Ζαγκόρ / Το χειροτέχνημα

Χάρτινοι ήρωες
Ζαγκόρ / Το χειροτέχνημα




Για πολλές νύχτες ο Ζαγκόρ, ο ήρως των δασών και των βουνών, παραμονεύει στο δάσος, μαζί με τον Τσίκο τον βοηθό του και με έναν οδηγό ινδιάνο για να πιάσει τον μυστηριώδη Γύπα, τον άνθρωπο με τον μαύρο μανδύα, που σκοτώνει τις γυναίκες και τα παιδιά των ινδιάνων. Μα οι νύχτες περνούσαν και ο Γύπας δεν εμφανίζεται, φαίνεται σαν να μην πρόκειται να ξαναφανεί ποτέ πια ο αινιγματικός κακούργος και τότε μια νύχτα τρεις ώρες πριν την αυγή καθώς περπατούσαν ο ινδιάνος, ο Τσίκο και ο Ζαγκόρ, ο Τσίκο λέει σκεπτικός.
―Χμ αυτό το μέρος μου φαίνεται σαν γνωστό.
―Έχεις καλή μνήμη Τσίκο, του λέει ο Ζαγκόρ, αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου χάσαμε τα ίχνη του Γύπα τη νύχτα εκείνη που του στήσαμε την παγίδα.


Μετρούσαμε ακόμα λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα. Από το παράθυρο φαινόταν η μουριά, με τα κλαριά γυμνά από φύλλα, σαν αγκαλιές προς τον ουρανό, να προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και να προσευχηθούν για τις μέρες που 'ρχονται. Ο όρθρος των πουλιών καθυστέρησε σήμερα και μόλις τώρα σείστηκε το κεντρικό κλωνάρι από το βάρος ενός σπουργίτη. Το τελευταίο φύλλο που είχε ξεχαστεί σκαλωμένο στο κλαδί, ξεκόλλησε, αφυδατωμένο, με σβησμένο όγκο και διαστάσεις, ελαφρύ σαν τσιγαρόχαρτο πήγε πέρα - δώθε και άφησε το κίτρινο χρώμα του, να χυθεί στο σκουπιδότοπο της στέρνας.
Έπεφτε για ώρα πολλή κι έβλεπα το τρίξιμο των στεγνών ιστών και το ασαφές από την πολυκαιρία περίγραμμά του, έμοιαζε με τη λύπη χωρίς αιτία, με την νοσταλγία για αυτά που δεν έγιναν.
Όταν βυθίστηκε στη στέρνα, σκέφτηκα πως των δένδρων και των φύλλων οι άγιοι θα 'ναι σαν αυτό το κιτρινισμένο, αιώνιο, εξαϋλωμένο φυλλαράκι. Ένα τόσο δα φυλλαράκι ήρθε και στάθηκε ανάμεσα σε μένα και το καινούργιο μου βιβλίο. Την προηγούμενη βδομάδα μας το έβαλαν στο πρόγραμμα Φυσική, όπως έγραφε με μεγάλα γωνιασμένα γράμματα απ' έξω, Πέμπτης τάξεως δημοτικού.
Έπεσε το φυλλαράκι κι αχρήστεψε ολόκληρο βιβλίο, γιατί πουθενά δεν γράφει πως κάποια, λίγα, εκλεκτά, φύλλα χάνουν τον όγκο τους και τις διαστάσεις τους, μένει η ψυχή τους ελαφριά και πετούν σαν άγγελοι, χωρίς διαστάσεις κι ιδιότητες παραβιάζοντας νόμους και βαρύτητες. Μένουν μόνο μ' ένα χλωμό κίτρινο φως σαν στεφάνι παλιάς αγιογραφίας, να παρουσιάζονται κάποια στιγμή για να πιστέψουμε πως μπορεί άγιοι των ανθρώπων να μην υπάρχουν, για το σύμπαν όμως να ΄τοι, είναι αυτά τα κίτρινα φυλλαράκια, πλάι στη ζώνη του χειμώνα που ταξιδεύουν στις πλαγιές χρόνου και τα μόρια του τίποτα.
Μας τον παρουσίασε ο δάσκαλός μας, κύριος Χατζής τ' όνομά του, πολύ πιο κοντός από τον κύριό μας, αδύνατος, με φαλάκρα και με δυο ματάκια που ‘ψαχναν συνέχεια σαν περισκόπια τις φάτσες μας.

―Με τον κύριο Χατζή θα κάνετε κάθε Τρίτη την τελευταία ώρα φυσική, να 'τοιμαστείτε καλύτερα για του χρόνου. Δεν καταλάβαινα γιατί θα 'πρεπε να ετοιμαστούμε από φέτος για του χρόνου, δεν καταλάβαινα γιατί κάθε τρεις και λίγο εκεί που συνήθιζα αυτά που κάναμε μας έβγαζαν κι άλλο φασούλι και περισσότερο δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει να μας μάθει αυτός ο Χατζής φυσική και όχι ο κύριος μας που τον είχα συνηθίσει και τα 'ξερε και όλα φαρσί.

Πριν κάνα μήνα μας είχαν φέρει μια χοντρή δασκάλα να μας κάνει οικοκυρικά και χειροτεχνία. Αυτό το καταλάβαινα ο κύριος δεν ήταν οικοκυρά, αλλά τη φυσική ήμουν σίγουρος ότι την ήξερε και μάλιστα καλύτερα απ' αυτόν το κοντό νευρικό, γιατί το 'βλεπα ‘γω πως ήταν νευρικός, κύριο που στεκόταν δίπλα του. Έφυγε ο κύριος μας και μου ‘ρχόταν να πάω από πίσω του, αλλά με συγκράτησε ο χάρακας που χτύπησε πάνω στην έδρα, δεν ακουγόταν μιλιά, μάλλον τον κτύπησε για να σταματήσουμε να κάνουμε θόρυβο με τη σκέψη. Τη Φυσική την έντυσα ήδη με το ίδιο κοστούμι, που είχα ντύσει και τον καχεκτικό Χατζή με τα μικρά μάτια, της αντιπάθειας.
Άρχισε να μας παραδίδει το μάθημα. Έκανε βόλτες πέρα 'δώθε, κάποτε σταματούσε, έκανε ένα σχήμα στον πίνακα και συνέχιζε το βολτάρισμα. Μέχρι το τέλος δεν έβαλε κώλο κάτω. Καλά το κατάλαβα εγώ ότι ήταν νευρικός. Αυτό που δεν καταλάβαινα ήταν το μάθημα που μας έκανε. Ο ρυθμός του, ο τόνος της φωνής του με δυσκόλευε να παρακολουθήσω, τα έτσι κι αλλιώς δύσκολα που μας έλεγε.
Έφυγα από το σχολείο ξέροντας για το πρώτο μάθημα της φυσικής, ότι ήξερα και το πρωινό, πριν πάω στο σχολείο, παίζοντας με το άσπρο γυαλένι μου πάνω στο τραπέζι της αυλής.
Και τώρα προσπαθούσα να παπαγαλίσω, αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Το μυαλό μου όμως πήγαινε ανάποδα, όποτε διάβαζα θρησκευτικά μου 'ρχόταν στο μυαλό οι νόμοι της φύσης, η κανονικότητα των φαινομένων και τώρα που θα 'πρεπε να εμφορούμαι απ' αυτό το πνεύμα, είδα να μου αποκαλύπτονται οι άγιοι, οι άγγελοι κι όλα τα δαιμόνια. Πάντως το κίτρινο φυλλαράκι θ' άφηνε τα ματάκια του κυρίου Χατζή άδεια σαν γυάλινες μπάλες αν το 'βλεπε και προπάντων αν μπορούσε να πετάξει μαζί του. Ο κύριος Χατζής όμως ούτε πέταγε ούτε καθόταν να χαζεύει φυλλαράκια, κρατούσε χάρακα στα χέρια και τα μάτια και ήταν και νευρικός. Χώθηκα με τα μούτρα στα ακαταλαβίστικα της πρώτης σελίδας.
Πέρασα πολλή ώρα σέρνοντας το βλέμμα μου πάνω στις πυκνογραμμένες αράδες, χωρίς να βγάζω νόημα. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα την ίδια παράγραφο χωρίς να σταλάζει, τίποτ' από αυτά που 'γραφε, στο μυαλό μου. «Η διάμετρος του ατόμου είναι μικρότερη από το 1/40.000.000 του εκατοστόμετρου, στο εσωτερικό του ατόμου βρίσκεται ο πυρήνας. Μέσα στον πυρήνα βρίσκονται τα δύο από τα τρία είδη των στοιχείων του ατόμου, το πρωτόνιο και το νετρόνιο. Έξω από τον πυρήνα βρίσκεται το ηλεκτρόνιο».
Εγώ πάντως θα 'θελα να είμαι ηλεκτρόνιο και να βρίσκομαι, όχι έξω από τον πυρήνα αλλά έξω από το σπίτι και να παίζω με τους άλλους. Η Φυσική μού έμοιαζε ότι έχει τα μυστήρια κι όχι τα Θρησκευτικά. Στα Θρησκευτικά μαθαίναμε τουλάχιστον παραμυθένιες ιστορίες και αν και ο κύριος μας έλεγε κάθε τόσο για μυστήριο και τέτοια, εμένα μου φαίνονταν όλα πολύ απλά. Αν δεν ήμουν σίγουρος ότι ο κύριος τα ήξερε όλα φαρσί, θα έλεγα ότι είχε μπερδέψει τα Θρησκευτικά με τη Φυσική. Γιατί τα μυστήρια είναι μου φαίνεται όλα μαζεμένα σε τούτο το βιβλίο μπροστά μου, που τρυπούσε το μυαλό μου με πράγματα που έμοιαζαν σαν θαύματα σαν σκοτεινές τελετουργίες. Δεν μπορούσα να χωνέψω ότι το τραπέζι είναι ύλη, αλλά κι ο αέρας είναι το ίδιο πράγμα, είναι κι αυτός ύλη. Μπροστά σ' αυτό το μυστήριο, η εγκυμοσύνη της Σάρας ήταν το πιο απλό πράγμα. Δε πα' να 'ταν και τριακοσίων χρονών η γυναίκα. Εκεί τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα, έτσι ήθελε ο Θεός έτσι έγινε, εγώ δεν έβλεπα τίποτα το μυστήριο και το παράξενο. Όμως ότι «τα ηλεκτρόνια αποτελούν μόλις το 0,1 % της μάζας του ατόμου, αλλά είναι εκείνα που καθορίζουν την ιδιαίτερη φύση του», αυτό με τρέλαινε, αυτό ήταν το μυστήριο, αυτό ήταν που δεν μπορούσα να κατανοήσω κι άρχιζα να το λέω απ' έξω σαν ποιηματάκι για να το μάθω. Είχα παρατήσει όλα τ' άλλα μαθήματα για να ασχοληθώ με τη φυσική.
Για να καθαρίσει λίγο το κεφάλι μου από όλη αυτή τη σκοτούρα μπήκα για λίγο στον κόσμο του Ζαγκόρ του Τσίκο και της ξεγνοιασιάς.

―Στοιχηματίζω ότι δεν βρεθήκαμε εδώ τυχαία, συνέχισε την κουβέντα ο Τσίκο, σαν να είχα πατήσει pause σε κάποιο βιντεάκι στο you tube.
―Ναι, είμαι βέβαιος ότι δεν εδώ θα βρούμε το κλειδί του μυστηρίου, χοντρέ μου, του απαντά ο Ζαγκόρ καταπατώντας κάθε κανόνα πολιτικής ορθότητας του μέλλοντος.
―Ουγκ, εκεί το δάσος έχει σωπάσει δυνατέ Ζαγκόρ, συμπλήρωσε ο ινδιάνος φίλος τους.
―Α, μα τι παλαβές κουβέντες είναι αυτές, μάλωσε ο Τσίκο τον περήφανο ινδιάνο και στράφηκε στον «δυνατό» Ζαγκόρ, όμως ο ήρωάς μας έδωσε δίκιο στον ερυθρόδερμο.
―Το Μαύρο Κοράκι έχει δίκιο, Τσίκο μίλα πιο σιγά, έβαλε το χέρι στο στόμα ο Ζαγκόρ και συνέχισε, δεν πρόσεξες ότι τα νυχτοπούλια έπαψαν να κράζουν ξαφνικά; Κάτι ή κάποιος τα τρόμαξε, κάποιος που έρχεται κατά δω. Ο Τσίκο τρόμαξε.
―Μαμά μου, πιστεύεις, σχεδόν ούρλιαξε αλλά ο ινδιάνος του έφραξε το στόμα.
―Σσσστ, του είπε.


Όση όμως αγωνία είχα για το τι μέλλει γενέσθει με την παρέα του Ζαγκόρ και τον μυστήριο Γύπα άλλη τόση αγωνία είχα για τη φυσική και τον κύριο Χατζή.

Είχα το προαίσθημα ότι ο κύριος Χατζής θα ψάξει με τα μικρά μάτια του όλη την αίθουσα και θα σταθεί επάνω μου.

―Για σήκω εσύ να μας πεις, θα 'λεγε και θα 'ρχιζε πάλι το βολτάρισμα μες την αγωνία μου, δίπλα από την άγνοιά μου. Και θα κρεμιόταν στους γεωφυσικούς χάρτες του τοίχου η απελπισία μου να πηγαίνει πέρα δώθε έτοιμη να πέσει και να σωριαστούμε μαζί στην τριμμένη κιμωλία που καταλάγιαζε στο μωσαϊκό.
Έλεγα και ξανάλεγα τις φράσεις απ' έξω, με κόπο είχα καταφέρει ν' αποστηθίσω μερικές, είχα ξεθαρρέψει όμως και συνέχιζα την προσπάθεια. Μετά από πολλή ώρα με θολωμένο μυαλό σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο, το άνοιξα. Ένας παγωμένος αέρας χαστούκισε το πρόσωπό μου. Παράσερνε χαρτιά και χώμα, μεσ' το στρόβιλο που δημιουργήθηκε, είδα το κίτρινο φυλλαράκι να σηκώνεται και να ταξιδεύει ψηλά, πάνω από τη μουριά πάνω από τη ΒΛ 4, πάνω από 'κει που μπορούσε να φτάσει το μυαλό μου. Έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο, προσπαθούσα να το δω κάπου να πέφτει, είχε χαθεί. Θα πήγε στον ουρανό, να το πιάσει ο Ψαράγγελος να το βάλει στο αυτί, σκέφτηκα.
―Τι άνοιξες παιδάκι μου το παράθυρο, δεν βλέπεις τι κάνει; Άκουσα στην πόρτα του δωματίου τη μάνα μου.
―Κλείσ 'το ντε, τι χάζεψες; Ήρθε και το 'κλεισε μόνη της με πάταγο.
―Άντε, έλα να φας, πέρασε η ώρα.

Προτιμούσα τη λίγη ώρα που είχα να την αφιερώσω στον Ζαγκόρ και την παρέα του.
―Τον είδες αυτός ήταν ο Γύπας; ρώτησε αναστατωμένος ο Τσίκο.
―Δεν ξέρω Τσίκο, από τόσο μακριά και με το καταραμένο αυτό σκοτάδι, μόνον ένα ίσκιο μπόρεσα να διακρίνω. Ένα πράγμα ξέρω πάντως, θέλω να δω τη φάτσα του όποιος κι αν είναι αυτός που κάνει τέτοιους παράξενους νυχτερινούς περιπάτους, είπε ο Ζαγκόρ.
Προσέχοντας να μην κάνουν τον παραμικρό θόρυβο οι τρεις φίλοι ακολουθούν τον μαύρο ίσκιο που φαίνεται και χάνεται ανάμεσα στα δένδρα. Σ’ ένα μέρος όπου τα νερά του ποταμού σχημάτιζαν ένα καταρράκτη παύουν να βλέπουν τον ίσκιο.
―Χάθηκε, ψιθύρισε ο Τσίκο, ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να διακρίνουν κάτι μέσα στο ημίφως, χάθηκε σαν ομίχλη στον ήλιο, έλιωσε σαν αλάτι στο νερό, διαλύθηκε σαν …
―Πάψε χοντρέ, κλείσε το στόμα σου. Τον σταμάτησε ο Ζαγκόρ και συνέχισε. Μα τα χίλια τύμπανα, είμαι βέβαιος ότι η εξαφάνιση του «φίλου» μας δεν έχει τίποτα το μυστηριώδες και το υπερφυσικό ίσως, ίσως τα νερά του καταρράκτη κρύβουν κάποια κοιλότητα, στην οποία μπορεί κανείς να φτάσει περπατώντας κολλητά στον πέτρινο τοίχο. Αν περιμένουμε λίγα λεπτά ο άνθρωπος μας θα ξαναφανεί σίγουρα.
―Μα τα μουστάκια όλης της οικογένειας μου, δεν μου φάνηκε σαν τον Γύπα αυτός. Αυτός φορούσε κανονικό καπέλο και ρούχα σαν όλους τους ανθρώπους…
―Πάψε λοιπόν τον μάλωσε ο Ζαγκόρ, ας περιμένουμε λίγο, τέλειωσε τη φράση του, εγώ πάντως δεν μπορούσα να περιμένω άλλο, έπρεπε να φύγω για το σχολείο.

Για πρώτη φορά στα διαλείμματα, όλοι ασχολούμασταν με μάθημα. Με το βιβλίο στα χέρια προσπαθούσαμε να ξεκλέψουμε κάποια φρασούλα, κάνα νούμερο, να συγκρατήσουμε ό,τι προλαβαίναμε. Σε κάθε διάλειμμα έπιανα την ίδια γωνιά δεξιά του προαυλίου και με το βιβλίο κλειστό έλεγα το ποίημά μου.
Ο Θέμης είχε από την αγωνία μόνιμα κοκκινισμένα τα μεγάλα του αυτιά. Ο Παπαδόπουλος είχε χάσει την γνωστή του αυτοπεποίθηση κι όλο ρωτούσε και ξαναρωτούσε τι ξέρει ο ένας κι ο άλλος και ο Νίκος ο Σώρας είχε εξαφανίσει, με το μάσημα, τα ήδη φαγωμένα νύχια του.
Οι πρώτες ώρες πέρασαν όπως κάθε μέρα, είχαμε όλοι απλωθεί στο πλατύ χαμόγελο του κυρίου μας και ξεχασμένοι, ακούγαμε το μάθημα του. Περιμένοντας τον κοντό με τα μικρά μάτια είχαμε εκτιμήσει περισσότερο τον κύριο μας. Νιώθαμε ότι μόνο αυτός μπορούσε να μας προστατέψει από το φοβερό κύριο Χατζή.
Ο κύριός μας ήταν αυτός που άπλωνε στα τζάμια στους τοίχους και τον πίνακα, τη σιγουριά, την μεταμέλεια και την επιείκεια.
Άπλωνε το ζεστό του βλέμμα σ' όλη την αίθουσα και τοποθετούσε στα μόρια της τριμμένης κιμωλίας που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια μας, ένα κόμπο κατανόησης, μια στάλα βεβαιότητα. Κατακαθόταν η τριμμένη κιμωλία στα ρούχα και δεν την τινάζαμε, μπας και μαζί της πετάξουμε από πάνω μας, τη γαλήνη και την συμπάθεια.

Την προτελευταία ώρα μπήκε στην αίθουσα η χοντρή κυρία των οικοκυρικών. Η Χαρά η καλή μαθήτρια της τάξης, που καθόταν στ' αριστερά μου στη διπλανή σειρά των θρανίων, έβγαλε από τη τσάντα της, τυλιγμένη σε λαδόκολλα την εργασία της.
Ξετύλιξε τη λαδόκολλα και εμφανίστηκε μια όμορφη «αραπίνα» φτιαγμένη με φασόλια, ανοιγμένα στη μέση. Σκέφτηκα τη δική μου εργασία και μ' έπιασε απογοήτευση. Μου είχε σχεδιάσει η κυρία χοντρή δυο ελληνικές σημαίες χιαστί, της ξηράς και της θάλασσας και ήθελε να κολλήσω επάνω ένα, ένα σπυριά ρυζιού. Μου είχε φανεί εύκολο στην αρχή, μόλις προσπάθησα όμως να κολλήσω το ρύζι με γονάτισε η απελπισία, δεν έστεκαν πουθενά. Τσάτρα πάτρα είχα φτιάξει κάνα δυο σειρές και τα 'χα παρατήσει. Στις διακοπές των Χριστουγέννων σκεφτόμουν με τη βοήθεια κάποιο αδελφού μου θα το φτιάξω. Έτσι κάθε βδομάδα έλεγα ότι δεν το είχα τελειώσει ακόμα, άλλα όπου να 'ναι θα το είχα έτοιμο.

―Μπράβο Χαρίκλεια, ακούστηκε η κυρία χοντρή, κοιτάξτε τι έφτιαξε η συμμαθήτριά σας συνέχισε και μας έδειξε την εργασία.
―Αν δεν την έντυνε κιόλας θα 'ταν πιο ωραία, μου ψιθύρισε ο Παπαδόπουλος στο αυτί κι έπνιξα με το ζόρι τα γέλια.

Η χοντρή όμως με είδε και θυμήθηκε την εργασία.

―Η δική σου εργασία που είναι και χασκογελάς;
―Δεν την τέλειωσα κυρία ακόμα, όπου να ναι....
―Την άλλη φορά θα την φέρεις κι ας μην την έχεις τελειώσει, κατάλαβες; είπε αυστηρά, έριξε πάλι μια ματιά στην εργασία της Χαράς χαμογέλασε και συνέχισε με μπράβο και τέτοια. Εγώ κάθισα κάπως ανήσυχος στη θέση μου.
―Άστη, ρε μαλάκα, μέχρι την άλλη βδομάδα δεν θα θυμάται τίποτα η χοντρέλα, ψιθύρισε πάλι ο Παπαδόπουλος.

Το τελευταίο διάλειμμα κουδούνισε στ' αυτιά μας και τα νεύρα μας. Όλοι με μια κίνηση ακόμα και η 'Χαρίκλεια' έσουρε το βιβλίο της φυσικής από το θρανίο. Τ' αυτιά του Θέμη είχαν μπλαβίσει και ο Σώρας δάγκωνε πια τους κόμπους από τα δάχτυλα. Εγώ αν και το ένιωθα ότι θα με σηκώσει, ήμουν σχετικά ήρεμος, δεν ήξερα αν ήταν από την τέλεια απελπισία ή την υποψία ότι κάτι ξέρω.
Μου φάνηκε ότι το κουδούνι λήξης του διαλείμματος ακούστηκε σχεδόν αμέσως. Το 'λεγα 'γω ότι ο χρόνος είναι έργο του σατανά. Εκτός αν ήταν της καθαρίστριας που βιαζόταν να πάει στο σπίτι της.
Αν και η ησυχία ήταν κατανυκτική, κανένας δεν πήρε χαμπάρι την είσοδο του κοντού. Είχαμε πέσει με τα μούτρα στα ποσοστά και τους ορισμούς. Η βέργα βρόντηξε πάνω στην έδρα. Συγχρονισμένα όπως οι φαντάροι στις παρελάσεις στραφήκαμε προς το μέρος του. Κάθισε στην έδρα, έβγαλε ένα καταλογάκι από το σακάκι του κι άρχισε να το ψάχνει. Δεν μας ξανακοίταξε ούτε καταλάβαινα τι θα μπορούσε να ψάχνει στο καταλογάκι. Κοιτούσα το Χριστό πάνω από τον πίνακα και τι δεν του 'ταζα, να μην με σηκώσει. Ένιωθα την αγωνία μου σαν μικρά σκουλήκια να ξεπηδούν από όλες τις γωνιές της αίθουσας και να τσιμπολογούν τ' εγκαταλειμμένα μου κομμάτια. Κάγχαζε ειρωνικά η απελπισία κρεμασμένη από το πόμολο της πόρτας και η ψυχραιμία μου με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, αδιαφορούσε για μένα ξαπλωμένη στο σπόγγο του πίνακα.
Ακούστηκε το επώνυμο μου σαν να έβγαινε από τα έγκατα της γης, σαν να το ξερνούσαν δέκα ηφαίστεια μαζί, σαν να το σφύριζε τρένο σ' αφύλακτη διάβαση. Στην αρχή δεν κατάλαβα, ποτέ ο κύριος δεν με φώναζε με το επώνυμο κι έμεινα κοιτάζοντας γύρω.
Μόνο όταν με σκούντησε ο Παπαδόπουλος, σηκώθηκα και ήρθαν και με συνάντησαν, οι δυο μαύρες κατσαριδούλες των ματιών του κυρίου Χατζή.

―Έχεις διαβάσει;
―Μάλιστα κύριε, είπα και ούτε εγώ ήξερα τι σημαίνει αυτό, γιατί το ότι είχα διαβάσει ήταν μια αλήθεια, αλλά δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι μπορούσα και να την αποδείξω στον κύριο Χατζή.
―Για έλα στον πίνακα.

Κινήθηκα προς τον πίνακα και πριν γυρίσω έριξα μια τελευταία ματιά και απόθεσα την τελευταία μου ελπίδα στον Εσταυρωμένο πάνω από τον πίνακα. Κοίταζα όλους σιωπηλούς να με παρατηρούν κι ένιωθα ότι ήμουν μπροστά σ' εκτελεστικό απόσπασμα. Σαν πετριά έριξα το βλέμμα στο ταβάνι.

―Λοιπόν; άκουσα από την έδρα. Όταν εξετάζει δε βολτάρει σκέφτηκα και κάπως παρηγορήθηκα που δεν θα τον είχα μπροστά στη μύτη μου, να μου εισπνέει τον αέρα και το κομματάκι θάρρους που κρατούσα στο κότσι του δεξιού μου καρπού.
―Λοιπόν τι κατάλαβες από αυτά που είπαμε την προηγούμενη φορά; Αυτό σκέφτηκα καλύτερα ας το ξεχάσω και μάσησα την πρώτη αράδα του βιβλίου. Άρχισα να λέω το μάθημα λες και ήμουν υπνωτισμένος. Έφευγαν οι παράγραφοι η μια μετά την άλλη, κρατούσα την εικόνα του βιβλίου στα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτ' άλλο. Πιθανόν στο τέλος να μου 'δινε και μπράβο αν στην προτελευταία παράγραφο δεν ήθελε να του διευκρινίσω κάτι. Πράγμα αδύνατον βέβαια.
―Καλά μου λέει τελείωνε. Αλλά εγώ ήδη είχα τελειώσει, η διακοπή έσβησε την εικόνα του βιβλίου από μπροστά μου και δεν μπορούσα να βγάλω λέξη.
―Καλά κάθισε, είπε και καθώς έσκυψε στο τεφτέρι του, είδα να 'χει μια έκφραση απορίας. Χωρίς να ξέρω το βαθμό που μου έβαλε και την εντύπωση που του έκανα, επέστρεφα στη θέση μου αργά για ν' απολαύσω τον θαυμασμό των συμμαθητών μου. Με κοίταζαν όλοι και μόλις κάθισα ο Θέμις, που καθόταν πίσω μου, έσκυψε στο αυτί μου.
―Πότε τα 'μαθες, ρε μαλάκα, εγώ δεν κατάλαβα τίποτα;
Γύρισα και του χαμογέλασα, με προσποιητή κατανόηση.
Σε λίγο σηκώθηκε ο κοντός και άρχισε να παραδίδει παρακάτω. Το βολτάρισμα είχε ξεκινήσει. Σε κάποια στιγμή κάρφωσε τις κατσαριδούλες του πάνω μου.
―Όπως μας είπε ο συμμαθητής σας, από το προηγούμενο μάθημα κι ανέφερε μια ακαταλαβίστικη φράση, έτσι δεν είναι; ρώτησε και με κοίταζε στα μάτια.
―Μάλιστα, είπα και πήρα τα μάτια μου από πάνω του και τα έριξα στον πίνακα όπως κάποιες φορές πετάγαμε τις κιμωλίες.

Ένιωθα να έχει γίνει μια τεράστια παρεξήγηση και δεν με βόλευε καθόλου να λυθεί.
Μετά το σχόλασμα με τον Σώρα πηδήσαμε κρυφά στο κάρο του Θεούλη, που έτυχε να γυρίζει από τα χωράφια του και πήγαινε προς το σπίτι. Είχε μπάλες σανό φορτωμένες και δεν μας έβλεπε καθώς είχαμε κουρνιάσει στο πίσω μέρος του μακριού κάρου, με τα πόδια να κρέμονται στον αέρα. Ήταν ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ.
Είχε κόψει ο αέρας και μοσκοβόλαγε σανό, κοπριά και ικανοποίηση.
Ήμουν ακουμπισμένος με την πλάτη σε μια μπάλα σανό, είχα πάρει ένα κλωναράκι και το 'παιζα στο στόμα. Άχνιζε στην ανάσα μου η γλύκα της νύχτας και η απόλαυση της επιδοκιμασίας. Σε μια στροφή φρεσκοβαμμένη είδα τη ματαιοδοξία πιασμένη με τα νύχια σε μια κολόνα, ανακάθισα κι άρχισα ψιθυριστή κουβέντα με τον Σώρα.
Ακούγονταν τα πέταλα του αλόγου να κτυπούν αργά, βαριά τον τσιμεντόδρομο. Με νόημα ο Σώρας, έκανε σαν να είχε σπίρτα, άναβε ένα κι έβαζε φωτιά στο σανό. Και παράσταινε τις αντιδράσεις του Θεούλη. Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια και πήδησα από το κάρο, γιατί μακρύ μακρύ το κάρο αλλά και το καμτσίκι του Θεούλη ήταν υπολογισμένο να φτάνει μέχρι πίσω. Γινόταν θηρίο μόλις έβλεπε κάνα παιδί να 'χει ανέβει κλεφτά στο κάρο του, λες και μας κουβαλούσε στην πλάτη.
Χωρίσαμε πιο κάτω με το Σώρα και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Το καθαρό φεγγάρι πρόβαλε τη σκιά μου, μ' έδειχνε δυο πήχες πιο ψηλό. Μπήκα στην αυλή και γύρισα απότομα να τον ξαφνιάσω. Έστεκε μονάχο το ολόγιομο φεγγάρι μ' ένα συννεφάκι όχι για βροχή, μόνο για στολίδι στην άκρη του. Ο Ψαράγγελός μου πουθενά.
Πάλευα, ιδίως τα βράδια που δεν είχα τίποτα να κάνω, στο τραπέζι της κουζίνας να κολλήσω σπυριά από ρύζι στις σημαίες. Τα ρύζια δεν κόλλαγαν με τίποτα, μόνο τα δάχτυλά μου γέμιζαν άσπρη κόλα κι όταν πήγαινα να πάρω ένα σπυράκι κολλούσαν ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρα χεριές ολόκληρες.
Πήρα το Ζαγκόρ μου για να ξεχαστώ λίγο από τις έγνοιες.


―Νάτος βγαίνει, ευτυχώς βγαίνει και το φεγγάρι κι έτσι θα τον δούμε είπε ο Ζαγκόρ. Στο επόμενο καρεδάκι φάνηκε ο Γύπας κρυμμένος πίσω από μια μάσκα με καπέλο, φορώντας μια μπέρτα.
―Μαμά μου, είπε ο Τσίκο φοβισμένος.
―Ο Γύπας, είπε ο ινδιάνος.
―Αυτός είναι είπε ο Ζαγκόρ και συνέχισε σκεφτικός, τώρα εξηγούνται όλα, αυτός ο βρωμερός εγκληματίας χρησιμοποιεί αυτό το καταφύγιο για να φορά τα μαύρα ρούχα και να ξεφεύγει από τις αναζητήσεις, έπειτα από την εκτέλεση των εγκλημάτων του.
―Ουγκ αυτός είναι ένα τέρας που σκότωσε το κοριτσάκι μου, αναφώνησε αναστατωμένος ο ινδιάνος.
―Ήσυχα φίλε μου, μη χάνεις την ψυχραιμία σου, αλλιώς θα τα χαλάσεις όλα. Τον είδαμε τώρα πρέπει να τον πιάσουμε και να τον παραδώσουμε στη δικαιοσύνη. Μείνε με τον ινδιάνο Τσίκο. Δεν θέλω να τον σπρώξει ο θυμός σε καμιά τρελή πράξη.
―Ναι Ζαγκόρ, αλλά σε παρακαλώ να προσέξεις αυτό το μαύρο δαίμονα μπορεί να είναι σκληρό κόκκαλο, απάντησε ο Τσίκο ανήσυχος.
Αθόρυβα, μα γοργά ο ήρωας των δασών και των βουνών σέρνεται στα ίχνη του απαίσιου αντιπάλου του. Στάθηκε πάνω από ένα βράχο ενώ ο Γύπας προχωρούσε και σε λίγο θα περνούσε κάτω ακριβώς από το σημείο που είχε στήσει καρτέρι ο Ζαγκόρ.
―Προχώρα αιμοβόρο τέρας, λίγα βήματα ακόμα σκεφτόταν ο Ζαγκόρ, σε λίγο η σκοτεινή φιγούρα έφτασε κάτω από τον βράχο και ο ήρωάς μας όρμησε πάνω του με μια κραυγή Αααιιικκ και ξάφνιασε τον Γύπα.
―Ζαγκόρ, λέει εκείνος
―Με κολακεύεις που με αναγνώρισες φίλε, αλλά τώρα πρέπει να δούμε ποιος είσαι, λέει ο Ζαγκόρ και κάνει να του βγάλει τη μάσκα.
―Άτιμε άγριε, λέει εκείνος και ξαφνιάζει τον Ζαγκόρ με μια κλωτσιά και του ορμά αρπάζοντάς τον από τον λαιμό.
―Δε σου ήταν αρκετό το μάθημα που σου έδωσα την άλλη φορά, είπε μέσα από τα δόντια του και πίεζε τον Ζαγκόρ στο λαιμό με όλη του τη δύναμη, τόσο το χειρότερο αυτή τη φορά δεν θα γλιτώσεις. Ο Ζαγκόρ τα χρειάστηκε και σκεφτόταν
―Μα τα χίλια τύμπανα έχει τρομακτική δύναμη το τέρας αυτό.
Η σιδερένια λαβή σφίγγεται όλο και πιο πολύ στο λαιμό του ήρωά μας, ο οποίος προσπαθεί απεγνωσμένα να ελευθερωθεί
.


Η υπόθεση είχε πολλή αγωνία και δεν θα άφηνα τον Ζαγκόρ αν δεν είχα τη διπλή αγωνία της χειροτεχνίας.
Με παρηγορούσε μόνο η φράση του Παπαδόπουλου ― πού να το θυμάται η χοντρέλα μέχρι τότε. Αλλά το «τότε» ήταν αύριο κι έκανα κάποιες τελευταίες προσπάθειες με την υπομονή εξαντλημένη, από τις αποτυχίες τόσων ημερών.
Η αδερφή μου είχε πάει για ύπνο, η μάνα μου κάτι έφτιαχνε στο νεροχύτη κι ο πατέρας μου, διόρθωνε κάθε τόσο το ραδιοφωνάκι για ν' ακούει καλύτερα το «θέατρο της Δευτέρας». Είχε κάποιο έργο θρησκευτικό, αλλά κανένας άγιος, κανένας Ιησούς δεν βοήθαγε την περίσταση. Ο πατέρας μου για χιλιοστή φορά ρωτούσε τι φτιάχνω και τι παιδεύομαι τζάμπα με τα ρύζια, τα 'βαζε και με τους δασκάλους που μας μάθαιναν άχρηστα πράματα και μετά έστρεφε την προσοχή του στη συνέχεια του έργου. Δεν γινόταν τίποτα, κόλλαγα το ένα ξεκόλλαγε το άλλο. Αποφάσισα ν' αλλάξω σύστημα άπλωσα μια στρώση άσπρη κόλα, πήρα μια χούφτα ρύζι και την έστρωσα πάνω. Το άφησα στην άκρη να στεγνώσει, δεν φαινόταν και τόσο άσχημο. Θα το συνεχίσω το πρωί σκέφτηκα, αν πιάσει το κόλπο, σε μισή ώρα θα το 'χω τελειώσει.


Ξαφνικά ο Ζαγκόρ εκτινάσσεται ξεφεύγει από τη μέγγενη του μασκοφόρου και με μια κλωτσιά το πετά κάτω. Εκείνος ξαφνιάζεται κάτι είπε μέσα από τα δόντια του κι έβγαλε το πιστόλι του και το έστρεψε κατά του ήρωά μας. Εκείνος με μια κίνηση ακριβείας πετά το πέτρινο τσεκούρι του στο χέρι που κρατούσε το πιστόλι κι αφοπλίζει τον αντίπαλο. Έπεσε αρκετή κλοτσοπατινάδα η οποία μεταφραζόταν σε πολλά σμακ, σβινν, στοκ, αααιιικ με τελικό νικητή τον δυνατό Ζαγκόρ.
―Φτάνει, φτάνει, τον παρακάλεσε ο πεσμένος στο χώμα μασκοφόρος.
―Σήκω, μα μην κάνεις κανένα άσχημο κόλπο, αυτή τη φορά δεν θα με αιφνιδιάσεις, πρόσεχε του είπε ο Ζαγκόρ, απειλώντας τον με το πιστόλι που του είχε αφαιρέσει και μη φοβάσαι άθλιε. Δε θα λερώσω τα χέρια μου με το αίμα σου. Θα φροντίσουν οι άνθρωποι του νόμου, να αποδώσουν δικαιοσύνη στα φτωχά θύματά σου, πρόσεξε τις κινήσεις του, τον προειδοποίησε. Ξαφνικά ακούστηκε πίσω του ο Τσίκο.
―Ζαγκόρ, τον αιχμαλώτισες λοιπόν;
―Όπως βλέπεις χοντρέ, απάντησε εκείνος, ενώ ακούστηκε και ο ινδιάνος που μόλις κατέφθασε.
―Ο Γύπας, Ζαγκόρ, έπιασες τον Γύπα;
― Ναι κοίτα τον καλά, κοίτα τον από κοντά φίλε μου και θα δεις ότι δεν είναι ένα φάντασμα, είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι και τώρα θα μας δείξει το άτιμο, εγκληματικό πρόσωπό του.
―Καταραμένο ερπετό, πως μπόρεσες να σκοτώσεις την κορούλα, φώναξε ο ινδιάνος και μη μπορώντας να αντέξει στην σκέψη όρμησε στον Γύπα με μια ινδιάνικη κραυγή επίθεσης.
―Μη, μη το κάνεις αυτό, προσπάθησε να τον εμποδίσει ο Ζαγκόρ.
―Θέλω να τον σκοτώσω, με τα χέρια μου, ούρλιαξε ο πληγωμένος πατέρας. Αλλά ο Ζαγκόρ όρμησε να τον συγκρατήσει και με μια γροθιά τον έριξε καταγής, εν τω μεταξύ πάνω στην αναμπουμπούλα ο Γύπας βρήκε την ευκαιρία και εξαφανίστηκε. Τα μάτια μου έκλειναν δεν είχα κουράγιο να κυνηγήσω τον Γύπα μαζί με τον Ζαγκόρ και γύρισα πλευρό.

Είδα στον ύπνο μου, ζεμένα άλογα στη πλατεία με το σιντριβάνι, να γυρίζουν γύρω από το νερό και να πατούνε σπυριά από ρόδια. Το νερό του σιντριβανιού στεκόταν στη μέση σαν τον στύλο που πάνω του δένονται τ' άλογα που αλωνίζουν. Τα ρόδια έσπαγαν κάτω από τα πέταλα και ο κόκκινος χυμός των ρόδων, κοκκίνιζε σιγά σιγά το νερό του σιντριβανιού και εκτινασσόταν ψηλά και στο τέλος, πεταγόταν στον αέρα καθαρός κόκκινος χυμός ρόδων κι έλουζε την πλατεία τ' άσπρα άλογα και τις αλυσίδες από μικρά αστεράκια που τα 'δεναν από το σιντριβάνι.
Είδα τον Θεούλη με τα μακριά άσπρα του μαλλιά και τη λευκή γενειάδα, φορώντας μακρύ λινό πουκάμισο, να μπαίνει στη μέση για να σταματήσει τ' άλογα και 'κείνα ν' αφηνιάζουν και να τρέχουν πιο γοργά, και να παρασέρνουν το Θεούλη και να τον πατούν και να τον αλωνίζουν και το κόκκινο των ροδιών να βγαίνει πιο πηχτό από το σιντριβάνι και τ' άλογα σιγά σιγά να σταματούν αποσταμένα και να πίνουν χυμό από ρόδια κι αίμα, για να ξεδιψάσουν.
Ο ήλιος κομμένος σε λωρίδες από το παντζούρι, έπεφτε πάνω στο βαρύ πάπλωμα και τ' ασβέστωνε, όπως τα πεζούλια οι γυναίκες της γειτονιάς. Μια λωρίδα από πρωινό φως στο πάτωμα οσμιζόταν το δωμάτιο μου κάτω από το τραπέζι. Έβαλα σημάδι ένα κρόσσι στο χαλάκι και σε λίγο το είχε περάσει. Τι έννοιες είχε μια λωρίδα φως που άσκοπα γυρίζει τα ξένα σπίτια και μπουσουλάει την τεμπελιά της και ξεδιάντροπα δείχνει το γύμνια της; Αναρωτιόμουν και θυμήθηκα τις δικές μου λωρίδες, από κόντρα πλακέ, κόλα, ρύζι και μαρκαδόρο, που περίμεναν μισοτελειωμένες στη κουζίνα. Διπλώθηκα με το πάπλωμα κι έμεινα στο κρεβάτι να χουζουρεύω με την ελπίδα ότι τα ρύζια θα έχουν κολλήσει μια χαρά και η σημαία της θάλασσας θα κυματίζει πάνω στο κόντρα πλακέ, όπως ήθελε η κυρά χοντρέλα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι, όταν θυμήθηκα ότι έχω και φυσική σήμερα. Μπήκα στη κουζίνα και ανασήκωσα προσεκτικά το χειροτέχνημα, τα ρύζια άρχισαν να κυλούν, η σημαία να μαδάει κι εγώ ν' απελπίζομαι. Όταν τινάχτηκε όλο το ρύζι που δεν ήταν κολλημένο, αλλά στεκόταν εκεί επειδή το κόντρα πλακέ ήταν ξαπλωμένο στο τραπέζι, έμεινε η σημαία όλο τρύπες και στραβοκολλημένα ρύζια. Με το χέρι μαλακά προσπάθησα να κολλήσω στα κενά μερικά σπυριά μπας και διορθωθεί, μάταια, έχασκε από παντού. -Πού να το θυμάται μέχρι τότε η χοντρέλα, θυμήθηκα, παράτησα τη σημαία και βγήκα στην αυλή με τον Ζαγκόρ στα χέρια.

―Ήταν τραυματισμένος στο στήθος, δεν μπορεί να έχει πάει μακριά, είπε ο Ζαγκόρ κι άρχισε να τρέχει.
Έχεις δίκιο Ζαγκόρ, άφησε ίχνη από αίμα, του έδειξε ο Τσίκο.
―Τα άστρα χλομιάζουν, ξημερώνει, σε λίγο δε θα δυσκολευτούμε να ακολουθήσουμε αυτά τα κόκκινα ίχνη. Ο Ζαγκόρ με τα μάτια καρφωμένα στα ίχνη χώνεται όλο και πιο βαθιά στο δάσος πίσω του τον ακολουθούν ο Τσίκο και ο ινδιάνος φίλος τους. Μετά από αρκετή ώρα ο Ζαγκόρ απόρησε.
―Μα τα χίλια τύμπανα, πως μπόρεσε να κάνει όλον αυτόν τον δρόμο;
―Κι όμως, αν κρίνω από την ποσότητα του αίματος που έχασε, είναι στα τελευταία του.
―Για μένα αυτός ο τύπος είναι προικισμένος με εφτά ζωές σαν τις γάτες, στοιχηματίζω… δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του ο Τσίκο και του έφραξε το στόμα ο Ζαγκόρ.
―Πάψε, χοντρέ, άκουσα μουρμουρίσματα, κάποιος είναι εκεί.
―Μην πας εκεί, Ζαγκόρ, θα σου φέρει κακή τύχη, τον προειδοποίησε ο ινδιάνος.
―Τι παραμύθια είναι αυτά; Για ποια κακή τύχη μου μιλάς, απόρησε ο Ζαγκόρ και ο ινδιάνος του αφηγήθηκε μια ολόκληρη ιστορία.
―Πίσω από τους θάμνους είναι το μέρος του μακελειού, εκεί πριν από χρόνια, μια συμμορία ινδιάνων Ουράν επιτέθηκε εναντίον ενός καραβανιού λευκών και τους έσφαξαν όλους. Από τότε όσοι περάσουν από το μέρος εκείνο, ακούνε τα μουρμουρητά που άκουσες κι εσύ τώρα. Είναι τα πνεύματα των νεκρών λευκών Ζαγκόρ. Τα πνεύματα που δεν μπορούν να βρουν ανάπαυση και που… ο Τσίκο από τον φόβο του διέκοψε την αφήγηση.
―Μανούλα μου, καράμπα, καράμπα, δεν σκοπεύω να μείνω ούτε στιγμή σ’ αυτό το μέρος. Πάμε παιδιά, πάμε να φύγουμε, είπε και κίνησε να φύγει, τον πρόλαβε ο Ζαγκόρ.
―Στάσου, ηλίθιε Μεξικάνε, καταλαβαίνω ότι η αμάθεια και οι προλήψεις μπορούν να παίξουν άσχημες φάρσες σε έναν άγριο, δεν ανέχομαι όμως αυτές τις βλακείες από έναν πολιτισμένο ακούς; Του είπε κι άρχισε να το σέρνει ξοπίσω του.

Ο Πίπης με ένα βρουουμ μου απέσπασε την προσοχή. Η Αφρούλα με τον Πίπη, σε μια γωνιά της αυλής τους που την έπιανε ο ήλιος, φόρτωναν χώμα, σ' ένα μικρό πλαστικό φορτηγάκι. Ο Πίπης είχε επιφορτιστεί να μιμείται και τον ήχο του οχήματος με τα χείλη, από το ζόρισμα το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο. Όση ώρα ο Πίπης μετέφερε το χώμα με το φορτηγάκι, η Αφρούλα συγκέντρωνε άλλο, για το επόμενο δρομολόγιο.
Πήρα τα βιβλία μου, για ν' απαλύνω τις ενοχές και στρώθηκα στο τραπέζι να παρατηρώ το παιχνίδι τους. Κάπου κάπου έγραφα και καμιά αράδα, αλλά είχα και τον Ζαγκόρ από δίπλα.

―Την άλλη φορά θα πάω εγώ το φορτηγό και θα φορτώσεις εσύ, είπε η Αφρούλα, κάπως ψευδά.
―Μπρρρουμ εντάξει, μπρρρρουμ, συνέχισε να μαρσάρει ο Πίπης.

Δεν ξέρω ποια ήταν η άλλη φορά γιατί ο Πίπης πήγαινε κι ερχόταν και η Αφρούλα συνέχιζε να μαζεύει βουναλάκια το χώμα.
Άκουσα βήματα στη σκάλα, δίπλα από το σπίτι και είδα ν' ανεβαίνει ξεκουμπώνοντας την ποδιά της, τη Βάσω. Μου φάνηκε παράξενο που τέτοια ώρα δεν ήταν στο σχολείο. Το ξεκούμπωμα όμως άφησε την απορία να πέσει ανάμεσα στο βιβλίο της ανάγνωσης και τη αδιαφορία.
Ήμουν πολύ χαμηλά κι έβλεπα τα άσπρα πόδια της μέχρι ψηλά. Το χώρισμα των ποδιών της έκανε μια λεπτή γραμμή, όση το σμίξιμο των χειλιών της.

―Τι έγινε τελειώσατε κιόλας, της φώναξε από απέναντι μια γυναικεία φωνή.
―Πήγαμε εκδρομή, είπε χαμογελαστά η Βάσω και συνέχισε να ξεκουμπώνει την ποδιά της. Τα δόντια της γυάλιζαν στο φως και τα πόδια της λίγο ακόμα και θα έμεναν ολόγυμνα. Ξεκούμπωσε το τελευταίο κουμπί και μαγκώθηκε η λαχτάρα μου όταν φάνηκε η φούστα μέσ' από την ποδιά.
―Θα πάω στο περίπτερο πάμε;
―Κατεβαίνω. 
―Ν' αφήσω μια στιγμή τη ποδιά.

Ανέβηκε ένα σκαλοπατάκι και χάθηκε πίσω από τη γωνιά του σπιτιού. Σε λίγο κατρακυλούσε στα σκαλοπάτια. Ανάμεσα στα πόδια της μπερδευόταν το τέλειωμα της φούστας, τα γόνατα, το βλέμμα μου και ένα μικρό λιγνό πετάρισμα, ίδιο με πεταλούδας, μέσ' απ' το στήθος μου. Έμεινα να κοιτάζω τα άδεια σκαλοπάτια με τη σκουριασμένη κουπαστή και το πετάρισμα κολλημένο στο σπασμένο κάγκελο.

―Εγώ θα το πάω τώρα, είπε η Αφρούλα. Ο Πίπης γκάζωσε για να μην ακούει κι έσουρε το φορτηγάκι μακριά.

Κανένα γκάζωμα όμως δεν αρκούσε για να μην ακουστεί το κλάμα της Αφρούλας. Ένα τόσο δα πλασματάκι γέμισε τις αυλές κλάμα. Ο Πίπης πήρε το φορτηγό, κοιτάζοντας στην πόρτα του σπιτιού του κι έτρεξε προς την Αφρούλα, της έδινε το φορτηγό, προσπαθώντας να την ησυχάσει. Η Αφρούλα έκλαιγε όλο και πιο δυνατά κι ο Πίπης ανήσυχος κοιτούσε προς την πόρτα. Έβαλε το φορτηγάκι στο χέρι της, αυτή όμως καθώς ήταν με κλειστά μάτια το πήρε για πείραγμα κι έσκουξε ακόμα πιο πολύ και με το δεξί χέρι, πέταξε μια χούφτα χώμα προς τον Πίπη. Στραβώθηκε ο Πίπης άρχισε και 'κείνος να κλαίει και δεν έβλεπε αυτό που τόση ώρα φοβόταν. Την μάνα του να βγαίνει από την πόρτα να τον πιάνει από το δεξί αυτί και να του τραβάει και δυο φούσκους. Τους έσουρε και τους δυο μεσ' το σπίτι κι άφησε έξω το κλάμα τους να τρυπώνει στα παράθυρα, τις αυλόπορτες και τα μπουριά απ' τις σόμπες. Το φορτηγάκι με την ανατροπή ανοιγμένη, έμεινε ανάμεσα στα χώματα.


Ο Ζαγκόρ ο Τσίκο και ο ινδιάνος πλησίασαν το σημείο που ακούγονταν οι ψίθυροι και είδαν τον Γύπα μπροστά από δυο τάφους και ακούστηκε ο Γύπας να λέει.
―Η εκδίκηση που σας είχα υποσχεθεί κράτησε πολύ και ήταν αιματηρή, τα ανθρώπινα κτήνη που σας σκότωσαν πλήρωσαν ακριβά και τώρα μπορώ να έρθω κοντά σας αγαπημένοι μου. Όμως ο Τσίκο έκανε ένα θόρυβο και ο Γύπας κατάλαβε και είπε.
―Δεν σε βλέπω Ζαγκόρ, αλλά ξέρω ότι είσαι εδώ, έλα να με συλλάβεις δεν θα αντισταθώ. Δεν έχω πια να φοβηθώ τίποτα. Στη φυλακή δεν μπαίνουν οι νεκροί. Ξέρω ότι ανυπομονείς να μου βγάλεις τη μάσκα, ορίστε την βγάζω μόνος μου είπε και αποκάλυψε το πρόσωπό του.
―Ο κύριος Σίγκελ, είπε έκπληκτος ο Ζαγκόρ και γιατί κάνατε όλους αυτούς του φόνους;
―Ήμασταν σε ένα καραβάνι η κόρη μου η γυναίκα μου κι εγώ και ξεκινήσαμε από το Μίτσιγκαν και όλοι περνούσαμε πολύ όμορφα. Κάθε φορά που σταματούσαμε να ξεκουραστούμε το ρίχναμε στο γλέντι, στο τραγούδι και τον χορό. Το κέφι μας έκανε να ξεχνούσαμε τον κόπο του μεγάλου ταξιδιού. Ώσπου μια νύχτα ο αρχηγός του καραβανιού αποφάσισε να κατασκηνώσουμε σ’ αυτό το καταραμένο μέρος. Φαινόταν μια ήσυχη νύχτα σαν τις άλλες. Ξαφνικά δεκάδες λυσσασμένοι ινδιάνοι ξεπήδησαν σαν από την κόλαση και όρμησαν πάνω μας. Χτυπήθηκα από τους πρώτους στο κεφάλι από τσεκούρι κι έπεσα αναίσθητος. Οι ινδιάνοι με άφησαν γιατί με νόμισαν νεκρό. Όταν συνήλθα αντίκρισα ένα ανατριχιαστικό θέαμα. Όλοι γύρω μου ήσαν νεκροί. Όλοι νεκροί και η γυναίκα μου και η κόρη μου…

Η συνέχεια στο επόμενο διάβασα, στο τέλος της βινιέτας και εκνευρίστηκα. Πέταξα παρά δίπλα το τεύχος και μάζεψα τα βιβλία. Η ώρα είχε περάσει. Έπρεπε να ετοιμαστώ για το σχολείο.
Όλοι με το βιβλίο της φυσικής στα διαλείμματα, όπως και την προηγούμενη. Μόνο εγώ είχα αλλού το μυαλό μου. Είχα διαβάσει και λίγη φυσική, «μπας και σπάσει ο διάολος το ποδάρι του», που 'λεγε ο πατέρας μου, αλλά για μένα το θέμα ήταν, θα το θυμηθεί η χοντρέλα ή θα το έχει ξεχάσει. Περνούσαν τα διαλείμματα κι όλο και πίστευα ότι η υπόθεση θα ήταν ξεχασμένη. Το 'λεγε κι ο Παπαδόπουλος με σιγουριά, το 'λεγε κι ο Σώρας επιφυλακτικά, το 'λεγαν κι οι ελπίδες μου όλες μαζί που στο τέλος το 'χα πιστέψει. Μόλις κτύπησε το κουδούνι του τρίτου διαλείμματος η αγωνία μου είχε κορυφωθεί περιμένοντας τη χοντρέλα να μπει στην πόρτα, είδαμε τον κύριο Χατζή να μπαίνει φουριόζος. Ένα επιφώνημα απελπισίας καρφώθηκε με την πλάτη στους τοίχους και τα παράθυρα.

―Θα κάνουμε τώρα φυσική και την άλλη ώρα θα κάνετε χειροτεχνία αυτή η αλλαγή του προγράμματος θα ισχύσει για την συνέχεια. Είπε ξερά κι έβγαλε το καταλογάκι του.
―Οικονομόπουλος.

Μετά από λίγο ο Οικονομόπουλος με κόκκινα αυτιά, χούφτες και μια κουλούρα στο καταλογάκι, επέστρεφε στη θέση του. Το ίδιο συνέβη και με τρεις, τέσσερις άλλους. Μόνο όταν έκλεισε το καταλογάκι κι άρχισε να βρίζει ο Χατζής ουρλιάζοντας, καταλάγιασε η αγωνία. Το μάθημα επαναλήφθηκε μ' ερωτοαπαντήσεις, απάντησα και σε μερικές, το μυαλό μου όμως ήταν αλλού.
Η χοντρέλα, μετά το διάλειμμα φάνηκε στην πόρτα και κατευθύνθηκε αργά σταθερά προς την έδρα. Έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου το 'χει ξεχάσει, το 'χει ξεχάσει.

―Φέρε την εργασία σου, μου είπε κοφτά κι έβγαλε τα γυαλιά της από τη τσάντα της.
―Την έχω ξεχάσει κυρία, απάντησα συνεχίζοντας τη σκέψη μου.
―Να τ' αφήσεις αυτά, ξέρασε και χτύπησε το χέρι στην έδρα. Είχα σκύψει το κεφάλι και πήγε να μου πέσει, όταν άκουσα.
―Να πας σπίτι σου να μου την φέρεις, τώρα αμέσως.

Ανακατεύτηκε το αίμα μου.

―Δεν την έχω τελειώσει κυρία.
―Δεν πειράζει, θέλω να δω τι έχεις κάνει.

Βγήκα από την αίθουσα στους έρημους διαδρόμους και το μωσαϊκό μου φαινόταν σαν να 'χει γεμίσει από σκαθάρια. Πού να πάω τώρα σκεφτόμουν και τι να φέρω, να δείξω. Τα σκαθάρια μέριαζαν γιατί πατούσα αργά και προσεκτικά, μη κι ο φόβος γίνει πανικός. Πήγαινα άκρη, άκρη στον τοίχο και τον άγγιζα με το χέρι, σαν να 'ταν από κάπου να πιαστώ. Άρχισα να τρέχω, μόλις βγήκα από το προαύλιο. Μήπως κερδίσω λίγο χρόνο και καταφέρω να προσθέσω λίγα σπυριά ρυζιού στις τρυπίτσες που αποδείκνυαν τη βαρεμάρα και την αδεξιότητα μου. Τα σκαθάρια ξεμύταγαν από τις γωνιές του δρόμου και της αγωνίας μου. Έτρεχα κι ένα, μοναδικό δάκρυ είχε κοκαλώσει στο δεξί μου μάγουλο ένα σκληρό μαύρο σκαθαράκι φόβου.
Καθώς πλησίαζα στο σπίτι όλο και παρηγοριόμουν, «αυτό μπορούσα κυρία μου, αυτό έκανα. Μόνο η Χαρά και η κατάδικοι τα φτιάχνουν τέλεια αυτά». Θυμόμουν έναν που πούλαγε ωραία καραβάκια, με σπιρτόξυλα φτιαγμένα από φυλακισμένους και μου είχε μείνει. Πάντως για πρώτη φορά δεν μου έκανε καμιά εντύπωση, η Βάσω και τα πόδια της, που αγκαζέ με τη φίλη της πέρασαν το στενό πιο πάνω από το σπίτι μου. Μπήκα στο σπίτι αλαφιασμένος, η μάνα μου τρόμαξε έτσι κόκκινο που με είδε, από το τρέξιμο και την αγωνία.

―Τίποτα μωρέ, της είπα ήρθα να πάρω την εργασία μου.

Πασπάλισα μερικά ρύζια, στο κόντρα πλακέ που δεν έφεραν και σοβαρά αποτελέσματα και ξεκίνησα για το σχολείο με το κόντρα πλακέ παραμάσχαλα και το 'έργο' από μέσα, να μη φαίνεται. Άρχισα να σκέφτομαι τι θα μπορούσα να πω, για να της εξηγήσω.
Ο ήλιος είχε κατρακυλήσει πίσω από τον ορίζοντα, ο τόπος είχε μπλεδίσει. Έφτασα στο σχολείο στη μια μασχάλη κρατούσα την εργασία και στην άλλη χίλιες δυο δικαιολογίες. Μπήκα στην αίθουσα οπλισμένος, γιατί τέλος πάντων δεν γύρισα με άδεια χέρια και γιατί είχα πολλά να πω, όταν θα με ρωτούσε για το τι και για το πως.
Έριξα μια ματιά στους τρεις της παρέας κι όλοι με κοίταζαν μ' ανησυχία και περιέργεια.
Έφτασα στην έδρα κι έβαλε τα γυαλιά της. Γύρισε την εργασία να βρει τη σωστή της θέση, μόλις τα κατάφερε, στραβομουτσούνιασε κι ενώ ήμουν έτοιμος να πω την πρώτη δικαιολογία, με μια απότομη κίνηση μου έφερε το κόντρα πλακέ κατακέφαλα.
Σκόρπισαν τα ρύζια στο πάτωμα μαζί με τις αιτιολογήσεις που είχα ετοιμάσει. Σκόρπισε μαζί τους κι η αξιοπρέπεια μου και έμεινα σαν ολόγυμνος να με κοιτάνε όλοι. Κάπου ακούστηκε κι ένα γελάκι. Δεν με παρηγόρησε ο Παπαδόπουλος που μου είπε ότι στο σχόλασμα αυτόν θα τον πλακώσουμε. Με είχε όμως πλακώσει τόση ενοχή καθώς πήγαινα στη θέση μου... Κάθισα κι έβλεπα τα ρύζια δίπλα στην έδρα, κάτω από την έδρα, πάνω στην έδρα παντού σκορπισμένα μαζί με τις δικαιολογίες μου, να τις τρώνε τα σκαθάρια της ντροπής μου.

―Ούτε καν ρώτησε, ρε παιδάκι μου, σκέφτηκα και φαίνεται το φώναξα κιόλας, γιατί οι τρεις γύρω μου με κοίταξαν ξαφνιασμένοι.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: