά απαραίτητους για την ματαιοδοξία μου, γείτονες. Στο μπροστινό δρόμο έμενε ο γιος του Πέντερη, του χοντρού, αντιπαθητικού περιπτερά και η κόρη του η Βάσω, μαθήτρια στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και στην πρώτη γραμμή των ερωτικών μου διακλαδώσεων. Γύριζε η Βάσω από το σχολείο με ανοιχτό το κάτω και το πάνω κουμπί της μπλε ποδιάς της και κανένα κομμάτι αγνότητας δεν μπορούσε να διασώσει το λευκό γιακαδάκι γύρω από το λαιμό, τουλάχιστον μέσα στις δικές μου ατακτοποίητες επιθυμίες. Όταν έβλεπα το γυμνό ολοστρόγγυλο γόνατο της να εξέχει από την ποδιά, άκουγα το τρίξιμο της ανυπομονησίας να προσπαθεί βιαστικά αλλά άτσαλα να βάλει σε μια τάξη τις επιθυμίες, ανακατεύοντας τη γαλήνη της ηλικίας με την λαγνεία των χρόνων που κατρακυλώντας έφταναν.
Με ξύπνησε το άρωμα από προζύμι, η μάνα μου ζύμωνε, ρούφηξα τον αέρα που 'μπαινε στο δωμάτιο. Έκλεισα πάλι τα μάτια, αλλά πετάχτηκα μόλις σκέφτηκα τις τσιπουλίδες. Ήταν ευκαιρία πριν το ζυμωμένο ψωμί φύγει για το φούρνο. Σε λίγο η τσίκνα ανακατευόταν με το φρεσκοζυμωμένα καρβέλια κι εγώ μ' ένα κομμάτι τσιπουλίδα που 'μοιαζε με σουραύλι στο στόμα, χάζευα στην εξώπορτα το μουσκεμένο δρόμο. Η μουριά τίναζε από πάνω της, το νερό που είχε μαζέψει στα φύλλα όλο το βράδυ. Γύρω απλωνόταν ένα πηχτό χρώμα γαλαζόπετρας και ανέσυρε από την κοίτη του μυαλού μου όλα τα βροχερά χειμωνιάτικα πρωινά. Σαν τη γάτα που γλείφεται για να καθαριστεί και να ομορφύνει και το τοπίο ξεπλένεται και βάφει τα χρώματά του πιο έντονα και ζωντανά, σκέφτηκα και κατάπια το τελευταίο κομμάτι της τσιπουλίδας μου.

―Τι σου έχω; με έβγαλε από τον λήθαργο η μάνα μου.
―Τι ρώτησα μάλλον αδιάφορα κι εκείνη μου βάζει τον Ταρζάν στη μούρη μου.
―Είδες εσύ ξεχνάς αλλά η μάνα ποτέ… είπε και χάθηκε στην κουζίνα.

Πήρα τον Ταρζάν άλλη μια τσιπουλίδα και χώθηκα σε μια πολυθρόνα κι άρχισα να φυλλομετρώ το περιοδικό.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14


―Ακούς τις μηχανές, είναι οι στρατιώτες του Ντελανέζ είπε η κοπέλα.
―Όλα χάθηκαν, δεν θα μείνει ούτε ένας Κουρούα, ψέλλισε ο βοηθός της γυναίκας και έβαλε τα κλάματα.
―Όχι, ο Ταρζάν δεν γνωρίζει τον Ντελανέζ μα ξέρει πως είναι εχθρός και θα τον νικήσει, προσπάθησε να τον παρηγορήσει.
―Δεν μπορείς να τον νικήσεις μόνος, έχει έναν ολόκληρο στρατό.
―Ο Ταρζάν έχει πιο δυνατό στρατό από τον Ντελανέζ, απαντά εκείνος και στρέφεται στους φίλους του, Κένι, Μπουάνα ελάτε πηγαίνετε την γυναίκα και το παιδί στην καλύβα μας.
―Εντάξει, απαντά ο Κένι και απομακρύνεται, ο Ταρζάν κάτι λέει στο αυτί του λιονταριού και μετά στρέφεται προς τη ζούγκλα και βγάζει τη χαρακτηριστική του κραυγή.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

Ήξερα την έκβαση της μάχης αλλά ήθελα να μείνω για λίγο στην αγωνία και φύλαξα σε ένα συρτάρι το περιοδικό, εξ άλλου ήθελα να δω τι συμβαίνει έξω.
Ήταν των Τριών Ιεραρχών και τα παιδιά άρχισαν να σκαρίζουν, σαν τα σαλιγκάρια. Πιο κάτω μια παρέα από τρία τέσσερα παιδιά σκυφτά κάτι έπαιζαν. Πήρα στα γρήγορα, άλλη μια τσιπουλίδα στο χέρι και πλησίασα, τα γυαλένια ήταν στη σειρά και το «μπαζ» εκτοξεύθηκε από τη βολή του Νίκου. Από τους παίχτες γνώριζα μόνο τον Νίκο, το γιο του περιπτερά κι απ' ότι κατάλαβα τους κέρδιζε όλους. Στο σχολείο είχα δει πολλές φορές να παίζουν, αλλά ποτέ δεν είχα αποκτήσει δικά μου. Έβλεπα το Νίκο να τους τα μαζεύει και σκεφτόμουν, τι να τα κάνει, στο περίπτερο έχει όσα θέλει. Οι τσέπες του είχαν φουσκώσει από τα γυαλένια και σε κάθε του κίνηση έβγαινε ο ήχος από το τρίξιμο τους.

―Θα παίξω την γκαργκάνα μου είπε ένας από τους παίχτες και 'βαλε ένα τεράστιο γυαλένι στη γραμμή. Μετά από λίγο καθόταν σ' ένα στεγνό κομμάτι του πεζοδρομίου και κοίταγε τους άλλους να παίζουν, προσπαθώντας να διακρίνει ποια απ' όλα μέχρι πριν λίγο ήταν δικά του. Σε λίγο του έκαναν παρέα και οι υπόλοιποι.

Ο Νίκος τους τα είχε μαζέψει. Είχα από ώρα το χέρι στη τσέπη κι έπαιζα το δίφραγκο για το κουλούρι της επόμενης. Το σκεφτόμουν αλλά δεν το αποφάσιζα.
Φύγαμε με το Νίκο προς τα σπίτια μας που ήταν κολλητά.

―Αφού δεν ξέρουν τα μαλακισμένα τι παίζουν, απάντησε παρά ρώτησε, φτιάχνοντας τα χοντρά του γυαλιά και ρουφώντας την ολόισια μύτη του. Αμόλησα το δίφραγκο στην τσέπη και τράβηξα το χέρι έξω από το παντελόνι.
―Γιατί, ρε, ούτε εγώ ξέρω αλλά θέλω να μάθω να παίζω.
―Πουλάω είσαι; δυο το φράγκο.
―Ναι, αλλά δεν ξέρω.
―Θα σε μάθω πρώτα και μετά θα παίξουμε, στ' αληθινά.
―Πόσο τα πουλάς;
―Δύο το φράγκο.
―Πέντε το δίφραγκο, άμα θες.

Σκέφτηκε λίγο, ξαναέφτιαξε τα γυαλιά του κοιτάζοντας προς τη μουριά.

―Εντάξει, είπε, σίγουρος ότι σε λίγο θα ήταν πάλι δικά του.

Έβγαλε τα γυαλένια του, ξεδιάλεξε πέντε και μου τα έδωσε στο δεξί, με το αριστερό του 'δινα το σουσαμένιο κουλουράκι μου, αλλά οι τσιπουλίδες που είχα φάει, για την ώρα έκαναν τη διαδικασία σχετικά ανώδυνη. Στην άλλη χούφτα του είδα μια μπάλα, μονόχρωμη, άσπρη.

―Πάρε αυτό και δώσ’ μου την άσπρη, του είπα αλλάζοντας τα γυαλένια.
―Τι λες, ρε, αυτή είναι η καλή μου.
―Άμα θες, είπα, και τράβηξα το δίφραγκο.
―Εντάξει, ρε, πάρτη είπε.

Η εκμάθηση έγινε με συνοπτικές διαδικασίες και όταν αρχίζαμε να παίζουμε 'στ' αληθινά' ήξερα περίπου τα ίδια με πριν, τίποτα.

Παίζαμε δύο, δύο και ήδη είχα χάσει τα μισά. Τέντωνε τα μακριά του χέρια, τσίτωνε το πόδι του και σχεδόν έφτανε το γυαλένι που σημάδευε. Ήμουν δυο, τρία χρόνια μικρότερος του, δεν ήξερα καλά - καλά να μαγκώνω μεταξύ δείκτη και αντίχειρα την άσπρη μου μπάλα, έτσι μου είχε απομείνει στη χούφτα μόνη της.

―Θα στήσω δύο για τη μπάλα σου, είπε και ρούφηξε τη μύτη του.
―Δεν την παίζω.
―Εντάξει θα στήσω τρία. Αρνήθηκα με μια κίνηση του κεφαλιού. Την έσφιγγα στη χούφτα μου αποφασισμένος. Μου άρεσε πολύ για να την θυσιάσω, προς εκμάθηση και μόνο, χωρίς καμιά πιθανότητα να κερδίσω. Μόλις το πήρε απόφαση πως δεν σκόπευα να συνεχίσω, ρούφηξε δυο φορές απανωτά τη μύτη του, έσιαξε τα γυαλιά του και μπήκε στο διάδρομο που οδηγούσε σε εσωτερική αυλή και στο σπίτι του.
Λευκή μπαλίτσα, από γυαλί και χρώμα, σαν μάτι ψαριού, σαν τρίψιμο βασιλικού, σαν Χριστουγεννιάτικη ασημένια μπάλα γεμάτη είδωλα και γυαλάδες.

Έμεινα στη μέση του βρεγμένου δρόμου κρατώντας την στη χούφτα μου. Σκεφτόμουν ότι όταν ο καιρός θα δώσει άλλο φως, θ' αλλάξει και σ' αυτήν το χρώμα θα 'χω χίλιες μπάλες, άπειρα γυαλένια , κυλώντας αυτήν μονάχα παράλληλα στις γραμμές του χεριού μου.
Η πραγματικότητα των άλλων πολλές φορές δεν μ' άγγιζε, μπορούσα μέσα στη δική μου να πιω απολαύσεις απνευστί, που κανείς δεν θα μπορούσε να χαρεί, κανείς δεν θα μπορούσε ν' αναζητήσει και να ζηλέψει. Ήταν μικρές, κρυφές απολαύσεις ανείπωτες, πεταμένες στο σκουπιδοτενεκέ των επιθυμιών. Μόνο εγώ μπορούσα να τις ξεδιαλέξω, γιατί μόνο εγώ τις είχα ανάγκη, εγώ τις αναζητούσα. Γινόμουν ρακοσυλλέκτης απολαύσεων και πονηρά χαμογελούσα ώρες - ώρες, με των άλλων την τρύπια κονίστρα του ξεδιαλέγματος. Χαμογελούσα σα να πήρα ένα παιχνίδι, που κανείς δεν το 'θελε και το αναζητούσα από καιρό. Χτένιζα την πραγματικότητα με τα δάχτυλα στις ρίζες των μαλλιών της, εκείνη αδιάφορη με κλειστά μάτια, πετούσε βότσαλα κι άλλος άρπαζε χουφτιές από άσπρα λιθαράκια κι άλλος ξεδιάλεγε απ' αυτά που 'μειναν, ένα το πολύ δύο να περάσει το υπόλοιπο της ημέρας, μπορεί και της ζωής.

Η πραγματικότητα έχει μέσα της κομμάτια ατόφιου ονείρου, οι ίνες που τα τραβούν είναι αόρατες και θα τις βρει κανείς, είτε τυχαία είτε ψαύοντας από δω κι από κει, όπως στο σκοτάδι τα δάκτυλα αναζητούν, το κάσωμα της πόρτας για να το αποφύγουν και να τρυπώσουν στο κενό και την έξοδο.
Η μουριά τόση ώρα άκουγε τον ήχο που 'βγαζε το γυαλένι καθώς το 'στριβα μες τη χούφτα κι παρατηρούσε τους ήχους από τις τελευταίες σταγόνες πάνω στους σκουριασμένους ντενεκέδες. Η γαλαζόπετρα που 'φεγγε γύρω σκούρυνε, δυο τρεις σταγόνες έπεσαν στο χέρι μου, η μια κύλησε γύρω από το άσπρο γυαλένι.
Οι φθαρτές στιγμές του ελάχιστου, γίνονται όγκοι τεράστιοι, στ' αμπάρι της μνήμης, οι μεγάλες στιγμές των σπουδαίων γεγονότων τρίβονται από την αναπόληση και την εξιστόρηση και μαζεύουν σε βόλους μικρούς, χωρίς μύθο, γίνονται άψυχα κουκλιά στη βιτρίνα της ζωής. Κύλησε το μεσημέρι και στράγγιζε ο ουρανός, το νερό που 'χε απομείνει από τις προηγούμενες μέρες. Καθόμουν στον ίδιο καναπέ και ετοιμαζόμουν με τον Ταρζάν και τον στρατό του να αντιμετωπίσω τον στρατό του Ντελανέζ.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14

―Οοοααα…, σ’ όλα τα ζώα της ζούγκλας έφτασε η κραυγή του Ταρζάν που τα καλούσε σε σύναξη, την άκουσαν οι ελέφαντες, οι ρινόκεροι, τα βουβάλια και με την προτροπή του Μπουάνα κατευθύνονταν προς τον Ταρζάν.
―Μπράβο πιο γρήγορα ο Ταρζάν, ο βασιλιάς της ζούγκλας μας καλεί.

Εν τω μεταξύ πίσω ο άνθρωπος της πριγκίπισσας

―Οι στρατιώτες φτάνουν, να κρυφτούμε, Ταρζάν.
―Ο Ταρζάν ούτε φεύγει, ούτε κρύβεται. Θα μείνει να νικήσει τους στρατιώτες του Ντελανέζ. Είπε αποφασιστικά ο Ταρζάν. Σε λίγο φάνηκε ο στρατός και η πομπή των αρμάτων και των αυτοκινήτων. Ο Ταρζάν ορθώνεται μπροστά τους και φωνάζει.
―Αλτ, σας διατάζω να σταθείτε.
―Ποιος είναι αυτός ο άγριος, αναρωτιούνται οι στρατιωτικοί.
―Είμαι ο Ταρζάν, ο βασιλιάς της ζούγκλας. Σας απαγορεύω να μπείτε στο βασίλειο μου.
―Χα, χα, αυτός τρελάθηκε, φέρε το όπλο σου στρατιώτη να τον διορθώσω, είπε ένα βαθμοφόρος και συνέχισε, έχεις τρία λεπτά να φύγεις ένα, δύο, τρία και τη στιγμή που πάει να πυροβολήσει, ένας βόας τον τυλίγει και τον αφοπλίζει.
―Οι φίλοι μου άρχισαν τη μάχη, οοοααα, απάνω τους, δίνει το σύνθημα ο Ταρζάν και ο τρομερός στρατός του αποτελούμενος απ’ όλα τα ζώα του δάσους ορμά. Το φαγητό ήταν έτοιμο όμως και οι φωνές τις μάνας μου επίμονες.

Νωρίς τ' απόγευμα κατέφθασαν στο σπίτι οι δυο θείες μου με τα παιδιά τους. Ο Γιώργος της Σούλας και ο Αντρέας και ο Νίκος της Νίκης. Στα μαλλιά τους ήταν κολλημένες οι τελευταίες σταγόνες τις βροχής. Ο Γιώργος έμενε δυο στενά πιο πάνω από μας και ερχόταν συχνά από τότε που μετακομίσαμε. Αν και δύστροπος κάποιες φορές, ήταν αυτός που μέρα με την ημέρα συμπαθούσα περισσότερο από τα ξαδέρφια και τα παιδιά της γειτονιάς. Συμμετείχε με πάθος στα παιχνίδια και πολλές φορές υπερέβαλλε εαυτόν για να πάρει τη θέση του στην ομάδα. Οι άλλοι δύο έμεναν μακριά και βλεπόμασταν αραιά και που, δυσκολευόμασταν να βρούμε τρόπους επαφής και όταν κάτι καταφέρναμε για ξεκίνημα, εξατμιζόταν μέχρι να ξανασυναντηθούμε.

Η μάνα μου με τις αδερφές της μπήκαν στη κουζίνα, στρώθηκαν γύρω από το τραπέζι κι άρχισαν το κουβεντολόι, εμείς βγήκαμε στην αυλή. Η αδερφή μου γρήγορα βαρέθηκε τα τόξα και τα βέλη και κλώσησε ανάμεσά τους. Εμείς βγήκαμε στον πίσω δρόμο και κατεβαίναμε κατά του Σώρα. Ήταν ένα μεγάλο χωράφι που ήξερα μόνο την αρχή του, δίπλα από το χαντάκι από όπου και μπαίναμε. Ποτέ δεν κατάλαβα τις διαστάσεις του, ακόμα κι όταν είχα μάθει καλά όλη τη γύρω περιοχή. Έμοιαζε να μην τελειώνει πουθενά. Ο σκοπός που κάθε φορά ερχόμασταν εδώ, ήταν να περπατήσουμε όσο πιο βαθιά γίνεται στην ατέλειωτη έκταση που πνιγόταν στη βλάστηση και το μυστήριο. Έπαιζαν με τις αντοχές μου οι διαστάσεις του. Σκεφτόμουν ότι μπορεί κάποιες φορές να 'χα πλησιάσει στο τέλος του αλλά αυτό φρόντιζε την κατάλληλη στιγμή να μεγαλώσει κι απογοητευμένο να με ξαποστείλει. Η προσπάθεια να καταχωνιάσω το φόβο μου ήταν μεγάλη, κάθε βήμα πιο βαθιά στο «δάσος», μετρούσε όλα τα παραμύθια και τις ιστορίες με τέρατα, μάγισσες και ξωτικά. Μέχρι και τον Ταρζάν και τους φίλους του θα μπορούσα να συναντήσω μέσα σε αυτή τη «ζούγκλα». Όμως αυτό που ένιωθα ήταν ένας φόβος γλυκός, μια ανησυχία απαραίτητη για να μην βαρεθώ στα πρώτα μέτρα. Με συνόδευε και φούντωνε όσο βαθύτερα μπαίναμε και μπλέκαμε στα ψηλά χορτάρια και τα πυκνά δένδρα.
Ένιωθα ασήμαντος, μικρός όταν έμπαινα σε τούτο το χωράφι. Οι πανύψηλες λεύκες φάνταζαν θεόρατες κι από χαμηλά φαίνονταν οι κορυφές τους να βελονίζουν τα σύννεφα. Φύσαγε, οι λεύκες έβγαζαν ήχους βιολιών και τα κλωνάρια του όρθια στητά σείονταν σαν δοξάρια κι έτριβαν τα ξερά τους φύλλα και τη σιωπή.
Πατούσαμε το μπακίρι των φθινοπωρινών φύλλων και ζωντάνευαν παντού ήχοι αποκοιμισμένοι από το μονότονο ρυθμό της βροχής. Τα πόδια μας είχαν μουσκέψει μέχρι πάνω από τους αστραγάλους. Μπροστά πήγαινα με το Γιώργο και πιο πίσω ακολουθούσαν οι άλλοι. Είχαμε περάσει τα προχειροφτιαγμένα τόξα στην πλάτη και κρατούσαμε στα χέρια όπλα από ξύλα για εχθρούς πραγματικούς και φανταστικούς.
Με κάθε βήμα ξεκόκκιζα την ανησυχία μου σαν τ' ώριμο καλαμπόκι. Αυτή η ίδια ανησυχία ήταν που με 'στελνε πίσω και μ' έσπρωχνε μπροστά. Σαν τα φύλλα του κρεμμυδιού τυλιγόμουν από στρώσεις φόβου, περιέργειας, απορίας και ανησυχίας. Οι άλλοι δεν ήξερα και ποτέ δεν έμαθα πώς ένιωθαν. Δεν έκανα κουβέντα γι τέτοια γιατί καταλάβαινα πως δεν ήθελε και πολύ να μας αρπάξει ο τρόμος και να γυρίσουμε πίσω χωρίς να ξαναπατήσουμε εδώ μέσα.
Έμοιαζε η πορεία μας, με το πιρούνι που κάποια μεσημέρια ισορροπούσα στο χείλος του πιάτου και φύσαγα να δω κατά που θα γείρει. Ένα αεράκι ψυχρό έχτιζε κύματα στα μαλλιά μας και πετροβολούσε τα νερά από τα φύλλα στα ρούχα μας. Βαδίζαμε για ώρα κι αν δεν υπήρχε το σημάδι της νύχτας θα μου φαινόταν μέρες ολόκληρες. Δεν είχαμε βγάλει κουβέντα για να μην μας ακούσουν, και ν' ακούμε εμείς. Η ησυχία μπλεκόταν στα πόδια μας και των δένδρων τις φυλλωσιές, την κλωτσούσαμε κρατώντας όμως την ανάσα για να της δείξουμε σεβασμό. Οι ήχοι ζωντάνευαν τον τόπο γύρω, τα ξαφνικά σπασίματα των ξερών κλαδιών αγρίευαν τις ματιές, με κόπο τις τυλίγαμε με χαμόγελο. Όπου κι αν κοίταζα μόνο λεύκες έβλεπα, μερικά καχεκτικά χαμόδεντρα, εδώ κι εκεί έμοιαζαν με τους υπηρέτες μιας πολύβουης δεξίωσης.
Το φως το έκλεβαν από ψηλά οι λεύκες κι αφού μασούσαν τον καρπό, φτύνανε τα φλούδια τ' άχρηστα στο χώμα και στ' αχαμνά φύλλα των χαμόδεντρων.
Το φως της γαλαζόπετρας εδώ και ώρα είχε χωνευτεί σιγά σιγά από το κοκκινωπό σκούρο του δειλινού, που φαινόταν σκαλωμένο στις πιο ψηλές των δένδρων κορφές σαν στιγμιαίο αντιχαιρέτισμα.
Βαδίζαμε γοργά μουσκεμένοι από το νερό που τίναζαν τα δένδρα πάνω μας και τον ιδρώτα που νιώθαμε να μας λούζει από τις καυτές μας ανάσες περισσότερο, παρά από τους λυμένους κόμπους που 'τρεχαν στο μέτωπό μας ανακατεμένοι με τις σταγόνες της βροχής.
Έτσι που προχωρούσα και παράσερνα και τους άλλους, ήταν σαν να με έχει στείλει σε κάποιο θέλημα η μάνα μου κι έπρεπε να βρεθώ σε ορισμένο σημείο, συγκεκριμένη ώρα, δεν έψαχνα, δεν λοξοδρομούσα, ούτε καν μιλούσα. Με γοργό βήμα διέσχιζα το χωράφι κι ακολουθούσαν και οι άλλοι σαν να μας περίμενε κάποιος και είχαμε καθυστερήσει. Ένας μαλακός φόβος ζωογόνος έγνεθε το μαλλί του προσέχοντας το χαμόγελό του να 'ναι γλυκό και μην φανούν τα μέσα δόντια του και μας τρομάξει.
Ξαφνιάστηκα, τ' άκουσα σαν προσβολή και σαν βρισιά, τα λόγια του Νίκου από πίσω.

―Πού, πάμε, ρε, τόσο μακριά;
―Γιατί, τι θες; είπα κοφτά και σταμάτησα.
―Προχωράμε τόση ώρα, σε λίγο θα νυχτώσει, γι αυτό το λέω.

Ήμουν θυμωμένος, γιατί η φράση του, μ' ενόχλησε, ξεσπίτωσε τη δαιμονισμένη επιθυμία που μ' είχε κυριεύσει να χωθώ όσο πιο βαθιά γίνεται στο δασάκι της τρωτής μου ασφάλειας. Γρήγορα συνήλθα και κατάλαβα ότι δεν είχε κι άδικο που ρωτούσε, αρκεί να λειτουργούσε λίγο το μυαλό και θα ξεπηδούσε μόνη της η απορία. Γι αυτό δεν μιλούσα τόση ώρα και περπατούσα σαν υπνωτισμένος να μην σηκώσω της λογικής τα νυσταγμένα βλέφαρα.
Μαλάκωσα το ύφος γιατί έβλεπα ότι αν αρνιόντουσαν ν' ακολουθήσουν θα 'παιρνε τέλος άδοξο η 'εκστρατεία'. Μόνος θα 'βλεπα για τα καλά τα μέσα δόντια τα κοφτερά του φόβου και ούτε πέντε βήματα δεν θα μπορούσα να συνεχίσω.

―Έλα, ρε, είπα, λίγο πιο κάτω θα πάμε και γυρίζουμε.
―Ρε, η μάνα μας θα μας ψάχνει, να φύγουμε.
―Εντάξει, ρε, δε σου είπαμε να κάνουμε και δέκα ώρες εδώ παρακάτω θα πάμε, σε πέντε λεπτά γυρίζουμε, εσύ, ρε Γιώργο, τι λες; ρώτησα σίγουρος ότι θα συμφωνήσει μαζί μου.
―Εντάξει, είπε αυτός και κατέβασε το βλέμμα.
―Εγώ κι ο Αντρέας άμα κάνουμε περισσότερο από πέντε λεπτά θα γυρίσουμε πίσω.

Γύρισα αστραπιαία κι άρχισα να βαδίζω γρήγορα. Ένιωθα ότι κάπου έπρεπε να φτάσω, αλλά δεν το μπορούσα μόνος.
Περάσαμε ένα φράχτη από βάτα που δεν έφραζε χώρο αλλά χρόνο και βρεθήκαμε σ' ένα μεγάλο άνοιγμα. Τα δένδρα αραίωναν για λίγα μέτρα και φανέρωναν μια φέτα γκριζοπράσινο ουρανό να στέκει με το πηγούνι στηριγμένο στον αντίχειρα και να μας κοιτά. Δεν καταλάβαινα αν ο τόπος είχε μαυρίσει από τη βροχή ή τη νύχτα που ‘ερχόταν διπόδι κατά πάνω μας. Βγήκαμε από το ξέφωτο και μπήκαμε σε πιο πυκνή βλάστηση από τα πριν. Δεν θ' αργούσε ο Νίκος να διαμαρτυρηθεί, όταν μια αστραπή φώτισε το τόπο με τα πυκνά δένδρα και μόνον αυτόν. Τον έκαμε για μια στιγμή μέρα, ζωγράφισε τις σκιές των δένδρων, λαμπύρισαν τα φύλλα τους και γυάλισαν οι κορμοί. Μείναμε ακίνητοι και οι τέσσερις ταυτόχρονα . Στο βάθος του χωραφιού κουνήθηκε μια φιγούρα γέρικη με γενειάδα μακριά κι ανακατωμένα μαλλιά. Μορφή έξω από το χρόνο και προέκταση, μέρος, κομμάτι του χώρου. Ήταν ντυμένος σαν τα πολύ παλιά χρόνια, με μακρύ χιτώνιο σε χρώμα χωμάτινο και τρύπες παντού, με ραβδί ψηλότερο απ' αυτόν και γυμνά πόδια. Σήκωσε τα χέρια σαν σε προσευχή και τον άκουσα χωρίς να βγάζει ήχο να με καλεί κοντά του μόνο μου.

―Έλα μόνος σου, εμείς φεύγουμε είπε ο Νίκος και μου τράνταξε τον ώμο και το μυαλό. Γύρισα και τον κοίταξα, πρέπει να 'χε αλλάξει η όψη μου γιατί με ρώτησε απορημένος.
―Τι έπαθες, ρε;
―Τίποτα πάμε είπα. Έριξα μια ματιά κατά κει που είδα τον γέρο, η αστραπή που χάθηκε έκανε τον τόπο πιο σκοτεινό, από πριν. Δεν φαινόταν παρά η πρώτη σειρά των δένδρων και κείνη αχνά. Αναρίγησα στη σκέψη του γέρου, πέρασα τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπο σαν να νιβόμουν. Γύρισα, κοίταξα τους άλλους, είχαν ξεκινήσει για την επιστροφή, δεν είχαν δει τίποτα, βιάστηκα να τους ακολουθήσω.
Κρατούσα την εικόνα σφιχτά στο μυαλό μου σαν να την είχα παρατηρήσει ώρα, σαν να την είχα δει και ξαναδεί πολλές φορές. Είχε διαρκέσει όσο μισή ανάσα, μια αστραπή, ένα τίποτα και ήταν τόσο καθαρή, τόσο ζωντανή η εικόνα του... Κομμάτι χρόνου και χώρου σαν γλυπτό σμιλεμένο στο μυαλό μου με αδρές γραμμές και φόντο που να το σπρώχνει στα κατάβαθα μου, τέτοια καθαρότητα δεν είχε αποκτήσει ποτέ και δεν θ' αποκτήσει ποτέ η ζωή, η ζωή μου.
Έτρεμα στη σκέψη αλλά το 'ξερα με είχε καλέσει κι έπρεπε να πάω, έπρεπε να πάω να τον γνωρίσω, έπρεπε να πάω για να πατήσω στο ξύλινο, όλο τριξίματα πάτωμα της αυτογνωσίας μου, αλλά η σκέψη και μόνο με τρόμαζε, φρούμαζε μέσα μου η αδυναμία μπροστά στο γαύγισμα του φόβου, το 'ξερα όμως έπρεπε να πάω και να πάω μόνος. Η ανάγκη όμως δεν ακόνισε όσο έπρεπε την επιθυμία κι αυτή λύγισε στο πρώτο γερό χτύπημα. Σκέβρωσε διπλώθηκε στα δυο κι έμεινε ορφανή από λεπίδα.
Ο Νίκος κι Αντρέας κατέβαιναν σφαίρα ανάμεσα στα δέντρα, το κατηφορικό κομμάτι του χωραφιού, ο Γιώργος πιο πίσω κρατούσε μιαν επαφή μαζί μου, κοιτώντας που και που πίσω του κι εγώ έδινα απολογία στο απογοητευμένο κομμάτι μου, με προχειροψαγμένες δικαιολογίες για κείνα που δεν έκανα.
Το σκοτάδι γυαλισμένο σαν φρεσκοπλυμένο μαύρο γατί, κουλουριαζόταν στις ρίζες των δένδρων, στις συστάδες των μικρών θάμνων, στους μπόγους από βάτα και στα πόδια μας από τον αστράγαλο και κάτω

Οι άλλοι είχαν ξεμακρύνει ακόμα περισσότερο κι ο Γιώργος κοιτούσε όλο και πιο συχνά πίσω του, με παρακαλούσε με το βλέμμα, να βιαστώ. Λυπόταν να ξεμείνω μόνος και φοβόταν να καθυστερήσει κι άλλο μαζί μου. Η ενοχή είχε εξουδετερώσει το φόβο μου, σαν πόνος πάνω στον πόνο, σαν σκορπιός πάνω στη δαγκωματιά του.
Ο Γιώργος με κοίταξε επίμονα πριν στρίψει πίσω από μια μεγάλη συστάδα από χαμόκλαδα, θαρρώ κούνησε και το χέρι του. Έτρεξα ξοπίσω του και τον πρόλαβα πίσω από τα χαμόκλαδα. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του κι άκουσα στα δάχτυλα να βγαίνει από το στήθος του, ένας βαθύς γλυκός αναστεναγμός. Οι άλλοι είχαν χαθεί.

―Αυτοί ήταν οι δυο τους κι έφυγαν, έπρεπε να σ' αφήσω μόνο σου, μαλάκα, είπε και γρήγορα καθάρισε κάτι από το βλέμμα του.
―Κι εμείς είμαστε οι δυο μας, ρε, και είμαστε οι αρχηγοί, κάνουμε οπισθοχώρηση και πρέπει να μείνουμε τελευταίοι.

Με κοίταξε σαν να του έδωσα μια καλή λύση σε μεγάλο πρόβλημα, ασυναίσθητα τέντωσε το κυρτωμένο του κορμί και τα σφιγμένα χείλη του χαλάρωσαν λίγο πριν το χαμόγελο.

―Εσύ είσαι αρχηγός κι εγώ στρατηγός, εντάξει; συνέχιζε τη κουβέντα που φαίνεται τον τύλιγε ζεστά.
―Εντάξει, είπα και κατέβασα το χέρι από τον ώμο του, μου φαινόταν πως δεν πήγαινε με την συζήτηση.
―Ναι, όμως ο Νίκος είναι μεγαλύτερος από μένα; είπε με μια μικρή αγωνία στη λακουβίτσα πάνω από το σαγόνι.
―Στρατηγοί δεν γίνονται οι μεγαλύτεροι, αλλά οι πιο γενναίοι κι όσοι αντέχουν στις δυσκολίες. Απάντησα με ύφος κοφτό, δέκα αρχιστρατήγων μαζί. Έφυγε η αγωνία από τη λακουβίτσα και τρύπωσε η απορία ανάμεσα στα φρύδια.
―Και τι θα κάνουμε τώρα;
―Θα δεις, είπα χωρίς να 'χω σκεφτεί τίποτα. Έπαιρνε τα γαλόνια του ένα ένα, κάθε φορά που 'στρεφε το βλέμμα κατά πάνω μου, κρατώντας το φόβο του ανάμεσα στη μασχάλη. Είχαμε μείνει να παλεύουμε με τα βλέμματα. Να παρακαλάμε, να ευχόμαστε να νοιαζόμαστε. Έφερνε το μήνυμα ο βρεγμένος αέρας, ότι θα σπαταλήσουμε στιγμές, χαμόγελα, δάκρυα, εγωισμούς και χάδια, μαζί. Τεμάχισε ο αέρας την έννοια και την κρέμασε ακριβοδίκαια, μισή μισή κάτω από τα μουσκεμένα τσουλούφια μας. Ήθελα να του πιάσω τον ώμο, μπορεί και τη χούφτα, αλλά καταλάβαινα ότι δεν ταίριαζε στην περίσταση. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες. Στη δεξιά βρήκα το ξεχασμένο γυαλένι και το πήρα ανάμεσα στα δάχτυλα. Μου φάνηκε παράξενο που βρέθηκε στη τσέπη μου, νόμιζα πως είχε περάσει καιρός από τότε. Το στριφογύριζα ανάμεσα στα δάχτυλα και βάλθηκα να σκέφτομαι, με τι τρόπο θα ξεπεράσουμε τα τυπικά προσόντα του Νίκου.



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14




Στο ξέφωτο της ζούγκλας η μάχη κορυφωνόταν με τον Ταρζάν και τους φίλους του να δίνουν γερό μάθημα στον σκληρό στρατό του Ντελανέζ.
―Βοήθεια, φώναζαν οι στρατιώτες του δικτάτορα, πάμε να γλιτώσουμε. Ο Ταρζάν είδε ένα τανκ να έρχεται εναντίον του. «Αυτό το πράγμα είναι επικίνδυνο και πρέπει να το σταματήσω», σκέφτηκε και με ένα πήδημα βρέθηκε στον πύργο του θωρακισμένου οχήματος. Ανοίγει την καταπακτή και μπαίνει μέσα στην «κοιλιά» του τανκ, όπου υπάρχουν 4-5 άτομα χειριστές και πυροβολητές. Μέσα στο όχημα ξεσπά μάχη σώμα με σώμα.

―Απάνω του, λέει ο επικεφαλής. Ο Ταρζάν τους αρχίζει στα κλωτσοπατινίδια και τις φάπες. Κάποιος το σκάει και τρέχοντας φωνάζει.
―Βοήθεια, αυτός είναι διάβολος, χειρότερος από λιοντάρι, ρινόκερο και βουβάλι μαζεμένα.

Η μάχη έγερνε πια υπέρ του Ταρζάν και του «στρατού» του σε όλο το πεδίο. Όσοι γλίτωναν έφευγαν.

―Φύγετε να σωθούμε.
―Ωχ τι ξύλο φάγαμε οι άμοιροι.
―Πάμε όσο πιο μακριά γίνεται. Έλεγαν οι καταντροπιασμένοι στρατιώτες του Ντελανέζ. Ο βοηθός της πριγκίπισσας πλησιάζοντας τον Ταρζάν του είπε,
―Ταρζάν νίκησες. Μας έσωσες και μαζί έσωσες και όλους τους Κουρούα, πάντα θα σε ευγνωμονούμε.
―Έλα να πάμε στην καλύβα που είναι οι δικοί σου, του απάντησε ο Ταρζάν και πετάει ένα ξύλο στον αφρικανό για να δει την ετοιμότητά του αλλά και την δύναμή του.




Αυτό ήταν που μου έδωσε την ιδέα πως θα κάνω τον Γιώργο στρατηγό.

―Δύο, μετρούσα και πέταγα ένα κούτσουρο κατά πάνω του. Ο Γιώργος το έπιανε και τον ξαναπετούσε πίσω. Αυτό έπρεπε να γίνει δέκα φορές, τόσες όσες είμαστε σίγουροι ότι θα τα καταφέρει, για να γίνει στρατηγός.

Το σκοτάδι ήταν πηχτό φώτιζε μόνο η ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ. Οι άλλοι είχαν φύγει, με μια κατσάδα παραμάσχαλα. Η θεία μου τους περίμενε στο δρόμο. Η μάνα του Γιώργου έφυγε κι εκείνη και παρήγγειλε -να τσακιστεί γρήγορα μόλις έρθει και να πάει σπίτι.
Είχαμε φτάσει στην έκτη προσπάθεια όταν βγήκε η μάνα μου στην αυλή.

―Άντε, Γιώργο μου, θα σε περιμένει η μαύρη, έχει πάει αργά.
―Τώρα, ρε, θεία τελειώνουμε, απάντησε και ζορίστηκε να ξαναστείλει το κούτσουρο πίσω.
―Εφτάαααα, μέτρησα με τρόπο που να δείχνει ότι κοντεύουμε.
―Οχτώωωω!
―Εννιάααα, η φιγούρα του γέρου ήξερα ότι δεν θα μ' αφήσει εύκολα, αλλά καρφώθηκε στο μυαλό μου την πιο άσχημη στιγμή. Δεν πρόσεξα, πέταξα άτσαλα το κούτσουρο και βρήκε το Γιώργο κατακέφαλα. Έμεινα για μια στιγμή ακίνητος να τον κοιτάζω. Περίμενα να σκούξει όλη η αυλή. Ο Γιώργος έσκυψε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα σιγανό κλάμα, που 'βγαινε από τα ρουθούνια του. Του σήκωσα μαλακά το κεφάλι, από το δεξί μέρος έτρεχε αίμα. Πανικοβλήθηκα, τον πήγαινα προς την πόρτα και φώναζα τη μάνα μου μ' όλη μου τη δύναμη.

Τον είχαμε ξαπλωμένο στο κρεβάτι της κουζίνας. Το κεφάλι του τύλιγε ένα άσπρος επίδεσμος που είχε κοκκινίσει στο δεξί μέρος από το ιώδιο και το αίμα. Έμοιαζε, μ' αυτή την κορδέλα γύρω από το κεφάλι, με τους φοβερούς ινδιάνους που είχα δει στο σινεμά. Του είχε περάσει ο πόνος και η ταραχή και ξαναμετρούσε τις βολές. Τις βγάζαμε δέκα όσες φορές κι αν τις ξαναυπολογίσαμε. Είχα σκύψει κοντά του, στηριγμένος στα γόνατα με τους αγκώνες στο κρεβάτι.

―Ο στρατηγός πληγώθηκε στη μάχη, αλλά δεν είναι τίποτα σοβαρό. Θα πάρει και παράσημο ανδρείας για το θάρρος του, tου ψιθύριζα. Αυτός χαμογέλασε κάπως ζορισμένα, ένιωθε και μια μικρή χαρά που θα γινόταν στρατηγός χωρίς χάρες, αλλά με την αξία του και με το παράσημο κατακούτελα.

Η μάνα του μετά την πρώτη αναστάτωση του έβαλε τις φωνές. Μετά καθάρισε πατάτες να του τηγανίσει , που του άρεσαν, μεγάλη εφεύρεση οι τηγανιτές πατάτες, για πάσα νόσο και κάθε χτύπημα. Καληνύχτισα και έκλεισα την τζαμένια πόρτα πίσω μου, το κρύσταλλο έτριζε μέχρι που έστριψα. Όρμησε κατά πάνω μου το τσουχτερό κρύο και η υγρασία της νύχτας. Ανάμεσα στα σύννεφα μπαινόβγαινε ένα κόκκινο φεγγάρι, ολοστρόγγυλο σαν πληγή και σαν παράσημο. Όλα ήταν στρογγυλά η πληγή του Γιώργου, το γυαλένι στη τσέπη μου, το φεγγάρι. Μόνο η φιγούρα του γέρου έμενε αιχμηρή να μπαινοβγαίνει στο μυαλό μου σα λοστός ανοίγοντας τρύπες βαθιές, πληγές χωρίς αίμα, που δεν γιατρεύονταν μ' επιδέσμους και πατάτες τηγανητές. Μπορεί να 'ταν μια οπτασία, που γέννησε η αστραπή χορεύοντας με το φόβο μου, μπορεί αν προχωρούσα κατά πάνω του να διαπίστωνα πως ποτέ δεν υπήρξε γέρος, έπρεπε όμως να πάω και να πάω μόνος μου. Θα 'ξερα απόψε περισσότερα για το χωράφι, για το γέρο, για τη νύχτα, για το φεγγάρι, για μένα. Έπρεπε να πάω, το κάλεσμα ήταν καθαρό, όπως καθαρά θα γινόταν όλα, ακόμα και να μην υπήρχε γέρος. Μεγαλύτερη σημασία θα είχαν τα εκατό βήματα ανάμεσα στα δέντρα και το φόβο μου, ανάμεσα, στο λιγοστό φως και την αγωνία μου, από αυτά που θ' αντίκριζα.
Αυτό το δείλιασμα μου φαινόταν σαν χοντρή μάλλινη φανέλα που τη φόρεσα κατάσαρκα μια για πάντα.
Πέρασα το κάθετο σοκάκι, μου 'στειλε στο πρόσωπο, παγωμένο αέρα σαν μια χεριά σπόρων ζευγολάτη.
Ψαχούλευα στη τσέπη μου δικαιολογίες για τα εκατό βήματα που δεν έκανα και συναντούσα μονάχα το λευκό γυαλένι. Άφησα το μυαλό μου να καλπάζει σαν πουλάρι αμολητό στο φεγγαρόφωτο. Μου 'ρχόταν στο μυαλό η μέρα και χτένιζα μια, μια τις στιγμές. Πλάταινε ο χρόνος ξαφνικά σε κάτι που σκεφτόμουν και στένευε άλλες σαν τρίχα σε κάτι άλλο που άδειο μου φαινόταν. Ο χρόνος είναι έργο του σατανά, που παίρνει μορφές δικές του, ανεξέλεγκτες απ' το νου τ' ανθρώπου. Μόνο ο τόπος φτιάχτηκε από το θεό, σταθερός σαν πέτρα, αλλάζει αργά βασανιστικά έτσι που μοιάζει πάντα ίδιος, με αμόλυντες διαστάσεις κι ακίνητος.

Μπήκα στην αυλή σιγά - σιγά άρχισε να φωτίζεται από το φως του φεγγαριού, που ξεσκάλωνε πίσω από ένα σύννεφο. Το κοίταξα για λίγο κατάματα, πέρασε μ' αντίθετη πορεία ο Ψαράγγελος, καταμεσής του, σέρνοντας άρμα από μικρά αστέρια και χάθηκε μεσ' το σύννεφο. Σαν να ντρεπόταν για μένα, απέφυγε το βλέμμα μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω και στο 'να χέρι έσφιγγα το γυαλένι και στ' άλλο το άρμα του Ψαράγγελου. Μαζί με το τράνταγμα της πόρτας, άκουσα τη σκέψη μου.

―Θα πάω, θα πάω οπωσδήποτε, μπορεί κι αύριο, πρέπει να κάνω αυτά τα εκατό βήματα, μπορεί και να μην τον φαντάστηκα.



―Θα πάω στην πόλη με τον Κένι, είπε ο Ταρζάν, θα πάμε στην Κουζάμπα να δούμε τι γίνεται εκεί.

Καβάλησαν έναν ελέφαντα ο Ταρζάν και ο Κένι και σε λίγη ωρίτσα έφτασαν στην πόλη.

―Πολλούς στρατιώτες βλέπω, ψιθύρισε ο Ταρζάν στον Κένι.
―Κοίτα Ταρζάν, είπε εκείνος κι έδειξε μια εφημερίδα τοίχου κι άρχισε να διαβάζει «ο στρατηγός Ντελανέζ, ο απόλυτος αρχηγός του Ταγκ, διατάζει να σκοτώνεται όποιος κινείται εναντίον του». Ο Ταρζάν αρπάζει την ανακοίνωση τη σκίζει λέγοντας.
―Μόνο ο Θεός μπορεί να δίνει τη ζωή και τον θάνατο. Ένας στρατιώτης τον βλέπει και βλοσυρά του φωνάζει.
―Ε, τι κάνεις εσύ, αυτή ήταν η διαταγή του αρχηγού μας.
―Ο Ταρζάν δεν ξέρει αρχηγούς, απάντησε εκείνος.
―Θα σου σπάσω το ξερό σου το κεφάλι, είπε ο στρατιώτης και σήκωσε το όπλο του εναντίον του βασιλιά της ζούγκλας, εκείνος αρπάζει το όπλο και το σπάει σε δυο κομμάτια, ρίχνει και κάμποσες ξεγυρισμένες και οι στρατιώτες το έβαλαν στα πόδια, αλλά τα μάτια μου έκλειναν, ήταν αργά, ήταν και η κούραση της ημέρας…



Ο Ταρζάν - ΒΛ 4 αριθμός 14



Ξύπνησα με το περιοδικό κατάμουτρα.

Η μάνα μου άπλωνε ασπρόρουχα ποτισμένα με λουλάκι, στους φράχτες της αυλής κι ο πρωινός ήλιος έσπερνε το λευκό φως πάνω στ' πανωσέντονα. Η αδελφή μου κι εγώ, κάτω από τη ξεραμένη κληματαριά, πουλάγαμε κι αγοράζαμε πραμάτειες μέσα σε χάρτινα χωνιά από εφημερίδες.
Βγήκε η κυρα Λένη και δεν είπε ούτε καλημέρα, αναστέναξε και φώναξε κατά τ' απλωμένα ασπρόρουχα.

―Κυρά Δήμητρα τ' άκουσες; Η μάνα μου γύρισε μ' ένα μανταλάκι ανάμεσα στα δόντια, βρήκαν ένα γέρο στο χωράφι του Σώρα πεθαμένο μεσ' τη λάσπη.

Το χωνί που κρατούσα στα χέρια, άνοιξε και το χώμα χύθηκε πάνω μου. Τα πόδια μου λύθηκαν και κάθισα στο πεζούλι. Τα εκατό βήματα έμειναν με τις πατούσες κολλημένες στην αστραπή, δεν θα γίνονταν ποτέ κι αν τα περπατούσα δεν θα πήγαιναν πουθενά. Ο Ψαράγγελος έκανε νύχτες πολλές να φανεί. Είναι η συννεφιά σκεφτόμουν, για να παρηγοριέμαι.
Μπήκα στο σπίτι πήγα στην πολυθρόνα στο μπροστινό δωμάτιο και ανέσυρα τον Ταρζάν που περίμενε, μαζί του σκέφτηκα όλα είναι πιο ασφαλή, πιο σίγουρα και οι ζούγκλες και τ’ άγρια θηρία ακόμα και οι μοχθηροί στρατιώτες του απαίσιου δικτάτορα, εξ άλλου ο Ταρζάν ήταν πάντα σε ετοιμότητα να δώσει ένα χεράκι, αν τα πράγματα στράβωναν ή να πετάξει και κάνα κορμό ή κάνα κούτσουρο αν τα πράγματα αγρίευαν πολύ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: