Αλμπέρ Καμί

Αλμπέρ Καμί

Στα πιο αθόρυβα βράδια κατοικούν οι πιο άγριες λύπες, οι πιο άσπλαχνοι βασανιστές της μέρας και οι πιο αιχμηρές ήττες της ζωής. Μέσα στα ήσυχα βράδια οι εφιάλτες βρίσκουν την ευκαιρία να τεμαχίσουν την ησυχία μας.
Έμεινα ακίνητος για λίγο ανάμεσα στο λαιμό της Αναστασίας και τον σκοπό της ημέρας, μύριζα τον ήσυχο ύπνο της και την εμπιστοσύνη της στη μέρα που ερχόταν.
Η πιο σίγουρη κρυψώνα μας είναι ένας αναπάντεχος εφιάλτης, τον οποίο τον πλέκουν οι φόβοι και οι ενοχές και τον ξεπροβοδίζουν οι τύψεις. Αλλά όταν υπάρχει ένας σκοπός και μια βαθιά επιθυμία, ακόμα και μέσα στα σκοτάδια χιλιάδων, εκατομμυρίων εφιαλτών θα λάμψει ένας δρόμος φυγής, ένα καλντερίμι ανακούφισης και μια δίοδος επιστροφής.
Γύρισα προς το παράθυρο βάζοντας τα χέρια κάτω από το κεφάλι. Λίγοι ήχοι που έφταναν στ’ αυτιά μου, ανάμεσα στη βαριά ανάσα του Αλέξανδρου, ήταν σαν ηχητικά αποσπάσματα κάποιου ανολοκλήρωτου ονείρου. Γυρόφερνα στο μυαλό μου αποσπάσματα από τη χθεσινοβραδινή παράσταση του «Καλιγούλα», σε ένα θεατράκι ανατολικά ανάμεσα στη νέα όπερα της πόλης στο Faubourg Saint-Antoine, και την Place de la Nation. Εκεί σκόπευα να ξαναπάω σήμερα πρωί να περπατήσω το 11ο και 12ο διαμέρισμα και το Coulée Verte René-Dumont. Δεν παραστεκόμουν στον «Καλιγούλα» και στα βασανιστικά του ερωτήματα του δεν είχα το κουράγιο πρωινιάτικα και επειδή δεν ήθελα να βασανιστώ με τα δύσκολα και ανερμήνευτα, προτιμούσα να παίξω με το φως και το σκοτάδι του παραθύρου, με τις ανάσες και τα θροίσματα των συνταξιδιωτών μου.
Ένα κομμάτι ξημερώματος βούτηξε από το παράθυρο στο δωμάτιο κι άρχισε να χορεύει στα δάχτυλα των ποδιών μου, σε μουσικές και ήχους αναχώρησης. Η φυγή μου δίπλωσε το γόνατο, μου χάιδεψε τον αστράγαλο κι φύσηξε στον λαιμό μου μια ευανάγνωστη ευχή.
Ένιωσα την πρωινή παριζιάνικη ψύχρα στους ώμους κι έβαλα τα χέρια στα σκεπάσματα μετρώντας στα δάχτυλα του δεξιού χεριού τους εφιάλτες της νύχτας.
Θέλει πολύ κόπο, μεγάλη και συνεχή προσπάθεια να γίνει απλότητα, ο χαμός που μας περιβάλλει, η πολυπλοκότητα που μας πνίγει. Χρειάζεται να μερέψουμε τα άγρια που υπάρχουν γύρω μας και να φιλιώσουμε με τ’ αγρίμια που κατοικούν μέσα μας για να γίνουν τα όνειρα φίλοι και οι εφιάλτες συνοδοιπόροι.
Άκουσα τον Αλέξανδρο να ανασαίνει βαθιά την υγρασία που άφηνε πίσω της η νύχτα καθώς ξεμάκραινε.
Μερικές φορές η νύχτα ξοδεύεται εύκολα στα δάχτυλα ενός ανήσυχου ονείρου και στα νύχια ενός οδοντωτού ξαφνιάσματος και μένει στεγνή το ξημέρωμα, να μην ξέρει κατά πού είναι η Δύση και πώς πρέπει να σβήσει.
Ανασηκώθηκα από το κρεβάτι, γιατί κάθε μέρα είναι μια εφηβεία αχρησιμοποίητη και δεν κάνει να μένει, αμεταχείριστη. Μπορεί ένας εφιάλτης να σε διατρέχει απ΄ άκρη σ’ άκρη πιο γρήγορα από ότι η σαΐτα των χαμένων επιδιώξεων, αλλά ένας εφιάλτης όσο γρήγορα έρχεται τόσο γρήγορα χάνεται, ενώ μια μέρα έχει πάντα τις διαστάσεις που θα της δώσεις. Και όπως οι άνθρωποι που ζουν μοναχική ζωή, πάντα τα πρωινά έχω πράγματα στο μυαλό μου για τα οποία θέλω να μιλήσω, ανυπομονώ κάπου να τα αποθέσω, σαν ένα βάρος που αν το κρατήσω περισσότερο θα με γονατίσει. Το παιχνίδι των ηχητικών εντυπώσεων μου συνεχιζόταν, αυτό που άκουγα δεν ήταν μουσική, ήταν ήχοι που προσπαθούσαν ν’ αποκτήσουν μουσικό σώμα. Κάποιος ήχος στρίγγλισε στο κεφάλι μου και ήρθε και ενώθηκε με το φρενάρισμα του μεγάλου οχήματος στη στάση του 24 με κατεύθυνση το κέντρο του Παρισιού.
Χαράματα στο λεωφορείο με μερικούς εργάτες που μπαίνουν στην πόλη ερχόμενοι από τη σκοτεινή πλευρά του σύμπαντος. «Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια και δεν υπάρχει πραγματική ζωή για κάποιον που δουλεύει δώδεκα ώρες την ημέρα χωρίς να ξέρει γιατί δουλεύει» έγραφε ο Αντρέ Μαλρό. Υπάρχουν και χειρότερα αγαπητέ, σκέφτηκα, πίσω στην «πιο ένδοξη πατρίδα του κόσμου» στον Άπω Νότο, ένας στους πέντε είναι άνεργος και δεν έχει τρόπο αξιοπρεπή, να ταΐσει τα παιδιά του. Υπάρχουν και χειρότερα. Γιατί «χωρίς δουλειά, η ζωή σαπίζει, αλλά όταν η δουλειά είναι άψυχη, η ζωή εκφυλίζεται και ξεψυχάει» γράφει ο συγγραφέας του Καλιγούλα ο Αλμπέρ Καμί και πώς να εξηγήσεις στο μελαμψό εργάτη απέναντι που κλείνουν τα μάτια του και τα χέρια του δίνουν κουράγιο το ένα στο άλλο για τη σκληρή μέρα που μαζεύεται γύρω του.
Προσπαθούσα να χτίσω την ημέρα μου, μ’ έναν εφιάλτη στη μασχάλη, με την αγάπη για τους δικούς μου στους κροτάφους και κάμποσους ακανόνιστους ήχους σε κομποσκοίνι, που περνούσα από το ένα δάχτυλο στο άλλο. Ήξερα ότι κάποια στιγμή ένας ήχος θα άγγιζε την ευαίσθητη χορδή του πρωινού μου και όλα θα έπαιρναν τον δρόμο τους. Στον αυχένα μου χτυπούσαν ακόμα οι λέξεις του Καμί από την χθεσινοβραδινή παράσταση του Καλιγούλα.

«Όχι, ο Καλιγούλας δεν πέθανε.
Είναι εδώ κι εκεί. Είναι στον καθένα από σας.
Αν σας είχε δοθεί η εξουσία, αν είχατε καρδιά,
αν αγαπούσατε τη ζωή, θα τον βλέπατε να λυσσομανά,
αυτό το τέρας ή αυτόν τον άγγελο που κουβαλάτε μέσα σας».


Έγραφε ο Αλμπέρ Καμί και σκορπούσε τρίματα ανησυχίας ανάμεσα στα δάχτυλά μας, κομμάτια αμφιβολίας στις αρθρώσεις μας και σκόνη αβεβαιότητας στην ύπαρξή μας.



Φομπούρ Σαιν -Αντουάν, Espace Reuilly θέατρο

Κατέβηκα στη rue de Lyon δίπλα στην όπερα της Βαστίλης κινήθηκα αριστερά με ένα φυλλάδιο για τη ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα, ο οποίος θα με συντρόφευε στα ανατολικά της πόλης, με αφορμή τη βραδινή παράσταση. Ασχολήθηκα ελάχιστα με την πλατεία και την Όπερα. Από μακριά έριξα μερικές ματιές. Τράβηξα μερικές υποφωτισμένες φωτογραφίες και άλεσα τη στρογγυλάδα της πλατείας ανάμεσα στους κυνόδοντες. Είχαμε στο πρόγραμμα να έρθουμε και οι τρεις μαζί κάποια από τις επόμενες μέρες. Σκόπευα να περπατήσω την περιοχή πίσω από τη βιτρίνα των όμορφων και μεγάλων πλατειών και να ξεψαχνίσω καλά την περιοχή, μέχρι να συναντηθώ με τη γυναίκα και το γιό μου. Είχα στη διάθεσή μου κάνα τετράωρο, δεν ήταν κι αμελητέο και μπόλικο πληροφοριακό υλικό και για την περιοχή και για τον σπουδαίο φιλόσοφο.

Στ’ ανατολικά του Παρισιού, κοντά πίσω για την ακρίβεια από την πολύβουη Βαστίλη, βρίσκεται η περιοχή Φομπούρ Σαιντ - Αντουάν, παραδοσιακή γειτονιά της εργατικής τάξης, όπου διαμένουν μέχρι και σήμερα σχεδιαστές επίπλων, μαραγκοί και τεχνίτες και πιο πίσω Αλγερινοί μετανάστες.

Ο Αλμπέρ Καμί γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία από πατέρα Γάλλο χωρικό, μητέρα Ισπανίδα και μεγάλωσε μέσα στην ένδεια. Είχε έναν ακόμη μεγαλύτερο αδελφό. Ο πατέρας του, ο αλσατικής καταγωγής Λυσιέν, εργαζόταν για έναν έμπορο κρασιού σε ένα οινοπαραγωγικό κτήμα κοντά στο Μοντοβί της Αλγερίας, όπου γεννήθηκε και ο Αλμπέρ. Επιστρατεύθηκε όμως τον Σεπτέμβριο του 1914 και ο τραυματισμός του στη μάχη του Μάρνη τον οδήγησε στον θάνατο στις 17 Οκτωβρίου του 1914. Ο μικρός Αλμπέρ θα γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από μια φωτογραφία και μια σημαντική οικογενειακή ιστορία: την περιγραφή της έντονης αποστροφής που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μιας εκτέλεσης.

Χαμογελούσε το πρωινό αεράκι πίσω από τη ράχη μου, έρεε η δροσιά του στην πλάτη μου και η χαρά της φυγής στους ώμους μου.
Ξεκινώντας από την πλατεία της Βαστίλης θα συνέχιζα προς το λιμάνι αναψυχής του Παρισιού, θα πήγαινα στην περιοχή των τεχνιτών γύρω από το Βιαντίκ ντε - ζ-Αρ, μια πρώην οδογέφυρα, που ήταν γεμάτη με εργαστήρια καλλιτεχνών και τεχνιτών και θα κατέληγα στο καταπράσινο Προμεντάντ Πλαντέ.
«Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες» έγραφε ο Προυστ γι' αυτό ξεκίνα, είπα και κατηφόρισα από την πλατεία στο Πορ ντε Πλεζάνς.
Μόνο λίγα μέτρα από τη γεμάτη κίνηση, πλατεία της Βαστίλης βρίσκεται μια περιοχή ιδανική για τους φίλους της βαρκάδας και για τους φυσιολάτρες, η περιοχή του Πορ ντε Πλεζάνς και του κήπου Παρί - Αρσενάλ εγκαινιάστηκε το 1983 για να εξυπηρετήσει τα σκάφη αναψυχής. Παλαιότερα εδώ γινόταν φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων, καθώς το λιμάνι ένωνε τον Σηκουάνα με το κανάλι του Σαιν - Μαρτέν. Σήμερα είναι ένα ειδυλλιακό μέρος γεμάτο με σκάφη αναψυχής, βάρκες και Παριζιάνους που κάνουν τη βόλτα τους. Μια γωνιά γεμάτη κρυψώνες, αλλά τι είναι ο άνθρωπος εκτός από το σύνολο των μυστικών του; Σκιά, περίγραμμα και ανορθογραφία. Ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει υπόσταση και να κάνει θαύματα είναι να εντοπίσει το μαγικό ανάμεσα στις ρηχές, φτωχές, κρυψώνες του πραγματικού.
Τα καλντερίμια στις αποβάθρες και οι παλιομοδίτικοί φανοστάτες δίνουν στην περιοχή ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Οι ακανόνιστοι ήχοι, εμπλουτισμένοι με χαμηλές φωνές και παιδικές ιαχές συνόδευαν τα βήματά μου, χαμογελώντας κάτω από τους φανοστάτες, τα κάγκελα και τις δέστρες των πλοίων.
Αν μιλάς για την ευτυχία σου τη γυμνώνεις και την κονταίνεις, γι αυτό όταν την νιώσεις κρύφτην πίσω από μια σκιερή σιωπή κι άστην να συναντιέστε τις βραδιές χωρίς φεγγάρι και τις ανήλιαγες μέρες.
Συνέχισα προς το τέρμα της μαρίνας, όπου βρίσκεται ένα φράγμα. Πέρασα τη γέφυρα του φράγματος από το φανάρι για τους πεζούς και συνέχισα στην άλλη πλευρά της αποβάθρας με κατεύθυνση πίσω προς την πλατεία της Βαστίλης. Λίγο πριν από τη μεταλλική γκρι γέφυρα ανέβηκα τα σκαλιά και στη συνέχεια πέρασα τη γέφυρα προς το Μπουλβάρ ντε λα Μπαστίγ. Ήμουν ξεκούραστος και μπορούσα να διαβάσω καλύτερα τους δρόμους και τις εσοχές τους, να συλλαβίσω πιο εύκολα τις φράσεις του ουρανού και τ’ αποφθέγματα των λεωφόρων, να εκτιμήσω τη στιγμή. Ήμουν ξεκούραστος και ευχαριστημένος και ήθελα να σταματήσω τη στιγμή στη μορφή μιας όμορφης γυναίκας, να τη φιλήσω με πάθος και να της πω, «σ’ ευχαριστώ που υπήρξες, σας ευχαριστώ όλες τις στιγμές που μου δίνετε τη χαρά να σας θηλάζω, σας ευχαριστώ που υπάρχετε και με κάνετε να χαίρομαι τον ήλιο, τα ταξίδια, τους αγαπημένους μου, τη ζωή. Ευχαριστώ που ανασαίνετε μαζί μου».
Πέρασα στην απέναντι πλευρά του Βουλεβάρτου κι έστριψα δεξιά και μετά αριστερά στην οδό Ζιλ Σεζάρ.

«Μεγάλωσα, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις τυμπανοκρουσίες του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Και η Ιστορία μας από τότε δεν έπαψε να είναι: φόνος, αδικία, βία». Ο πατέρας του, ένας φτωχός βιοπαλαιστής που είχε έλθει στην Αλγερία για να κάνει την τύχη του, σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η ισπανικής καταγωγής μητέρα του δούλευε ως παραδουλεύτρα για να μεγαλώσει αυτόν και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Η οικογένεια του, μετά τον θάνατό του πατέρα του, εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι και έζησε σε ένα μικρό δυάρι με την γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του και έναν παράλυτο θείο του.
Παράλληλα με τις σπουδές του ο Καμί ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο, αλλά μια κρίση φυματίωσης το 1930, έβαλε τέλος στα αθλητικά του όνειρα. Χρόνια αργότερα ενθυμούμενος αυτά που του προσέφερε το ποδόσφαιρο είπε την γνωστή ρήση: « Στο ποδόσφαιρο χρωστάω όσα ξέρω για ηθική και καθήκον». Η επιδείνωση της υγείας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ανθυγιεινό διαμέρισμα στο οποίο έμεινε για 15 χρόνια και να ζήσει μόνος του κάνοντας διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αλγερίου, από την οποία αποφοίτησε το 1936 με μια εργασία για την σχέση της ελληνικής και χριστιανικής σκέψης στα κείμενα του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου. «Από το κουτί της Πανδώρας όπου βρίσκονταν πλήθος τα κακά της ανθρωπότητας, οι Έλληνες άφησαν την ελπίδα να βγει τελευταία από τα άλλα, σαν το πιο τρομερό από όλα.
Δεν γνωρίζω πιο συγκινητικό συμβολισμό! Γιατί η ελπίδα, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουμε, ισοδυναμεί με παραίτηση. Και ζω, σημαίνει δεν παραιτούμαι!…», σημείωνε ο σπουδαίος φιλόσοφος.

Με ένα μάτσο ελπίδες απανθρακωμένες στην αγκαλιά έστριψα στο τέρμα του δρόμου αριστερά και πέρασα στην απέναντι πλευρά της οδού ντε Λυόν.

Στα δεξιά βρίσκεται η λεωφόρος Ντομενίλ και η αρχή του Βαντίκ ντε-ζ-Αρ (οδογέφυρα των Τεχνών).
Το 1859, χτίστηκε η γέφυρα για να περάσει ο σιδηρόδρομος, η γραμμή συνέδεε την περιοχή Φομπούρ Σαιν - Αντουάν με τα περίχωρα. Πέρασαν τα χρόνια, η γέφυρα σοβατίστηκε με αναμνήσεις και βάφτηκε με τα χρώματα του χρόνου. Έμεινε η γέφυρα σαν μια ανάμνηση σαν μια κλωστούλα ζωής που κρατά το βάρος της αιώνιας λησμονιάς. Το 1994 στην ανακαινισμένη Οδογέφυρα των Τεχνών, στη ροζ πέτρινη στοά της, στεγάστηκαν 50 καταστήματα και εργαστήρια καλλιτεχνών.
Για να τηρηθεί η παράδοση της περιοχής, στα εργαστήρια υπάρχουν όλων των ειδών οι τέχνες, αλλά και ορισμένοι από τους καλύτερους χειροτέχνες της πόλης. Η ανάμνηση της ευτυχίας είναι θλίψη αλλά η ανάμνηση της δυστυχίας είναι μια μικρή ελπιδοφόρα ηλιαχτίδα, τόσο κοφτερή που μπορεί να πάρει κανείς ένα κομμάτι απελπισίας και μ’ αυτή να την κάνει ψιλοκομμένη προσμονή.
Η υπέροχη βιτρίνα του πρώτου εργαστηρίου με την ονομασία ‘’Maison Guillet’’ δίνει μια πρώτη γεύση της καλλιτεχνικής ποιότητας των χειροτεχνών. Το συγκεκριμένο εργαστήριο ειδικεύεται στην κατασκευή μεταξωτών λουλουδιών, τα οποία προμηθεύει σε θέατρα και σε οίκους μόδας της πόλης. Εδώ τα λουλούδια φτιάχνονται για να έχουν μέλλον και προοπτική χασκογέλασα κοιτώντας, την περιποιημένη προθήκη του καταστήματος.
Ποια προετοιμασία του μέλλοντος και κουραφέξαλα, ψιλοδιαμαρτυρήθηκα στη σκέψη μου, η σωστή προετοιμασία του μέλλοντος είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν, να μην τσιγκουνεύεσαι ούτε συναισθήματα, ούτε σχέδια, ούτε προορισμούς. Το τώρα επωάζει, το αύριο, το σήμερα, το επόμενο διάστημα και η σημερινή το μέλλον.
Στο ‘’Ateliers du Temps Passe’’ στον αριθμό 5 γίνεται συντήρηση έργων τέχνης, ενώ το ‘’Lorenove’’ δίπλα, ειδικεύεται στη συντήρηση γυάλινων αντικειμένων εποχής.
Πιο κάτω βρίσκεται το ατελιέ του διακοσμητή εσωτερικών χώρων Σερίφ ενώ το κατάστημα ‘’Le Bonheur des Dame’’ στον αριθμό 17, οι φανατικοί του κεντήματος μπορούν να βρουν ό,τι επιθυμούν.
Προσπέρασα το όμορφο καφέ Viaduc στον αριθμό 43 γιατί έμοιαζε αναποφάσιστα ανοικτό και την ενδιαφέρουσα οδό Ραμπελ επειδή είχα αποφασίσει να διατρέξω όλη την Οδογέφυρα πριν κάνω οτιδήποτε άλλο.
Το ‘’Vertical’’ στον αριθμό 63 συνενώνει την τέχνη με τη φύση με τα «βοτανικά γλυπτά του». Αυτό περισσότερο το διάβασα παρά το είδα και το κατάλαβα.
Γειτονεύουν πιο κάτω ο κατασκευαστής μεταλλικών επίπλων Bagues, η Μαρί Λαβάντ, συντηρήτρια δαντέλας και το Atelier Le Tallec με τις χειροποίητες πορσελάνες του και μας μεταφέρουν στο παρελθόν. Κάπου εδώ φαίνεται ότι οι σκόρπιοι ήχοι, οι νωποί ψίθυροι και τα κροταλίσματα των στιγμών συναντήθηκαν με τις καμπύλες της Οδογέφυρας, τα ροζ τούβλα των μεγάλων επιφανειών και τους δρόμους που οδηγούσαν τους ανθρώπους στις απολήξεις της πόλης και πίσω στο παρελθόν που ασθενικό φτάνει μέχρι τις μέρες μας και τεμαχίζει τις βεβαιότητες μας σαν σφάγιο.

Ο Αλμπέρ Καμί μετά τα προβλήματα υγείας του μένει για λίγο σε έναν θείο του χασάπη το επάγγελμα και δημοκράτη, υπέρμαχου των ιδεών του Βολτέρου, κι έπειτα αποφασίζει να ζήσει μόνος. Για να τα βγάλει πέρα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και κάνει διάφορες δουλειές.
Το 1935, ξεκινά το L' Envers et l' Endroit, που θα εκδοθεί δύο χρόνια αργότερα. Ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας (le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι, που αργότερα (1937) μετονομάζει σε «Θέατρο της Ομάδας». Στο μεσοδιάστημα, ο Καμί αποφασίζει να εγκαταλείψει το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πιά (Pascal Pia). Η έρευνα που κάνει με τίτλο Μιζέρια της Καμπυλίας θα συναντήσει αντιδράσεις. Το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμί. Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο (L' Étranger, 1942).
Το βιβλίο ξεκινά με την εξής φράση: “Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas.” («Σήμερα, η μαμά πέθανε. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω.»). Το Σήμερα διακόπτεται από τον θάνατο της μαμάς. Ο Μερσώ, ένας αδιάφορος Γαλλο-Αλγερινός, μετά την παρουσία του στην κηδεία της μητέρας του, σκοτώνει απαθώς έναν Άραβα τον οποίο αναγνωρίζει στο Γαλλικό Αλγέρι. Η ιστορία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: η αφήγηση του Μερσώ σε πρώτο πρόσωπο πριν και μετά τον φόνο. «Συνόψισα τον Ξένο πολύ καιρό πριν, με μία παρατήρηση που παραδέχομαι πως ήταν εξαιρετικά παράδοξη: Στην κοινωνία μας κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο. Ήθελα απλώς να πω ότι ο ήρωας του βιβλίου είναι καταδικασμένος επειδή δεν παίζει το παιχνίδι.»
Ο Μερσώ ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για τις φυσικές πτυχές του κόσμου γύρω του παρά για τις κοινωνικές ή τις συναισθηματικές του πτυχές (π.χ. έρωτας - αγάπη, ζέστη - κηδεία, ήλιος - φόνος). Όταν παρατηρεί τους ανθρώπους απ’ το μπαλκόνι του, το κάνει παθητικά, απορροφώντας τις λεπτομέρειες χωρίς όμως να κρίνει αυτά που βλέπει˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους στην αίθουσα του δικαστηρίου, τους Άραβες, τους γείτονες του Ρέιμοντ και άλλους, που αναζητούν απεγνωσμένα κάποιο νόημα. Ούτε ο εξωτερικός κόσμος όπου ο πρωταγωνιστής ζει ούτε ο εσωτερικός κόσμος των σκέψεων και των διαθέσεών του κατέχουν λογική τάξη. Ο Μερσώ δεν έχει ξεχωριστό λόγο για τις πράξεις του (να παντρευτεί την Μαρία, να σκοτώσει τον Άραβα, κτλ). Η κοινωνία ωστόσο προσπαθεί να εφεύρει ή να επιβάλλει λογικές εξηγήσεις για τις παράλογες πράξεις του με σκοπό την διατήρηση της τάξης.

Η μουσική πιθανόν να είναι η πιο σπουδαία προσπάθεια του ανθρώπου να βάλει το χάος που υπάρχει γύρω του κι εντός του σε μια τάξη, χωρίς να καταδυναστεύσει τα πάθη και τις επιθυμίες αλλά εκφράζοντας τες. Η μουσική έχει το μερίδιο της στην Οδογέφυρα της Τέχνης. Ο Αλαίν Καντινό επισκευάζει και πουλάει φλάουτα, ενώ παρά δίπλα ο Ροζέ Λαν κατασκευάζει βιολιά και τσέλο. Ήχοι από τα έργα του Ξενάκη ‘’Metastasis’’ και ‘’Syrmos’’, έμπαιναν κι έβγαιναν μέσα από τις καμάρες της Οδογέφυρας, στο ανοιχτό πουκάμισό μου και ανάμεσα στους αρμούς της σκέψης μου. Κάποιες φορές το ερμητικό μπορεί να γίνει απόλυτα προφανές αρκεί να είσαι εκεί έτοιμος για τη συνομιλία.
Πιο κάτω βρίσκεται ένα σιδηρουργείο και δίπλα του ένα κεραμοποιείο και ένα κορνιζάδικο. Όταν βγήκε μια ακτίνα, πίσω από ένα σκούρο σύννεφο της Ανατολής, δεν περίμενα να με βρει, έτρεξα την πήρα στα χέρια, την έφερα στο στόμα και την κατάπια με μιας. Σήμερα θα άφηνα τον κόσμο χωρίς ήλιο είπα, αλλά μ’ ένα χαμόγελο τη γύρισα πίσω και την χάιδεψαν τα δέντρα, οι μπαλκονόπορτες και οι ευχές των απελπισμένων.
Το πρωινό φως απλωνόταν μέχρι το βάθος με φωτοσκιάσεις, παιχνιδίσματα, εκπλήξεις, γιατί ο ήλιος τηρεί τις υποσχέσεις του μέχρι τελευταίας ακτίνας.
Η ακτίνα είναι σαν την αγάπη δεν υπάρχει για να μας κάνει χαρούμενους, η ακτίνα και η αγάπη υπάρχουν για να μας δείξουν πόσο έξω μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, πόσο πιο ευρύχωρη είναι η ψυχή μας, πόσο πιο μακριά από μας είναι τα σύνορα της επικράτειάς μας.
Φτάνοντας στο τέλος της Οδογέφυρας το εργαστήριο του Ζαν-Σαρλ Μπροσό που συνοψίζει την ποικιλομορφία του δρόμου με το να ειδικεύεται στην κατασκευή καπέλων, αρωμάτων και μαχαιροπήρουνων. Ήπια ξεροσφύρι τους τελευταίους ήχους του ‘’Syrmos’’ ποτίστηκα με ένα κομμάτι σιδηρογέφυρας που θα μπορούσε έτσι ωραία κι απέριττη που ήταν, να την έχει σχεδιάσει ένα παιδί κι έστριψα στη Rambouillet για να βγω στο μονοπάτι της Προμεντάντ Πλαντέ, αλλά με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Το σιδερένιο πορτόνι που οδηγούσε στο εσωτερικό μιας πολυκατοικίας και στο μονοπάτι ήταν κλειστό. Κατέβηκα κάτω κι έψαξα για άλλη είσοδο, τζίφος. Ετοιμαζόμουν να δω πώς θα προσαρμόσω το πρόγραμμα μου, όταν είδα έναν τύπο μ’ ένα ποδήλατο να βγαίνει από την περίεργη πολυκατοικία να ξεκλειδώνει το πορτόνι ν’ ανεβαίνει στο ποδήλατό του και να χάνεται στο βάθος του δρόμου. Η είσοδος, φαίνεται έμενε κλειστή όλο το βράδυ και το πρωί κάποιος την ξεκλείδωνε και την άφηνε ανοιχτή μέχρι το βράδυ. Δεν το πολυκατάλαβα όλο το σκηνικό, αλλά με βόλεψε ανέβηκα γρήγορα - γρήγορα τα σκαλιά έστριψα αριστερά και βρέθηκα στην Προμεντάντ Πλαντέ. Ένα μονοπάτι μήκους 4,5 χλμ. που καταλήγει στο δάσος της Βενσέν κι από κει πάλι πίσω, ένα μονοπάτι που τακτοποιεί τον περίπατο των ξένων, τους ημιτελής μύθους και το παράλογο που παραμονεύει στο μισάνοιχτο πορτόνι της απορίας.

Με το μυθιστόρημα ο Ξένος και Ο μύθος του Σίσυφου (Le Mythe de Sisyphe, 1942) Ο Αλμπέρ Καμί θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Σύμφωνα με τη δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση (Le Malentendu) και Καλιγούλας (Caligula, 1944). Το 1943 προσλαμβάνεται ως εκδότης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat (Μάχη), που συγκέντρωσε μερικές από τις σημαντικότερες υπογραφές Γάλλων αριστερών διανοουμένων, όταν ο Π. Πια κλήθηκε να προσφέρει από άλλες θέσεις στη Γαλλική Αντίσταση. Το 1947, διαφωνώντας με τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας, ο Καμί την εγκαταλείπει. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με την παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, την Πανούκλα (1947), αλλά και άλλα έργα, λιγότερο δημοφιλή: L' État de siège (1948), Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος (L' Homme révolté) (1951).
Η Πανούκλα (γαλλικά La peste) είναι έργο του Αλμπέρ Καμί το οποίο τιμήθηκε με Νομπέλ λογοτεχνίας (1957) και διηγείται τα παράξενα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Οράν, στην Αλγερία, γαλλική επαρχία, από το 1940 και μετά.
Πρωταγωνιστής αυτού του φανταστικού χρονικού, ο γιατρός Bernard Rieux. Όλα ξεκινούν όταν ο τελευταίος βρίσκει έναν νεκρό αρουραίο στο διάδρομο του κτιρίου όπου διαμένει. Δεν παραλείπει να το αναφέρει στον θυρωρό του κτιρίου, ο οποίος πιστεύει πως πρόκειται για κάποιο είδους φάρσα. Ο γιατρός συλλαμβάνει κι άλλες σκηνές αρουραίων που κείτονται νεκροί στους σκουπιδοτενεκέδες φτωχών γειτονιών, ενώ όλη η πόλη μιλάει για αυτούς τους αρουραίους που βγαίνουν μαζικά από τους υπονόμους. Αμέσως ξεκινάει πόλεμος εναντίον των τρωκτικών ενώ αργότερα Rieux μέσω κάποιον συμβάντων αρχίζει να υποψιάζεται πως δεν επρόκειτο για τυχαίο φαινόμενο αλλά για πανούκλα, την οποία και μεταφέρουν τα ποντίκια σε όλες τις γωνιές της πόλης. Τελικά η διοίκηση αποφασίζει να απομονώσει την πόλη από τον υπόλοιπο κόσμο προκειμένου να μην εξαπλωθεί η επιδημία. Εκεί, μέσα στην απόγνωση και την απομόνωση γνωρίζουμε και άλλους χαρακτήρες του μυθιστορήματος οι οποίοι ,όπως είναι λογικό άλλωστε, αντιδρούν με διαφορετικούς τρόπους στον αποκλεισμό του Οράν και την αρρώστια που το μαστίζει. Μερικοί προσπαθούν να διαφύγουν από τη πόλη, άλλοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την Πανούκλα με τη βοήθεια του Θεού, άλλοι με την επιστήμη και άλλοι βολεύονται και προσαρμόζονται. Το τέλος του βιβλίου γρατζουνά μέχρι την τελευταία απόληξη κάθε ελπίδα μας. Τα ποντίκια εξαφανίστηκαν. Η πανούκλα περιορίστηκε. Όμως τίποτα δεν είναι οριστικό. Η συνεχής επαγρύπνηση είναι η μόνη προστασία που διαθέτουμε απέναντι στις πανδημίες. Είτε αυτό αφορά ολοκληρωτικά καθεστώτα είτε θανατηφόρους ιούς «… Ο Ριέ αναλογιζόταν πως αυτή η χαρά δεν θα ήταν ποτέ σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος[…] δηλαδή πως ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και τα ρούχα[…] και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που για την δυστυχία και την γνώση των ανθρώπων η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μία ευτυχισμένη πόλη».

Κινήθηκα αριστερά με κατεύθυνση τη Βαστίλη. Αυτό το στενό μονοπάτι με τις τριανταφυλλιές και τα σφεντάμια, προσφέρει όμορφη θέα στις στέγες των σπιτιών της περιοχής, ενώ μερικά διαμερίσματα φαίνονται μέχρι το βάθος τους. Από δω το βόλεμα των ενοίκων του φαίνεται ολοκάθαρα. Όπως φαίνεται ποιος αναζητά τη βοήθεια του Θεού, ποιος της επιστήμης και ποιος έχει αφεθεί στον ρου της μοίρας του. Γι αυτό η «πανούκλα» θα είναι μια αιώνια απειλή, γιατί οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και οι αλλαγές της αρρώστιας είναι πιο γρήγορες, πιο ξαφνικές και περισσότερο αποφασιστικές από αυτές τις ράθυμες και νωχελικές του ανθρώπου. Κάποιο από αυτά τα διαμερίσματα, σκέφτηκα, μπορεί να είναι και του ποδηλάτη. Έτσι διάφανα που φαίνονταν τα δωμάτια των ενοίκων, θα νόμιζε κανείς, ότι βλέπει μέχρι το βάθος του εγκεφάλου του καθενός τους, από τα παρατεταγμένα μικροαντικείμενα φαινόταν τι του αρέσει, τι επιθυμεί ακόμα και τι αποστρέφεται ο κάτοικος αυτής της αχανούς και πυκνογραμμένης ακτινογραφίας της ζωής τους.
Προχωρούσα ανάμεσα σε δένδρα και θάμνους, σε ακτίνες και ευωδιές και δεν βάδιζα από χαρά σε χαρά, αλλά από εντύπωση σε εντύπωση. Μήπως για να γεμίσω πληροφορίες; Τι να τις κάνω όμως τις πληροφορίες πάνω σε μια Οδογέφυρα πρωινιάτικα στ’ ανατολικά του Παρισιού; Για να συλλέξω αναμνήσεις προχωρούσα, που θα με περιμένουν τα χειμωνιάτικα βραδάκια να με συντροφεύουν, όταν θα είμαι μόνος. Γι’ αυτό νοιαζόμουν μέσα στο μεσοκαλόκαιρο. Περπατούσα όμως κυρίως γιατί ξέρω, όταν βαδίζουμε στον κόσμο διευρύνουμε τη μικρή πραγματικότητα πάνω στην οποία επιβιώνουμε, πλαταίνουμε την κόψη πάνω στην οποία ζούμε. Δεν έχει νόημα να καρτεράς το θαύμα, ή περπάτα μπας και το συναντήσεις ή κρύψου μη σε βρει και γονατίσεις μπροστά στη λάμψη του. Κατέβηκα μερικά σκαλιά, πέρασα ανάμεσα στα πράγματα μιας μεγάλης γυναίκας που κοιμόταν χωμένη σε μια εσοχή και βγήκα ούτε κι εγώ κατάλαβα πώς, στη Rue Traversière. Οι άνθρωποι και μάλιστα οι διανοούμενοι και φιλόσοφοι όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και τον Καμί είναι βέβαιο πως νοιάζονται για την άστεγη κυρία στην εσοχή του κτηρίου και στις εσοχές της κοινωνίας, το θέμα είναι ποιος και με ποιόν τρόπο βοηθούν και στηρίζουν τους άστεγους της Ιστορίας.

Το 1952 ο Καμί έρχεται σε ρήξη με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ με τη δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν (Henri Jeanson) που προσάπτει στην εξέγερση του Καμί ότι είναι «εκ προθέσεως στατική» Η Μαρία Δεδούση ρίχνει φως στη μεγάλη σύγκρουση με τον τίτλο «Μια διάσταση που καθόρισε τη σύγχρονη σκέψη».
Η φιλία τους που ξεκίνησε τόσο πολλά υποσχόμενη, σύντομα εξελίχθηκε σε μια από τις θρυλικότερες αντιπαλότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η οριστική διάσταση ήρθε το 1951, με το έργο Ο Επαναστάτης του Καμί, το οποίο υποστήριξε τον ηθικό ατομισμό και άσκησε κριτική στην επαναστατική βία. Αντί να καταπιαστεί με το θέμα της αυτοκτονίας, όπως είχε κάνει στο Μύθο του Σίσυφου, εδώ ο Καμί μιλάει για το ζήτημα του φόνου και καταλήγει ότι, με την εξαίρεση πολύ ιδιαίτερων συνθηκών, όπως η ναζιστική εισβολή, η βία δεν δικαιολογείται στην πολιτική και ο σκοπός με λίγα λόγια δεν αγιάζει τα μέσα.
Ο Σαρτρ, δογματικός Μαρξιστής, ο οποίος είχε δικαιολογήσει τους διωγμούς του Στάλιν με άρθρα του, εξοργίστηκε. Οι δύο τους άρχισαν να επιδίδονται σε προσωπικές αλληλεπιθέσεις, υπό τη μορφή λογοτεχνικών κριτικών.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, ο Σαρτρ, φανατικός αντιαποικιοκράτης, πήρε το μέρος του Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας, δικαιολογώντας κάθε πράξη βίας που διέπρατταν οι αντάρτες, ακόμη και εναντίον αμάχων.
Αυτό για τον Καμί ήταν «πέρα από κάθε δικαιολόγηση».
Οι δύο τους, κατά βάθος ήταν τόσο διαφορετικοί στην προσέγγιση του υπαρξισμού, που είναι σχεδόν παράλογο να τους βάζει κανείς κάτω από την ίδια κατηγορία· ο Καμί εξάλλου απεχθανόταν τον όρο «υπαρξιστής».
Η βασική τους διαφωνία, όμως, ήταν πολιτική και είχε να κάνει με τη θεμελιώδη σχέση πολιτικής και ηθικής. Για τον Καμί η πολιτική ήταν υποτελής στην ηθική. Ο Σαρτρ είχε αντίθετη άποψη.
Η διαφωνία τους αυτή διεφάνη πεντακάθαρα όταν λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο, Γάλλοι διανοητές ζήτησαν να ανασταλεί η εκτέλεση ενός συνεργάτη των Ναζί, του Ρομπέρ Μπρασελάκ. Ο Καμί υπέγραψε την επιστολή, καθώς ήταν κάθετα ενάντιος στη θανατική ποινή· «δεν μπορείς να τιμωρήσεις ένα έγκλημα με ένα άλλο έγκλημα», έγραφε.
Ο Σαρτρ και η Μποβουάρ δεν την υπέγραψαν. Ούτε εκείνοι πίστευαν στην εκδίκηση ως μέσο επίλυσης των ανθρώπινων διαφορών, ήταν όμως της άποψης ότι «υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν θέση στον κόσμο που προσπαθούμε να χτίσουμε». Αυτή τους η άποψη αντανακλά και το μαρξιστικό δογματισμό τους.
Ο Καμί κοιτούσε πάντα τις καταστάσεις μέσα από το ουμανιστικό του πρίσμα· ο Σαρτρ κοιτούσε μόνο προς το σκοπό, τον παράδεισο που θα ερχόταν.
Με τον «Επαναστάτη» ο Καμί πήρε οριστικές αποστάσεις από τον Μαρξισμό, εκφράζοντας έως και την απέχθειά του προς αυτόν και τους υποστηρικτές του. Είναι άλλο ο επαναστάτης και άλλο ο επαναστατημένος, έγραφε. Ο Καμί ήταν πλέον αναρχικός και βλέπει ιστορικά ότι όλες οι επαναστάσεις απλώς οδήγησαν σε κάποιου νέου είδους κατεστημένο. Η Τρομοκρατία μετά τη γαλλική επανάσταση και τα γκούλαγκ μετά τη Σοβιετική, δεν ήταν ατυχήματα της ιστορίας, έγραφε. «Ήταν η φυσική εξέλιξη όλων των ιδεολογικών επαναστάσεων».
Ο Σαρτρ από την πλευρά του, πίστευε ότι ο τρόμος μπορεί να θεωρηθεί «ανθρώπινος» και απόλυτα δικαιολογημένος, όταν εξυπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό.
Στη δημόσια ανταλλαγή ανοιχτών επιστολών που ακολούθησε, ο Σαρτρ αποκαλεί τον Καμί μοραλιστή και «μια καημένη ψυχή που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα». Σε έναν κόσμο γεμάτο από κοινωνικές αδικίες, το δίλημμα του διανοητή ήταν ένα, έγραφε ο Σαρτρ: Ή που θα αδιαφορήσει για την κοινωνική δικαιοσύνη και θα ασχοληθεί με τη μεταφυσική, ή που θα υποστηρίξει το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Ο Καμί ανταπάντησε ότι ο Σαρτρ κοιτάει το δέντρο και χάνει την ουσία, που είναι η αυταρχική φύση του σοσιαλισμού.

Στη γωνία υπήρχε ένα μεγάλο εργοτάξιο, κάθε εργοτάξιο είναι μια υπόσχεση όταν δεν καταλήγει σε μεγάλη προσβολή με τον όγκο του, το θέμα του και κυρίως με τον βασανισμό των ανθρώπων που απασχολεί. Προσπέρασα και μέσω της Rue Emilio Castelar έφτασα στην Αγορά της Αλίγκρ που είναι γεμάτη ζωή και προσφέρει ένα από τα πλέον γραφικά θεάματα του Παρισιού. Μια ομάδα παιδιών από την Αφρική, στην κούρμπα που κάνει η πλατεία, σπαταλούν το χρόνο που δεν έχουν τι να τον κάνουν. Ποιος άραγε ντύνει τόσο άθλια τη ζωή τους; Είναι ολοφάνερο τα ρούχα και οι μέρες τους είναι αγορασμένες από κάποιο άθλιο παζάρι μεταχειρισμένων εντυπώσεων. Πιο κει Γάλλοι, Άραβες και Αφρικανοί έμποροι πωλούν φρούτα, λαχανικά, λουλούδια και ρούχα στο δρόμο, ενώ στη γειτονική κλειστή αγορά, την Μποβό Σαιντ-Αντουάν πωλούνται κρέατα, τυριά, πατέ, και άλλες διεθνείς λιχουδιές. Είχα μερικές απανωτές τηλεφωνικές κλήσεις από τα μέρη του Νότου. Μέσα από τα πειράγματα και τα χαχανητά για τα επιτεύγματα της Ευρώπης, το καθυστερημένο ρωμαίικο και τους κουτόφραγκους που δεν αφήνουν τον περιούσιο λαό των Ελλήνων να προκόψει, τον απάνθρωπο καπιταλισμό και άλλα τέτοια, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ζωή αποτελείται από βήματα, που όσο πιο μακριά μας πάνε τόσο πιο πολλά βλέπουμε, τόσο πιο πολλά ανακαλύπτουμε, τόσο πιο πολλά μαθαίνουμε για τους ανθρώπους. Με τον καιρό μαθαίνουμε να κρατάμε πράγματα μέσα μας, όχι επειδή έχουμε κλειστό χαρακτήρα, αλλά επειδή οι εξηγήσεις είναι άχρηστες και η συνεννόηση μοιάζει με αδρανές υλικό.
Έτσι, στο τέλος οι άνθρωποι που μας κατανοούν πραγματικά είναι εκείνοι στους οποίους δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε τίποτα. Οι άλλοι αρνούνται να μας καταλάβουν, κάποιοι άλλοι αρνούνται να καταλάβουν τα πράγματα γύρω τους, αρνούνται ακόμα και την ίδια τη ζωή. Σχέσεις που χτίστηκαν με κόπους και βάσανα, σκοτώνονται κάποτε σε μια στιγμή και όταν η ιδεολογία είναι η αιχμή, η βία είναι μεγαλύτερη γιατί όπως έγραφε ο Jean Rostand «αυτός που σκοτώνει από εγωισμό, σκοτώνει λίγο. Από φιλοδοξία, πολύ. Από ιδεολογία, τερατωδώς».

Το 1956, στο Αλγέρι, ο Αλμπέρ Καμί πρότεινε την «πολιτική ανακωχή» ενώ μαινόταν ο πόλεμος. Εκδίδει την Πτώση (La Chute), ένα απαισιόδοξο, φιλοσοφικό μυθιστόρημα του. Πρόκειται για την εξομολόγηση ενός ανθρώπου σε έναν άγνωστο που συνάντησε σε ένα μπαρ του Άμστερνταμ, μέσα από την οποία αντιμετωπίζει τις ενοχές του και αγωνίζεται να βρει νόημα στη ζωή του. Θεωρείται θεμελιώδες έργο της μεταπολεμικής γαλλικής λογοτεχνίας, δημοσιεύτηκε ένα χρόνο πριν ο συγγραφέας λάβει το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Ο Ζαν-Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας «ήρωας της εποχής μας»: η εξυπνάδα του να στέκεται πάντα στη "σωστή" πλευρά της ζωής τον κάνει έναν άντρα ικανοποιημένο από τον εαυτό του, έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί την υποκρισία για να αρέσει στους άλλους. Μέχρι που μια νύχτα ακούει μια άγνωστή του γυναίκα να πέφτει στα νερά ενός ποταμού. Αυτός ο τόσο καλός, ο τόσο ελεήμων, ο τόσο συμφιλιωμένος με τη «σωστή», ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα τη βοηθήσει και τότε όλα γύρω του θα καταρρεύσουν. Μετά τον Ξένο και την Πανούκλα, ο Καμί ολοκληρώνει με την Πτώση την αριστουργηματική του τριλογία που τον έκανε διάσημο σ' όλο τον κόσμο, χαρίζοντάς του και ένα από τα πιο δίκαια βραβεία Νομπέλ στην ιστορία του θεσμού.
Η ιδιαιτερότητα του μυθιστορήματος έγκειται στο ότι ο άνθρωπος που αφηγείται τη ζωή του είναι ο μόνος που μιλάει, σε όλο το έργο. Τις ερωτήσεις ή τα σχόλια του «συνομιλητή» του αντιλαμβανόμαστε μέσω των απαντήσεων του αφηγητή. Η επιλογή αυτής της εστίασης, την οποία ο Καμί είχε ήδη χρησιμοποιήσει, 14 χρόνια νωρίτερα, στον Ξένο, περιορίζει τον αναγνώστη, χωρίς καμία εξωτερική πληροφόρηση, σε μια μοναδική οπτική γωνία, η οποία, στην περίπτωση αυτού του μυθιστορήματος, συμβάλλει στη δημιουργία της κατάστασης «δυσφορίας» στην οποία βρίσκεται ο ήρωας-αφηγητής. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα που περιβάλλει αυτήν την εξομολόγηση συμβάλλει στη μοναδικότητα του μυθιστορήματος.
Καθώς η εξομολόγησή του προχωρά, ο Κλαμάνς καταλήγει να θυμάται τα σκοτεινά γεγονότα του παρελθόντος του: τον θάνατο ενός συγκρατούμενου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βόρεια Αφρική, την άμετρη και εγωιστική κατάχρηση της αγάπης των γυναικών προς αυτόν και άλλες τέτοιες ζοφερές καταστάσεις.
Στην τελευταία τους συνάντηση, ο συνομιλητής επισκέπτεται τον Κλαμάνς στο διαμέρισμά του, ο οποίος του δείχνει τον πίνακα του Γιαν βαν Άικ «Οι ακέραιοι δικαστές» που είχε κλαπεί το 1934. Βρέθηκε στην κατοχή του μπάρμαν του Μέξικο Σίτι για ένα μπουκάλι ποτό και ο Κλαμάνς τον κρύβει στο διαμέρισμά του με την ελπίδα κάποιος από τους αγνώστους που συναντά να είναι αστυνομικός και να τον συλλάβει. «Αλλά, δεν είσαστε βέβαια αστυνομικός, κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ απλοϊκό. Πώς είπατε; Α, το υποπτευόμουνα... Εξασκείτε στο Παρίσι το ωραίο επάγγελμα του δικηγόρου...»
Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Στάιρον, η συμπεριφορά του Κλαμάνς μοιάζει έντονα με ανθρώπου που βρίσκεται σε βαθιά κατάθλιψη. Ο Ρομέν Γκαρί του είχε εκμυστηρευτεί ότι ο Καμί έπασχε από κατάθλιψη και μερικές φορές είχε μιλήσει για αυτοκτονία.

Όταν η δυσφορία πάει να μεταποιηθεί σε στεναχώρια, η απογοήτευση σε θλίψη και η λύπη σε κατάθλιψη, καλό είναι να χώνεσαι στον αυχένα της πόλης και στο βουητό της. Μπήκα κι εγώ φουριόζος στην αγορά της Αλίγκρ και με παρέσυρε το ποτάμι των μικροπωλητών και της ελαφρότητας.
Η Αλίγκρ είναι το σημείο όπου συναντιέται το παλιό με το νέο Παρίσι. Εδώ η κοινότητα της παλιάς συνοικίας των χειροτεχνών συνυπάρχει με τους πιο πρόσφατα εγκαταστημένους επαγγελματίες της πόλης, οι οποίοι την προτίμησαν λόγω της γειτνίασης της με τη Βαστίλη. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες και με viber τις έστειλα στους συνομιλητές του Άπω Νότου ως ανόητο συμπέρασμα, ανόητων προστριβών. Δεν ήταν και σπουδαίες κάτι λεμονοπορτόκαλα με κάποιους Αφρικανούς από πίσω και μια επίφαση καλλιτεχνίας στο βάθος της ασυνεννοησίας. Περνώντας μια συστάδα πάγκων με ζαρζαβατικά απ’ όλο τον κόσμο, σκέφτηκα όταν σκορπίζεσαι εδώ κι εκεί, μπορείς να κάνεις τα πράγματα να ξαναρχίζουν όποτε εσύ θέλεις. Μια φορά ας πούμε το πρωί και μια φορά κατά τις έντεκα που είδες έναν ξεχασμένο Ρέμπραντ, μπορείς να ξαναρχίσεις τη μέρα σου μετά από τη βόλτα στο πάρκο και πάλι όταν ο ήλιος βουτάει στα ήσυχα νερά μιας φαντασίωσης. Όταν η αναζήτηση δεν τελειώνει, δεν τελειώνει και η μέρα, δεν τελειώνει κι ο χρόνος. Όλα ξαναρχίζουν κάθε στιγμή, κάθε λεπτό κάθε μέρα.

Ο Αλμπέρ Καμί παραδόθηκε στη διαρκή εναλλαγή και συνεχή κίνηση, για να αποφύγει τη «συνήθεια», ωστόσο διατήρησε μία και μοναδική ως την τελευταία ημέρα της ζωής του: να γράφει για τους ανθρώπους, για «τα παθήματα της ψυχής» και για το «παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους» ανθρώπων. Το σύνολο του έργου του, 30 βιβλία, είχε ευρύτατη απήχηση και μεταφράστηκε στις περισσότερες χώρες. Ο Καμί ήταν ο κατ' εξοχήν «ανθρώπινος» συγγραφέας, ο κατ' εξοχήν ανθιστάμενος στην κωμωδία της καθημερινότητας, ο πραγματικός αναλυτής των «μάταιων πράξεων», όπως γράφει ο ίδιος θέλοντας να χαρακτηρίσει την αγωνία του θανάτου. «...Ο κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στην Τιπαζά μέσα σ' ένα φως καινούριο πάντα. Ω φως! Κραυγή όλων των ηρώων στο αρχαίο δράμα, μπροστά στο πεπρωμένο τους. Το τελευταίο τούτο καταφύγιο ήταν και δικό μας και τώρα το 'ξερα. Στην καρδιά του χειμώνα, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι». Για την ανθρωπότητα που ασφυκτιά κάτω απ' τις δικτατορίες, αιμορραγεί απ' τους πολέμους, ξεψυχά στα μίση, ο Αλμπέρ Καμί έχει τη δική του ιδέα: παρά το πεπρωμένο κι ενάντια στο παράλογο, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό νόημα του κόσμου μας...

Αρκεί, θαρρεί κανείς κάποιες φορές, να υπάρχει εναλλαγή, κίνηση και στο δρόμο θα βρεθεί το νόημα της ζωής, θα βρεθεί ο χαμένος άνθρωπος. Για να επιβεβαιώσω τη σκέψη, πήρα το λεωφορείο για το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Μετανάστευσης και το ενυδρείο. Στεγάζονται σ’ ένα πανέμορφο αρ ντεκό κτήριο που έχει σχεδιαστεί ειδικά για την Αποικιακή Έκθεση του 1931. Η εντυπωσιακή πρόσοψη του είναι διακοσμημένη με μια τεράστια ζωφόρο, έργο του Α. Ζανιό, που απεικονίζει τη συνεισφορά των υπερπόντιων γαλλικών αποικιών, όχι απαραίτητα με τη θέλησή τους.
Να αποικίσουμε πρέπει τον ντουνιά, όχι άδικα, βάρβαρα, απάνθρωπα, να τον γυρίσουμε από άκρη σε άκρη, να τον αποικίσουμε λατρεύοντας τον. Περνούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια δύστροπα, βλοσυρά. Περπάτα, περπάτα μέχρι την άκρη της σκέψης, μέχρι να απαντήσεις τον άνθρωπο, στα πρώτα του βήματα, στις πρώτες του ιδέες, στα πρώτα του σκιρτήματα, που είναι και τα πιο φωτεινά.
Τι να τους κάνεις τους αιώνες, ορφανούς από στιγμές; Γιατί ν’ αφήνουμε τη μισή μας ζωή να υποφέρει, να παραπονιέται, να διαμαρτύρεται. Περπατώντας μέσα στις λεωφόρους και τις εποχές, φτεροκοπάει η φαντασία και δημιουργεί αρμονία, ομορφιά, ισορροπία, μόνο περπατώντας μπορεί κάποτε να πετάξει ο άνθρωπος.
Παλαιότερα, στο κτήριο στεγαζόταν το Εθνικό Μουσείο Τεχνών Αφρικής και Ωκεανίας. Σήμερα το Παλέ ντε λα Πορτ Ντορέ είναι η έδρα του Εθνικού Μουσείου Ιστορίας της Μετανάστευσης.

Χρειάζεται ο κόσμος μουσεία, όπως χρειάζεται κάποιος ένα αδιάβροχο για τις ώρες που δακρύζει ένα παιδί, μέσα στον κατακλυσμό, όπως χρειάζεται ένα μπαστούνι ο παππούς, καθώς επιστρέφει από τη χώρα της θλίψης μια έναστρη νύχτα, έτσι χρειάζονται και τα μουσεία που να δείχνουν σεβασμό και αγάπη στο παρελθόν, στη μνήμη.
Και πρόσεχε, γιατί στη μνήμη δεν πρέπει να εισβάλλεις, να σέρνεσαι πρέπει, όπως όταν προσπαθείς ν’ ανέβεις ένα τεράστιο, απότομο βράχο, όπως όταν προσπαθείς να κατέβεις έναν μονόλιθο που γλιστρά από τα δάκρυα του ανθρώπινου πόνου μέσα στους αιώνες. Έτσι πρέπει να μπαίνεις σ’ ένα μουσείο.
Ο χώρος λειτουργεί και ως μουσείο και ως πολιτιστικό κέντρο, με συχνές θεατρικές παραστάσεις και προβολές κινηματογραφικών ταινιών με θέμα τη μετανάστευση στη Γαλλία.
Είχα ώρες πολλές να μιλήσω, κάποιες φορές αυτό μου αρέσει, κάποιες άλλες με διαλύει, πάντως το σίγουρο είναι ότι η σιωπή δεν είναι πανοπλία, μια διάτρητη κρυψώνα είναι και πρέπει να προσέχει κανείς, γιατί σκορπίζεται στον πρώτο αναστεναγμό.
Η εντυπωσιακή Αίθουσα Τιμών της δεκαετίας του 1930 και η Αίθουσα Χορού είναι επίσης ανοιχτές στο κοινό.
Στο υπόγειο λειτουργεί ένα τροπικό ενυδρείο με πολύχρωμα ψάρια, ενώ υπάρχουν και διαμορφωμένοι χώροι που φιλοξενούν χελώνες και κροκόδειλους. Είχα πάει στο ενυδρείο και τον ζωολογικό κήπο του Βερολίνου με τον Αλέξανδρο, κάπου είχα διαβάσει ότι ήταν και το πιο σημαντικό του είδους του στην Ευρώπη. Ενδιαφέρον ήταν, είδαμε ζώα που τα γνωρίζαμε από φωτογραφίες και από τα ντοκιμαντέρ του National Geographic έναν υποδειγματικό χώρο του είδους του, αλλά δεν ξαναπάω σε ζωολογικό κήπο, κάτι με βαραίνει κάτι με στεναχωρεί. Η στεναχώρια εκείνη με κάνει να βουβαίνομαι. Με τον Αλέξανδρο δεν ξαναμιλήσαμε για τον εντυπωσιακό εκείνο κήπο, πιθανόν από ενοχές.

Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α Τ Α Ρ Ι Α

«Πρώτα πρώτα πρέπει να σωπαίνουμε - να καταργούμε το κοινό και να έχουμε το κουράγιο της αυτοκριτικής. Να εξισορροπούμε μια προσεκτική καλλιέργεια του σώματος με την πλήρη συνείδηση της ζωής. Να εγκαταλείπουμε κάθε αξίωση και ν' αφοσιωνόμαστε σ' ένα διπλό έργο απελευθέρωσης — ως προς τα χρήματα και ως προς τις ματαιοδοξίες και τις μικροψυχίες μας. Να ζούμε ακολουθώντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν είναι υπερβολικά τα δύο χρόνια από μια ολόκληρη ζωή για να σκεφτούμε πάνω σ' ένα μόνο πράγμα. Πρέπει να εξουδετερώσουμε οριστικά όλες τις προηγούμενες καταστάσεις και να βάλουμε όλη μας τη δύναμη, πρωτίστως για να μην ξεμάθουμε τίποτα, κατόπιν για να μάθουμε υπομονετικά».
Ο Αλμπέρ Καμί αντιμέτωπος τόσο με τον κόσμο όσο και με τον εαυτό του. Με περιέργεια για όλους και για όλα, διηγείται ένα συμβάν, "πιάνει" μια αίσθηση, αποτυπώνει για να επιστρέψει αργότερα σε αυτές— ιδέες και μνείες. Οι σημειώσεις αφορούν τα παιδικά του χρόνια, αρχικά, τα αναγνώσματά του εκείνης της εποχής. Τις σκέψεις, κατόπιν, που θα πλέξουν τα θέματα από όπου θ' αναδυθούν ο  Ευτυχισμένος θάνατος, ύστερα ο Ξένος, αποσπάσματα του Μύθου του Σισύφου και της Πανούκλας, που προαναγγέλλουν τον Επαναστατημένο άνθρωπο. Τα Σημειωματάρια μας μισανοίγουν την πόρτα της εσωτερικής ζωής του Καμί, σε μια ατμόσφαιρα οικειότητας που φωτίζει το έργο του, ενώ αποτελούν, παράλληλα, μια θαυμαστή μαρτυρία για τη σχέση του με τον κόσμο.
Ο Καμί πεθαίνει λίγο πριν συμπληρώσει τα 47 του χρόνια σε αυτοκινητικό δυστύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Ιόν (Yonne), όταν επέστρεφε στο Παρίσι από την Προβηγκία. Ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου το οποίο προσκρούει πάνω σε δένδρο στην άκρη του δρόμου. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν ο Καμί, ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ, η σύζυγος και η κόρη του. Το οδόστρωμα ήταν παγωμένο και ολισθηρό.

Αλμπέρ Καμί, 7 Νοεμβρίου 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960.

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο», είχε πει.
Η ζωή τού γέλασε πικρά, αλλά κυρίως η ζωή εμάς εξαπάτησε, γιατί αναλογίζεται κανείς, μπρος στο σπουδαίο του έργο, τι θα είχε κερδίσει η ανθρωπότητα αν αυτός ο φάρος του πνεύματος έριχνε για λίγα χρόνια ακόμα φως στα σκοτάδια μας. Ένας Ντοστογιεφσκι της εποχής του, όπως τον αποκάλεσαν, ένας μέγας διανοητής και διανοούμενος, εραστής, λάτρης των απολαύσεων, της τέχνης, των γραμμάτων.

Έφυγα από το μουσείο χωρίς να έχω πρόγραμμα σαφές. Στα χέρια κρατούσα κάτι άθλιες σημειώσεις που δεν άξιζαν, όχι να τις καθαρογράψω, αλλά ούτε να τις ξαναδιαβάσω.
Ήταν μέρα που αλλάζαμε ξενοδοχείο πάλι κι έπρεπε σε καμιά ώρα να βρίσκομαι πίσω στο ξενοδοχείο μας, στο Μπερσί να κάνουμε τα δέοντα και να φύγουμε από τα Νοτιοανατολικά για τα Βορειοανατολικά, ακριβώς στην άλλη πλευρά του Παρισιού δηλαδή.
Όταν δεν έχω πρόγραμμα, έχω χρόνο για διαβολιές. Έβγαλα μια σέλφι έξω από το Μουσείο Μετανάστευσης και την έστειλα στους συνταξιδιώτες μου, τους έδωσα και το στίγμα μου, ότι βρίσκομαι κοντά στο ξενοδοχείο, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά τους.
Πήρα την απάντηση «εμείς παίρνουμε πρωινό, μην μας ενοχλείς και μην αργείς, πρέπει σε λίγο να φύγουμε από το ξενοδοχείο». Χαμογέλασα σατανικά κι έβαλα σ’ εφαρμογή το σχέδιο. Θα έπαιρνα το μετρό και θα βρισκόμουν στην Αψίδα του Θριάμβου στην άλλη πλευρά της πόλης, θα έβγαζα μια φωτογραφία και θα την έστελνα στους «πρωινάκηδες» και θα φρόντιζα σε λίγο χρόνο να βρισκόμουν στο ξενοδοχείο. Με αυτόν τον τρόπο θα πείραζα τους συνταξιδιώτες μου λίγο, αλλά θα τσέκαρα κι εγώ τον εαυτό μου, μια εβδομάδα στο Παρίσι, κατά πόσο είχα φτάσει σ’ ένα σημείο να έχω υπό κάποιον έλεγχο των κινήσεων μου στην πόλη. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι θα έπαιζα και το παιχνίδι, γιατί η ελαφράδα του, η αφροσύνη του και κάποιες φορές η τρέλα του, είναι που μας κάνει αναίτια χαρούμενους και ευχαριστημένους μας το δίδαξε κι αυτό ο Καμί, κλωτσώντας ένα τόπι στις πνιγηρές διαστάσεις ενός παραλληλογράμμου.

T.J. Johnson: «Coffee or Philosophy»


Στις 17 Οκτωβρίου 1957, είχε βραβευθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, για το έργο του Πανούκλα, ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος, Αλμπέρ Καμί.

Με αφορμή τη βράβευση, γράφει Το Βήμα της 18ης Οκτωβρίου 1957:
«Ακριβώς όμως αυτή είναι η σημασία του έργου του Καμί: Ότι ο άνθρωπος αυτός , ο οποίος έχει με το έργο και την προσωπικότητά του καθρεφτίσει τόσο πολύ τα προβλήματα και τις αγωνίες του καιρού του, ο οποίος υπήρξε μάλιστα πολιτικός, αρθρογράφος και σχολιαστής, δεν δεσμεύθηκε ποτέ από κανένα κόμμα και καμμιά παράταξι, αρνούμενος κάθε “ένταξι” στερητική της ανεξαρτησίας του και κρίνοντας το σύνολο των προβλημάτων που επεξεργάζετο και των πτυχών που άγγιζε με τα κριτήρια και την προοπτική του ανθρωπισμού. Ο ανθρωπισμός αυτός δεν είναι ο κάπως απλοϊκός ανθρωπισμός του δέκατου ένατου αιώνα, ούτε και πιστεύει με την ίδια αβασάνιστη πίστι στα απόλυτα αγαθά της παιδείας, της προόδου και της δημοκρατίας. Το έργο του Καμί διέπεται από τα ίδια ίσως ιδανικά, αλλά και από την συνείδησι της τραγωδίας μια εποχής της οποίας τα πρόβλημα είναι, κατά βάθος, πολύ πιο αγωνιώδη και δύσκολο να λυθούν απ’ ό,τι είχε πιστεύσει το παρελθόν, έστω και το πιο πρόσφατο. Απ’ αυτήν την άποψι ο Καμί είναι αναμφισβήτητα ένα παιδί του καιρού του και η παιδεία του, παρά τις ελληνικές πηγές της, έχει για εφόδιά της και τον Κίρκεγκααρντ και όλο το κίνημα του σύγχρονου υπαρξισμού».

Πήρα τη γραμμή 8 του μετρό μέχρι το Boulevard Diderot και μετά τη γραμμή 1 μέχρι την Αψίδα. Σε μισή ώρα βρέθηκα από την Ανατολική πλευρά της πόλης στη Δυτική κι έβγαινα από τα έγκατα της γης. Το γλυκό φως του είχε τυλίξει την αψίδα. Τράβηξα μερικές φωτογραφίες και μου φαίνεται ότι τόση ώρα είχα κοκαλωμένο στο πρόσωπό μου το ηλίθιο χαμόγελο, έβγαλα και μια σέλφι και ξεφορτώθηκα επιτέλους την βλαμμένη μου έκφραση. Έφυγα βιαστικά από την Αψίδα, έτσι κι αλλιώς θα ξαναρχόμασταν και οι τρεις εδώ, αλλά πια είχε περάσει και η ώρα. Όμως το ζήτημα είναι το παιχνίδι, το μεγάλο θέμα είναι πώς θα παρατείνουμε το παιχνίδι, πώς θα του δώσουμε διαστάσεις, όγκο και μέγεθος, έτσι που όταν περάσουν οι μέρες και θα συναντήσουν τις γλυκές νύχτες να μας βρουν ήμερους και ελεύθερους κάτω από τα άστρα του πιθανού.

«Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα. Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς». Α.Κ.

Επέστρεφα με το μετρό να συναντήσω την Αναστασία και τον Αλέξανδρο που με περίμεναν στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, για την μετακίνηση μας κάπου στα βορειοδυτικά της πόλης στη περιοχή Ζενεβιλιέ, λίγο μετά το ποτάμι. Ο συρμός διέσχιζε το σκοτεινό τούνελ με την αυτοπεποίθηση αυτού που ξέρει με ακρίβεια τον τελικό του σκοπό. Με την αυτοπεποίθηση αυτού που ξέρει πού πατά και πού βρίσκεται, αυτού που γνωρίζει πού θέλει να πάει, ποιους σταθμούς θέλει να συναντήσει και ποιους χωρίς ούτε μια στάση πίσω του ν’ αφήσει. Ευτυχισμένος συρμός που με άνεση διασχίζει μια τεράστια πόλη, με τόση ομορφιά, με τόση ιστορία, χωρίς να ρίξει πίσω του ούτε μια ματιά. Διασχίζει τους αιώνες, τις ζωές τόσων ανθρώπων, πλησιάζει εκεί που το μέλλον λυμαίνεται τις ελπίδες του κόσμου χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση ή συστολή. Κι εμείς, εγώ δεν μπορώ να διασχίσω τον μικρό μου βίο χωρίς άπειρες παλινωδίες, ατέλειωτες αναθεωρήσεις, συνεχείς μεταμέλειες κι αναρίθμητες συγγνώμες.
Την εφηβεία μου την όργωσε ο Καρλ Μαρξ εγκάρσια. Ο Μίκης με τον Μάνο άνοιξαν ένα δρόμο και από κει έφτασα στο «Περιβόλι του Τρελού» όπου βρήκα τον Αϊζενστάιν και τον Τζίγκα Βερτόφ, τον Αγγελόπουλο τον Ελύτη και τον Σεφέρη. Στη συνέχεια όλοι αυτοί σχημάτισαν μια γεφυρούλα να φτάσω στην αυλόπορτα του Νίτσε, του Ντοστογιέφσκι και του Ζίγκμουντ Φρόιντ, και να τρέξω στο πλάτωμα της ψυχεδέλειας της Ροκ των Who και των Zeppelin. Κάπου εκεί κοντά σε μια δύσκολη στροφή βρήκα να με περιμένει ο Παρατζάνοφ, ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ο Μπέρκμαν και ο Ερικ Σατί. Πέρασα όχι ξέγνοιαστα και ανώδυνα, με πληγές ερωτήματα και τις αναγκαίες προσθαφαιρέσεις, τη νεότητα. Όμως φαίνεται ο Αλμπέρ Καμί με το λογοτεχνικό του αποτύπωμα, το θεατρικό του έργο, την φιλοσοφική του απλωσιά. Το μυθιστόρημα Ο ξένος και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου, που μαζί με τα θεατρικά Καλιγούλας και Η παρεξήγηση απαρτίζουν τον κύκλο του παραλόγου, όπως ο ίδιος τον βάπτισε. Ουσιαστικά πραγματεύεται φιλοσοφικά την ιδέα του παραλόγου που οδηγεί τον άνθρωπο στην επιλογή της μη επιλογής. Ο Ξένος, που αποτελεί την μυθιστορηματική ανάπτυξη της φιλοσοφίας του παραλόγου, είναι αυτός που έρχεται να σβαρνίσει όλο τον ανήλιαγο, υποφωτισμένο και άνυδρο κάμπο της ύπαρξής μου, ποτίζοντας κιόλας, λιάζοντας και φωτίζοντας όχι πια τον τόπο αλλά τον χρόνο, όχι πια τα σημεία αλλά τις στιγμές, όχι πια τις ιδεολογίες αλλά τις σκέψεις μου, που τρέμουν σαν πυγολαμπίδες πάνω από τη σκοτεινή και απέραντη θάλασσα του αβέβαιου, του απίθανου και του ημιτελούς. «Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας» όσους απολογισμούς και να κάνουμε όσες ωραιοποιήσεις και να επιδιώξουμε, αυτό δεν αλλάζει ποτέ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: