«Οικογένεια Τενενμπάουμ« του Γουές Άντερσον

«Οικογένεια Τενενμπάουμ« του Γουές Άντερσον
Μια οικογένεια-θαύμα σε αναζήτηση δεύτερης ευκαιρίας



Η ευθύνη δεν είναι καθήκον αλλά επίγνωση, το να αντικρίσει, κανείς, το τραύμα που προκάλεσε και να αποδεχθεί ότι η αγάπη απαιτεί συνέπεια, όχι μόνο συναίσθημα.
Η (Οικογένεια Τενενμπάουμ ― The Royal Tenenbaums) του Γουες Άντερσον είναι μια ταινία που μοιάζει με εικονογραφημένο μυθιστόρημα, ανοίγει σαν να ξεφυλλίζουμε τις σελίδες ενός οικογενειακού χρονικού και μας συστήνει μια δυναστεία παιδιών - θαυμάτων που έλαμψαν πρόωρα και έσβησαν εξίσου πρόωρα. Η ιστορία δεν χτίζεται γύρω από ένα μεγάλο εξωτερικό γεγονός, αλλά γύρω από την αργή, βασανιστική επιστροφή σε ένα σπίτι που έχει στοιχειωθεί από ανεκπλήρωτες προσδοκίες.
Στον πυρήνα βρίσκεται ο Ρόγιαλ Τενενμπάουμ (Τζιν Χάκμαν), ο πατέρας που εγκατέλειψε τη σύζυγό του και τα τρία χαρισματικά παιδιά τους όταν εκείνα βρίσκονταν στο απόγειο της παιδικής τους ιδιοφυΐας. Χρόνια αργότερα, χρεοκοπημένος και αποκομμένος από όλους, αποφασίζει να επιστρέψει. Όχι από καθαρή μεταμέλεια, αλλά μέσα από ένα ακόμη τέχνασμα, προσποιείται πως πάσχει από ανίατη ασθένεια για να ξανακερδίσει μια θέση στο οικογενειακό σπίτι. Από την πρώτη στιγμή, η επανεμφάνισή του λειτουργεί σαν καταλύτης που ανακινεί παλιές πληγές.
Η ταινία αφηγείται με σχεδόν χρονογραφική λεπτομέρεια το παρελθόν των παιδιών. Ο Τσας (Μπεν Στίλερ) υπήρξε οικονομικό θαύμα, με έμφυτη ευφυία στις επενδύσεις. Η Μάργκο (Γουίνεθ Πάλτρου), υιοθετημένη κόρη, διακρίθηκε ως θεατρική συγγραφέας από παιδί. Ο Ρίτσι (Λουκ Γουίλσον) ήταν πρωταθλητής του τένις, ένα αθλητικό φαινόμενο με αριστοκρατική ευαισθησία. Όμως η πρόωρη επιτυχία τους στάθηκε βάρος. Ως ενήλικες, ο καθένας τους κουβαλά ένα τραύμα που σχετίζεται άμεσα με την εγκατάλειψη και τη συναισθηματική ανωριμότητα του πατέρα τους.
Ο Τσας ζει μέσα στον φόβο, μετά τον θάνατο της συζύγου του, υπερπροστατευτικός με τα παιδιά του και παθολογικά προσηλωμένος στην ασφάλεια. Η Μάργκο έχει βυθιστεί σε μια σιωπηλή μελαγχολία, εγκλωβισμένη σε έναν γάμο χωρίς πάθος, κρύβοντας μυστικά και μια αίσθηση κενού. Ο Ρίτσι, από την πλευρά του, έχει εγκαταλείψει το τένις μετά από μια δημόσια κατάρρευση και επιστρέφει από ένα ατέρμονο ταξίδι στη θάλασσα, ανίκανος να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, ιδίως τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για τη Μάργκο.
Στην Οικογένεια Τενενμπάουμ η Αντζέλικα Χιούστον υποδύεται την Έθελιν Τενενμπάουμ, τη μητέρα της οικογένειας. Είναι η σταθερή, πνευματώδης και αξιοπρεπής παρουσία που κράτησε το σπίτι όρθιο μετά την εγκατάλειψη του Ρόγιαλ. Νομικός και διανοούμενη, κινείται με ήρεμη δύναμη, προσπαθώντας να προστατεύσει τα παιδιά της, ενώ διεκδικεί διακριτικά μια δεύτερη ευκαιρία στην προσωπική της ζωή, ακόμα ο Ντάνι Γκλόβερ υποδύεται τον Χένρι Σέρμαν, λογιστή και στενό φίλο της οικογένειας. Είναι ο ήρεμος, ευγενικός αντίποδας του Ρόγιαλ, σταθερός, αξιοπρεπής και βαθιά ερωτευμένος με την Έθελιν. Εκπροσωπεί την ωριμότητα και τη συναισθηματική ασφάλεια που έλειψαν από τα παιδιά.
Η επανένωση στο παλιό αρχοντικό δεν είναι θερμή. Είναι μια συγκατοίκηση ανθρώπων που μοιράζονται κοινό παρελθόν αλλά όχι κοινή γαλήνη. Ο Ρόγιαλ, με την παιδική του ανευθυνότητα και το πηγαίο του χιούμορ, επιχειρεί να ξαναγίνει πατέρας μέσα από αδέξιες, συχνά εγωιστικές κινήσεις. Παίζει με τα εγγόνια του σαν να θέλει να διορθώσει όσα δεν πρόσφερε στους γιους του, αναζητά στιγμές οικειότητας με τη Μάργκο, και ταυτόχρονα προσπαθεί να σταθεί απέναντι στον νέο σύντροφο της πρώην συζύγου του, που ενσαρκώνει ό,τι ο ίδιος δεν υπήρξε: σταθερότητα και ευγένεια.
Η ουσία της ιστορίας, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο αν ο Ρόγιαλ θα αποκαλύψει την απάτη του ή αν θα συγχωρεθεί. Βρίσκεται στη σταδιακή απογύμνωση των χαρακτήρων. Καθώς οι μάσκες πέφτουν, η ταινία μετατρέπεται σε μελέτη πάνω στη θλίψη, την αποτυχία και την ανάγκη αποδοχής. Ο Ρίτσι φτάνει σε οριακό σημείο αυτοκαταστροφής, η Μάργκο αναγκάζεται να αντιμετωπίσει τη συναισθηματική της απομόνωση, ο Τσας συγκρούεται ανοιχτά με τον πατέρα του, ξεστομίζοντας την πιο πικρή αλήθεια: ότι ποτέ δεν ένιωσε αγαπημένος.
Ο Τζιν Χάκμαν δίνει έναν Ρόγιαλ γεμάτο αντιφάσεις, γοητευτικό και ανεύθυνο, εγωκεντρικό αλλά και απελπισμένα ανθρώπινο. Η ερμηνεία του ισορροπεί ανάμεσα στην κωμική αυθάδεια και στη σιωπηλή ενοχή, χωρίς να ζητά εύκολη συμπάθεια. Η Αντζέλικα Χιούστον ενσαρκώνει την Έθελιν με αρχοντική ηρεμία, η παρουσία της αποπνέει πνευματικότητα και συναισθηματική αντοχή. Ο Μπεν Στίλερ αποδίδει νευρωτικά αλλά συγκινητικά τον Τσας, έναν άντρα παγιδευμένο στον φόβο της απώλειας. Η Γουίνεθ Πάλτρου χαρίζει στη Μάργκο μια υπόγεια θλίψη, σχεδόν ανέκφραστη, που όμως διαπερνά το βλέμμα της. Ο Λουκ Γουίλσον προσδίδει στον Ρίτσι εύθραυστη ευγένεια και εσωτερική ένταση. Συνολικά, το σύνολο λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο σύστημα, όπου καμία ερμηνεία δεν επισκιάζει την άλλη.
Στην Οικογένεια Τενενμπάουμ ο Γουες Άντερσον οικοδομεί έναν αυστηρά ελεγχόμενο, σχεδόν γεωμετρικό κόσμο, όπου κάθε κάδρο λειτουργεί σαν πίνακας. Η συμμετρία, τα έντονα χρώματα, τα κοστούμια-στολές των χαρακτήρων και η μετωπική τοποθέτηση της κάμερας δημιουργούν μια αίσθηση τεχνητής τελειότητας. Μέσα σε αυτό το «κουκλόσπιτο», όμως, φωλιάζει μια βαθιά ανθρώπινη μελαγχολία.
Η αφήγηση υιοθετεί τη δομή λογοτεχνικού χρονικού, με κεφάλαια και εξωτερική αφήγηση που θυμίζει ανάγνωση μυθιστορήματος. Αυτό το εύρημα ενισχύει την ιδέα ότι η οικογένεια Τενενμπάουμ είναι μια καταγεγραμμένη, σχεδόν μουσειακή υπόθεση, πρώην ιδιοφυΐες που εκτίθενται σαν αξιοθέατα του ίδιου τους του παρελθόντος.
Ο ρυθμός είναι μετρημένος, με εναλλαγές ανάμεσα στο λεπτό χιούμορ και στις αιφνίδιες συναισθηματικές ρωγμές. Το χιούμορ δεν ακυρώνει τη θλίψη, τη φωτίζει πλάγια. Η μουσική λειτουργεί ως συναισθηματικός μεγεθυντικός φακός, χωρίς να γίνεται μελοδραματική.
Τελικά, η σκηνοθεσία δεν επιδιώκει ρεαλισμό αλλά μια ποιητική αποστασιοποίηση. Κι όμως, ακριβώς μέσα από αυτή τη στυλιζαρισμένη επιφάνεια, αναδύεται μια απροσδόκητα ειλικρινής αλήθεια για την αποτυχία, την οικογένεια και τη νοσταλγία της χαμένης ιδιοφυΐας.
Στο τέλος, η ιστορία δεν προσφέρει μια μεγαλειώδη λύτρωση. Προσφέρει κάτι πιο ταπεινό και ίσως πιο αληθινό, μια μερική συμφιλίωση. Ο Ρόγιαλ δεν μεταμορφώνεται πλήρως, αλλά κάνει μικρά, ουσιαστικά βήματα προς την ευθύνη. Τα παιδιά δεν θεραπεύονται μαγικά, όμως αναγνωρίζουν τη βαθιά τους ανάγκη ο ένας για τον άλλον. Η οικογένεια Τενενμπάουμ δεν γίνεται «λειτουργική» με την κλασική έννοια, γίνεται, απλώς, πιο ειλικρινής.
Και αυτή η ειλικρίνεια, μέσα σε ένα σύμπαν συμμετρικό, χρωματισμένο και φαινομενικά αποστασιοποιημένο, είναι που δίνει στην ιστορία το βάρος της. Πρόκειται για ένα παραμύθι ενηλικίωσης ειπωμένο ανάποδα, όχι για παιδιά που μεγαλώνουν, αλλά για ενήλικες που αναγκάζονται, επιτέλους, να ωριμάσουν. Η ταινία αποδέχεται ότι η συμφιλίωση δεν έρχεται ως λύτρωση αλλά ως ήπια παραδοχή ατελειών, μια εύθραυστη ισορροπία όπου το παρελθόν δεν σβήνει, απλώς μαθαίνεται να συνυπάρχει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: