Μικρός Καουμπόι

Χάρτινοι ήρωες
Μικρός Καουμπόι

«Έχουν μπλέξει σε μία καινούργια περιπέτεια οι τρεις μικροί και θρυλικοί υπερασπιστές του νόμου στο άγριο Ουέστ. Βρίσκονται στο χωριό Άλτο της πολιτείας του Κάνσας στο ίδιο χωριό έχει φτάσει και ένας τρομερός κακούργος ο Σακραμέντο. Είναι ψηλός και εύσωμος και αλίμονο σε εκείνον που θα θελήσει να γίνει αντίπαλος του. Στο μπαρ του χωριού ο Σακραμέντο βρίσκει το δάσκαλό του από το θρυλικό σερίφη Τζιμ Άνταμς που με την τέχνη του και τις σιδερένιες γροθιές του τον πέταξε έξω, στη βροχή. Ο Σακραμέντο τραυματίζεται στο ώμο από τον σερίφη του χωριού και καταφεύγει στο σπίτι της Τζόαν της δασκάλας.
Η Τζόαν μένει μαζί με τον πατέρα της που είναι παράλυτος στο κρεβάτι. Ο Σακραμέντο την απειλεί πως αν τον προδώσει θα σκοτώσει τον πατέρα της».

Ήμουν μπαμπουλωμένος μέχρι επάνω και με ένα μικρό φακό που τρεμόπαιζε και ίσα που φώτιζε, διάβαζα τον απαγορευμένο Μικρό Σερίφη που μου είχε δανείσει ο ξάδελφος και γείτονας, ο Παρασκευάς. Ποτέ δεν είχα καταλάβει γιατί στο σπίτι μου ο Αλέξανδρος Δουμάς οι Τρεις Σωματοφύλακές του, ο Κόμης Μοντεχρίστος και η Βασίλισσα Μαργκό του, ήταν υποχρεωτικά αναγνώσματα, αλλά ο Μικρός μου Σερίφης, ο Μικρός Καουμπόι και ο Μικρός Αρχηγός απαγορεύονταν διά ροπάλου. Ας είναι καλά όμως ο Παρασκευάς που με τροφοδοτούσε συχνά πυκνά με το παράνομο υλικό, το οποίο πέραν των απαγορεύσεων, οι ιστορίες του Σερίφη με ευχαριστούσαν το ίδιο όπως τα παθήματα του Κόμη και τα ανδραγαθήματα του Ντ’ Αρτανιάν. Είχε περάσει όμως η ώρα και την επόμενη ξημέρωνε Κυριακή και είχα πρωινό ξύπνημα να πάω με τον έτερο εξάδελφο Σινεάκ. Θα πηγαίναμε στο Παλλάς να δούμε έτερον ουέστερν με τον τίτλο «Το όνομά μου είναι Τρινιτά». Πριν μπαμπουλωθώ και χαθώ στην αγκαλιά του Μορφέα, δεν μπορούσα να μη διαβάσω λίγο ακόμα, με κρατούσε σε αγωνία αυτός ο άτιμος, θηριώδης Σακραμέντο με τα τεχνάσματα και τις δολοπλοκίες του.

«Στο μεταξύ, ο μικρός σερίφης με τους φίλους του και με τον σερίφη του χωριού προσπαθούν να μάθουν σε ποιο σπίτι κρύβεται ο Σακραμέντο. Ο Τζιμ συλλαμβάνει στο νου του ένα σχέδιο και καλεί όλους τους κατοίκους του χωριού στην πλατεία, άνδρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά. Ο βοηθός του σερίφη γράφει τα ονόματά τους και τους αφήνει να φύγουν.
―Μήπως δεν ήρθε κανείς; ρωτάει τον Ελληνόπουλο.
Ήρθαν όλοι, του απαντάει ο βοηθός του σερίφη.
―Κι όμως, δεν ήρθε κάποιος, λέει ο σερίφης, ο γέρο Μπραντ, ο πατέρας της δασκάλας.
―Έχεις δίκιο, κάνει ο βοηθός του. Πραγματικά δεν έχω γράψει το όνομά του στο χαρτί.
Ο Τζιμ κουνάει το κεφάλι του.
―Δεν υπάρχει αμφιβολία, λέει. Ο Σακραμέντο βρίσκεται στο σπίτι της δασκάλας και απειλεί πως θα σκοτώσει τον πατέρα της αν τον μαρτυρήσουν. Φαίνεται πως τον κρατάει κάτω από την απειλή του πιστολιού του, για αυτό δεν τον άφησε να βγει στην πλατεία.
―Τι θα κάνουμε τώρα; ρωτάει ο σερίφης, θα κυκλώσουμε με το σπίτι της Τζόαν;
―Όχι απαντάει κατηγορηματικά το Ελληνόπουλο. Αν κάνουμε κάτι τέτοιο ο Σακραμέντο θα σκοτώσει και τη δασκάλα και τον πατέρα της. Πρέπει να ενεργήσουμε με προσοχή και πονηριά».

Λούφαζε το κρύο έξω από το τριμμένο μου παλτό και σαν χάντρα μπακιρένιου κομπολογιού γλίστραγε ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών.
―Άντε, ρε μινάρα, θα χάσουμε τα «Επίκαιρα», δυστρόπησε συγκρατημένα ο Γιώργος ταχύνοντας το βήμα του στη στροφή του ΙΚΑ.

Ο ήλιος μόλις και έγλειφε τις στέγες των σπιτιών και έφτιαχνε γίγαντες σκοτεινούς στις απέναντι προσόψεις και τανιόταν να ζεστάνει το χειμωνιάτικο πρωινό.

―Σιγά ρε, η Παντάνασσα δε χτύπησε ακόμα δέκα, απάντησα και τον ακολούθησα χαζεύοντας την ασυνήθιστη σιωπή που κρεμόταν φρεσκοαπλωμένη στα μπαλκόνια της Γούναρη και των κάθετων δρόμων της.

Βούλιαζε το χασμουρητό στο τέλος της κατηφόρας του δρόμου εκεί που έσμιγε με τη θάλασσα, χούφτωνε τη λαχτάρα για το καινούργιο και το άγνωστο και την άπλωνε στα κλειστά παντζούρια και τα βρόμικα ακροκέραμα των χρόνων μας της έκτης δημοτικού.
Μύριζε η σάρκα μας νέφτι από άγνοια, αψέντι από τεμπελιά και ξινίλα από περιέργεια. Μύριζε και ο δρόμος της Γούναρη το θυμίαμα της Κυριακής και την ανάσα των γριών που αγκομαχούσαν να ανέβουν την ανηφόρα μετά το πέρας της λειτουργίας. Οι εκκλησίες μόλις είχαν σχολάσει, η δική μας σήμανε έναρξη.

―Δύο εισιτήρια παρακαλώ, είπα αντιγράφοντας για πολλοστή φορά τη ρήση του προηγούμενου και για να πάρω πιο πειστικά το ύφος των μεγάλων σήκωσα το βλέμμα αργά - αργά και αδιάφορα ψηλά. Ο ήλιος κάπου αντιφέγγιζε και σαν φωτοστέφανο απλωνόταν στα λιγνά γράμματα του κινηματογράφου «Παλλάς».
―Μαλάκα πάρα λίγο να τα χάσουμε, είπε ο Γιώργος, αναζητώντας στο πηχτό σκοτάδι κομματάκια επιβεβαίωσης, για τα «Επίκαιρα» που μόλις άρχιζαν.

Έσβησε το σηματάκι των επικαίρων με τις περίτεχνες κολώνες Ιονικού ρυθμού και ταξιδέψαμε με τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς του στα εγκαίνια των νέων έργων και της καινούργιας Ελλάδας που όλο ερχόταν και όλο κάπου σκάλωνε στη διαδρομή της επιστροφής των επισήμων.
Είδαμε τι θα φορεθεί φέτος και διαπίστωσα, ότι το τριμμένο παλτουδάκι δεν ήταν και πολύ μακριά από τις έξαλλες προτάσεις του Γάλλου μόδιστρού και του ροκ συγκροτήματος που με σκισμένα ρούχα και την εκκωφαντική νεανική αλαζονεία έβγαζε τη γλώσσα στην ξεπατικωμένη αμφίεση των υπουργών από τον πρωθυπουργό τους.
Και μετά, ο Μποτίνος «από το χώρο του κέντρου», αφού πέρασε τον Φυλακούρη και τον Γραμμό πάσαρε στο Γιούτσο και κείνος στεφανώθηκε το φωτοστέφανο όλων των Αγίων μαζί, στέλνοντας τη μπάλα στα δίχτυα του Παναθηναϊκού. Πετάρισαν τα σωθικά μου και ίσα που δεν μου ξέφυγε μια κραυγή.
Σείστηκε το Καραϊσκάκη μαζί του κι ο Γιώργος δίπλα μου, μπορεί και ο αγνός ομώνυμος αγωνιστής, που το ‘χα σίγουρο πως αν δεν είχε πάει από την πάλα του Οθωμανού, Ολυμπιακός θα ‘ταν και κείνος.
Ο σκόρερ έτρεχε μέσα στο γήπεδο αγκαλιαζόταν από τους συμπαίχτες του, από το Γιώργο, εμένα και το μισό κοινό τού «Παλλάς» και αν και δεν υπήρξε κοντινό του πλάνο, για λόγους που δεν καταλάβαινα, έβλεπα το διάπλατο χαμόγελό του και την ουράνια ματιά του.
Μετά το Γιούτσο έσβησαν και τα εναπομείναντα δυο φωτάκια που φέγγιζαν στις εξόδους και πήραν μαζί την ανείπωτη χαρά της χειμωνιάτικης Κυριακής.
Οι πρώτοι τίτλοι της ταινίας άρχισαν να πέφτουν στο πανί, σπατουλάροντας τις χθεσινές παρατηρήσεις της δασκάλας μου, τις νερολακούβες της Τέρψης, τη μιζέρια της γειτόνισσας και τα ανιαρά απογεύματα των Νότιων Συνοικιών.

Ξεκόλλησαν από πάνω μου οι γλυφές στιγμές της βδομάδας, οι στεγνές κουβέντες των πρωινών και οι ισχνές ελπίδες του Σαββατόβραδου.



Ο Τρινιτά (Τέρενς Χιλ), ένας περιπλανώμενος καουμπόι, φτάνει στην πόλη όπου ο ετεροθαλής αδερφός του, Μπαμπίνο (Μπαντ Σπένσερ), έχει αναλάβει κάπως ανορθόδοξα τα καθήκοντα του σερίφη. Στην πόλη αυτή, τα δύο αδέρφια θα βρεθούν να υπερασπίζονται τον οικισμό των Μορμόνων που κινδυνεύει από μια συμμορία Μεξικανών φυγάδων.
Στα πρώτα δέκα κιόλας λεπτά της ταινίας είχαμε διαπιστώσει τις υπεράνθρωπες δυνάμεις του Τρινιτά και είχαμε τη βάσιμη πια ελπίδα ότι θα την έβγαζε καθαρή, με τη βοήθεια των δικών μας προσευχών, για το υπόλοιπο της ταινίας.
Πλάκωσε πολλούς, ο ήρωάς μας, είναι αλήθεια, αλλά τα θελε κι αυτών ο κώλος, εκεί που πήγαινε, απογευματάκι να συναντήσει τους συντρόφους του έστηναν μια ενέδρα, τι να κάνει; σφαλιάριζε δέκα. Εκεί που βρισκόταν σε τρυφερό τετ- α - τετ με την όμορφη σα νεράιδα φίλη του τη Τζούντιθ (Έλενα Πεντεμόντε) και το ημίγυμνο στήθος παλλόταν μαζί με το δικό μου, μπούκαραν αυτοί, τι να κάνει; κατακεφάλιαζε είκοσι.
Οι κάτοικοι του οικισμού δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν, ο Τρινιτά και ο Μπαμπίνο όμως λειτουργούν σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο «οφθαλμός αντί οφθαλμού». Κατά την διάρκεια της παραμονής τους εκεί, θα βρεθούν αντιμέτωποι με ακόμη μια συμμορία ληστών και τα δυο αδέρφια θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση.

Τα χρειάστηκε ο ήρωάς μας, ο Γιώργος, οι θεατές του «Παλλάς» κι εγώ, όταν οι «εχθροί» συνέλαβαν τον Τρινιτά έδεσαν και ετοιμαζόντουσαν να πράξουν τα δέοντα. Ευχαριστούσα την ανοησία τους, την άκρατη κακία τους και αυτούς που σκέφτηκαν πρώτα να τον βασανίσουν και δεν τον αποτέλειωσαν ενώ ήταν του χεριού τους. Σε λίγο κατέφθασε ο Μπαμπίνο (Μπαντ Σπένσερ). Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Δεν είχε προλάβει καλά - καλά να λυθεί ο Τρινιτά, όταν το πηχτό σκοτάδι άρχισε να ξεθωριάζει μαζί με το τελευταίο πλάνο και την αγωνία μου, από τα μικρά φωτάκια και την επιγραφή «Διάλειμμα ολίγων λεπτών» που αχνόφεγγε στο πανί.
Ποτέ δεν είχα συμφιλιωθεί με τη συνήθεια του διαλείμματος. Πάντα έκοβε την ταινία στο πιο κρίσιμο σημείο της και ελάχιστες φορές είχα τη δυνατότητα να απαλύνω το πόνο μου βουτώντας τον στη μαλακή σαντιγί μιας κορνέτας.
Γύρισα δίπλα μου και είδα το Γιώργο να βγαίνει σαν από βαθύ λήθαργο. Ανέσυρα τον Μικρό ήρωα από την τσέπη κι χάθηκα στον κόσμο του Τζιμ Άνταμς, της Ντιάνα και του Πεπίτο.


«Ο Σακραμέντο κερδίζει.
Ο Τζιμ βγάζει το κλειδί από την τσέπη του. Βρίσκει ψηλαφιστά την κλειδαρότρυπα και αρχίζει να το στρίβει σιγά-σιγά ενώ η καρδιά του χτυπάει η γοργά και δυνατά από την αγωνία.
Η πόρτα ανοίγει μα δεν είναι καλά λαδωμένη και τρίζει ελαφρά. Συγκρατούν και οι δύο την αναπνοή τους ενώ τα χέρια τους ακουμπούν στις λαβές των πιστολιών τους έτοιμα να τα τραβήξουν…
Πρώτος μπαίνει ο Τζιμ. Τον ακολουθεί ο Πεπίτο. Πυκνό σκοτάδι τους δέχεται. Το ελληνόπουλο με όση προφύλαξη μπορεί, κλείνει την πόρτα. Ύστερα σκύβει στο αυτί του Πεπίτο και του λέει ψιθυριστά,
―Φρόντισε να κρυφτείς κάπου, Πεπίτο. Προσοχή μην κάνεις θόρυβο, κρύψου καλά και πρόσεξε μην κοιμηθείς, πρέπει να μείνεις ξάγρυπνος ως το πρωί.
Στα μπουένο αμίγο (πολύ καλά φίλε), απαντάει το κωμικό μεξικανόπουλο. Χωρίζουν. Ο ένας κάνει δεξιά και ο άλλος αριστερά. Ο Πεπίτο πατάει στις άκρες των ποδιών του. Απλώνει τα χέρια του και προχωρεί ψηλαφιστά. Βρίσκει μία πόρτα την ανοίγει και μπαίνει σε ένα δωμάτιο.
Ξαφνικά βλέπει κάτι που κάνει τις τρίχες του κεφαλιού του να τιναχτούν όρθιες κάτω από το σομπρέρο του, σαν τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου. Δύο σπίθες είναι αναμμένες μέσα στο σκοτάδι. Δύο σπίθες που αναβοσβήνουν.
Θεούλη μου σκέφτεται αυτό το σπίτι είναι γεμάτο φαντάσματα. Τι θα κάνεις τώρα Γκονζάλες;»

Καθώς έσβηναν τα φώτα  του «Παλλάς» σκέφτηκα το παραγώνι του κόσμου, το παράθυρο και η ψυχή του, και μούσκεμα από ευχαρίστηση έγειρα το κορμί μου να τυλιχτεί στις καμπύλες της πολυθρόνας.
Μετά την απελευθέρωσή του Τρινιτά, δεν λέγεται το τι κατακεφαλίδι έπεσε. Ο ήρωάς μας έριχνε, κατά μέσο όρο, πέντε με έξι χτυπήματα ανά λεπτό, οποιασδήποτε μορφής. Μπουνιά για τους ισάξιους, σφαλιάρα για τους δεύτερης διαλογής, αγκωνιά για τους πονήρηδες, κατραπακιά για τους παρακατιανούς και κλωτσοπατινάδα για κάθε ομήγυρη που έτρεχε να τον «προϋπαντήσει», η ταινία πια ήταν μια σπαρταριστή κωμωδία του Ουέστ. Μόνο ο Τζιμ Άνταμς και ο Πεπίτο έλειπαν. Αλλά κι αυτούς τους είχα να με περιμένουν…
Μαζί με τον πρωταγωνιστή σε όλο σχεδόν το δεύτερο μέρος έτρεχε και η πιστή φίλη του. Τα πλάνα σε αργή κίνηση τράνταζαν σύγκορμη τη δόλια ύπαρξη μου καθώς με το τρέξιμο της όμορφης γυναίκας αναδευόντουσαν τα ημίγυμνα στήθη της, τεντωνόντουσαν οι λείοι μηροί της, σφιγγόντουσαν οι γυαλιστεροί γλουτοί της και φραζόταν για τα καλά το στομωμένο μυαλό μου.
Οι εχθροί εξοντώθηκαν ή υποτάχτηκαν, «το χαμόγελο άνθισε» στους κατατρεγμένους φίλους του ήρωά μας και όλα βρήκαν την αρχέγονη γαλήνη που απλωνόταν δίπλα από τους δυο πρωταγωνιστές μας, στα λιβάδια, τα ρυάκια και τις κορυφές, ενώ επέστρεφαν από το μακρύ τους ταξίδι.
Μόνο εμένα άρχισε να μ΄ αρπάζει ένα μαράζι καθώς καταλάβαινα ότι το τέλος του δικού τους σήμαινε και τέλος του δικού μου ταξιδιού, που το είχα λαχταρήσει μια ολόκληρη εβδομάδα.
Δεν πρόλαβε να με παρηγορήσει το προκλητικό χαμόγελο της πρωταγωνίστριας, καθώς έγερνε στα τεράστια μπράτσα του μασίστα και χαμήλωναν μέχρι που χάθηκαν πίσω από μια συστάδα θάμνων.
Τα γράμματα του τέλους εμφανίστηκαν στην οθόνη και αφάνισαν κάθε απομεινάρι ελπίδας για λίγη ακόμα ευτυχία.
Όχι μόνο εξ αιτίας του συνωστισμού που σιχαινόμουν, αλλά και γιατί ήθελα να καταπιώ κάθε καρέ της ταινίας, κάθε νότα της μουσικής της, ξέμενα, και έφευγα αφού άδειαζε τελείως το σινεμά. Έτσι μου δινόταν η χαρά να δω το «Παλλάς» σαν ολόγυμνη θεά Αθηνά, να γραπώσω τις γωνιές του με την ανατριχίλα της τελευταίας σκηνής, να βήξω προσποιητά και ν’ αντηχήσω κι εγώ κάπου, ή μάλλον όχι κάπου αλλά στο κέντρο του σύμπαντος.

Προχωρούσα προς την έξοδο του «Παλλάς» αργά, νωχελικά, και σκεφτόμουν, ότι κάθε ιερωμένος όπου γης, θα έδινε και την ψυχή του, να έβγαινε από την εκκλησία του, έστω ένας πιστός, μ’ αυτήν την κατάνυξη.
Με τα μάτια― περισκόπια έφερνα γύρω τον τεράστιο χώρο και χάιδευα τις πλάτες των μαλακών καθισμάτων, άφηνα κομμάτια από ευτυχία να τα βρω την επόμενη που θα ξαναρχόμουν.
Έξαλλος ο Γιώργος με τραβούσε από το μανίκι μ’ όλη του τη δύναμη.

―Ρε κουφός είσαι, γαμώ το στανιό μου, δεν ακούς;
―Έλα σ’ άκουσα.... κάτι σκεφτόμουν. Του απάντησα γκρεμισμένος από το λήθαργο.
―Σου άρεσε το έργο; ρώτησε με ένα χαμόγελο χωρίς ίχνος ερωτηματικού γεμάτο βεβαιότητα.

Ανασήκωσα το φρύδι που σήμαινε, «μόνο μου άρεσε;».

―Κι εμένα, γαμώ το, αλλά ήταν μικρό.
―Άσε με ρε Γιώργο, ήταν μικρό... κάθε φορά εσένα μικρό σου φαίνεται, είπα κι έβαλα τα χέρια στο παλτό νευριασμένα, γιατί μου φαινόταν πως, σαν να ήθελε να παίξει με τον πόνο μου.

Ξεμπουκάραμε από το «Παλλάς» και ένιωσα ότι πέρασα τη ρωγμή της μέρας.

Ο χειμωνιάτικος ήλιος γύρευε που είχε κρυφτεί και μας άφησε να κατηφορίζουμε για τη γραμμή του τρία, με μια ευχαρίστηση σπασμένο κομπολόι, με μια προσμονή πιο γυμνασμένη κι από τα μπράτσα του Μπαντ Σπένσερ και με χιλιάδες επιθυμίες στερεωμένες η μια δίπλα στην άλλη σαν τρυπίτσες της κόπιας ολόκληρης ταινίας.
Ξεσταχυασμένοι, σκορπίσαμε με το Γιώργο στη διασταύρωση της Βορείου Ηπείρου και της Σολωμού. Είχε φτάσει μεσημέρι και δεν απέμενε τίποτα να πλατσουρίσω τη στεγνή μου ύπαρξη, μέχρι να φτάσει ο δράκος του κυριακάτικου απογεύματος που θα έπαιρνε κάθε υπόλειμμα γλύκας του Σαββατοκύριακου.
Με πλάκωνε κιόλας η εκκωφαντική ακινησία που ερχόταν, νόμιζα ότι όλες οι μέρες είχαν κάτι είτε για ν’ αποφύγεις είτε να βουτήξεις, να το καταπιείς και να ευχαριστηθείς. Μόνο το απόγευμα της Κυριακής δεν ήταν ούτε καλό ούτε κακό, ούτε όμορφο ούτε άσχημο, ήταν μόνιμα νεκρό.
Προσπαθούσα για να νιώσω καλύτερα να φέρω στο μυαλό μου κάποια σκηνή από την ταινία. Προσπαθούσα να βοηθήσω τον Τρινιτά να λύσει τα σκοινιά του και να δραπετεύσει, μήπως μαζί έλυνα και τα δικά μου και το έσκαγα μακριά από την τρομερή βουή της σιωπής που ‘φτανε λαχανιασμένη. Η λύτρωση θα ‘ταν το Παλλάς μία - δύο πολλές ταινίες. Όταν μεγαλώσω σκέφτηκα που δεν θα χρειάζεται να παίρνω άδεια από κανέναν, θα πηγαίνω κάθε μέρα σινεμά. Αλλά το διαβολάκι μου το ανάποδο μου ‘βαλε την ιδέα, κι αν μέχρι τότε το «Παλλάς» έχει γκρεμιστεί ή δεν παίζει πια έργα; Έχω όμως και μικρή εναλλακτική σκέφτηκα τον Μικρό Σερίφη και τις ιστορίες του. Μπήκα στο σπίτι, μύριζε το τσιγαριστό κρέας της μάνας μου. Χαιρέτησα στα γρήγορα. Ο πατέρας μου καθόταν στην τραπεζαρία, φροντίζοντας να έχει οπτική επαφή με τη μάνα μου για να ψιλοκουβεντιάζουν, να τα λένε και να κουτσομπολεύουν. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο κάτι μου είπε κάτι για να με πειράξει, αλλά είχα τα δικά μου… Με μια προσποίηση και ένα φιλί στο κεφάλι, τον προσπέρασα. Κάτι μουρμούρισα στη μάνα μου, πήρα ένα κοψίδι, που μου έβγαλε αχνιστό από την κατσαρόλα, έκρυψα τον Τζιμ Άνταμς και την παρέα του κάτω από την μπλούζα μου και ανέβηκα στο λιακωτό.

―Πού πας; τρώμε σε λίγο, φώναξε ξωπίσω η μάνα μου.
―Πάνω θα είμαι, απάντησα μπουκωμένος, όταν είναι βάλτε μια φωνή. Βρήκα τη γωνίτσα μου να την ζεσταίνει ο ήλιος, βολεύτηκα και χάθηκα στον κόσμου του Ουέστ. «Οι ιστορίες των περιοδικών διαδραματίζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής την εποχή του Φαρ Ουέστ. Κεντρικός ήρωας των ιστοριών ήταν ο δεκαοκτάχρονος Τζιμ Άνταμς ή Δημήτρης Αδαμόπουλος, γιος Ελλήνων μεταναστών. Ο Τζιμ Άνταμς με την ιδιότητα του σερίφη του Τέξας περιπλανιόταν στο Φαρ Ουέστ και εφάρμοζε το νόμο μαζί με τους τρεις φίλους του, την Ντιάνα Μόρισον, το Μεξικανό Πεπίτο Γκονζάλες και το δωδεκάχρονο ινδιανάκι της φυλής των Κομάντσι, τον Τσιπιρίπο». Ξαναδιάβασα για πολλοστή φορά την εισαγωγή, την οποία είχα μάθει απ’ έξω, αλλά με ευχαριστούσε να την διαβάζω και να βλέπω στο φόντο τους ήρωες να έρχονται (τους έδινε και κίνηση η βαθιά μου λαχτάρα) χαμογελαστοί, προς το μέρος μου, για να γλυκάνουν το Κυριακάτικο απομεσήμερό μου.

Διάβαζα πάλι την εισαγωγή γιατί μου είχε απομείνει λίγο από το περιοδικό μου και το έκανα οικονομία. Γιατί πού θα ξανάβρισκα τον Παρασκευά να με τροφοδοτήσει, με τα απαγορευμένα αναγνώσματα; Πάντα όταν πλησίαζε το τέλος ενός βιβλίου, ενός αναγνώσματος στεναχωριόμουν. Ενώ στην αρχή διάβαζα γρήγορα με λαχτάρα να το τελειώσω μόλις περνούσα τη μέση και λίγο πιο κάτω άρχιζα τις τσιγκουνιές, διάβαζα λίγο, σταματούσα και ξανάρχιζα. Αυτό το συναίσθημα δεν με εγκατέλειψε ποτέ, ακόμα κι όταν γεμίσαμε από βιβλία και βιβλιοθήκες. Ο πληθωρισμός τους δεν σταμάτησε τη δίψα μου, πάντα όταν τελειώνω ένα βιβλίο, λυπάμαι, όπως όταν τελειώνει ένα ταξίδι ή ένα Σαββατοκύριακο, καλή ώρα.

―Σούληηη έλα τρώμε, άκουσα τη μάνα μου. Διάβασα τις τελευταίες αράδες που μου είχαν απομείνει από τον Μικρό Σερίφη

«Οι καου-μπόυς ξεσπούν στα γέλια
―Ουίσκι, φωνάζει κάποιος, να πιούμε και να γιορτάσουμε το τέλος του Σακραμέντο.
―Εγώ θα σφάξω ένα μοσχάρι, για να γλεντήσουμε με τα παιδιά, λέει κάποιος άλλος.
―Ευχαριστούμε πολύ απαντάει ο Τζιμ μα δεν θα μείνουμε. Πρέπει να φύγουμε αμέσως, σας ευχαριστούμε για τη φιλοξενία.
Μα εσείς δεν κοιμηθήκατε δύο βράδια, απορεί ο μπάρμαν.

Δεν πειράζει είμαστε μαθημένοι, απάντησε ο Τζιμ.
Σε λίγο τα τρία ηρωικά παιδιά, που είναι σεμνά σαν τους πραγματικούς ήρωες, φεύγουν από το Αλτο σαν να μην έκαναν τίποτε. Φεύγουν και αφήνουν πίσω, τους κατοίκους να γλεντούν και ένα τον τάφο, τον τάφο του Σακραμέντο. Είχε και αυτός την ίδια τύχη σαν όλους εκείνους που περιφρονούν το νόμο…»

Κατρακύλησα στη σκάλα και στη θλίψη του Κυριακάτικου απογεύματος που ερχόταν να με προϋπαντήσει. Το πρωινό της Δευτέρας μου έδειχνε κιόλας τα δόντια του.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: