Η ταινία «Απρίλης» της νεαρής Γεωργιανής σκηνοθέτιδος Ντέα Κουλουμπεγκασβίλι που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2024 έχει εξαιρετικό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Η κινηματογράφηση είναι αργή, με πλάνα στατικά, καθηλωμένα σε πρόσωπα, τοπία, συμβάντα, συμβαδίζοντας με την ακινησία της ζωής στη Γεωργία.
Το βλέμμα είναι υποκειμενικό. Πολλά από τα τεκταινόμενα τα παρακολουθούμε μαζί με το φακό του σκηνοθέτη σα να βρισκόμαστε στη θέση του δρώντος.
Άνυδρα εσωτερικά τοπία αποτυπώνονται σε κάδρα εσωτερικών χώρων άδειων, με ένα ή λιγοστά έπιπλα μοναχικά.
Το κενό, το άδειο, η σιωπή. Σε αντίθεση με εκτυφλωτικά πλάνα φυσικών τοπίων, λιβαδιών, ουρανών, λουλουδιών τα οποία παραπέμπουν στο σκληρό μήνα Απρίλη. “April is the cruelest month” κατά τον Τόμας Έλιοτ στην «Έρημη Χώρα».
Η σκληρότητα κυριαρχεί στην ταινία όπου απουσιάζει το χαμόγελο και η χαρά. Από τα άκαμπτα χαρακτηριστικά της πρωταγωνίστριας, μέχρι την καθημερινή ζωή των ανθρώπων που δεν γελούν και έως το άτεγκτο ιατρικό κατεστημένο.
Ο χρόνος της ταινίας ρέει σε δύο παράλληλα επίπεδα. Το πρώτο αφορά τον καθημερινό κόσμο σε μια επαρχία της Γεωργίας. Σε πρώτο πλάνο η γυναικολόγος- μαία που χαίρει εκτίμησης για την ικανότητά της να παρακολουθεί εγκύους και να φέρνει στον κόσμο μωρά ενώ από την άλλη πλευρά μια διαρκής απειλή ελλοχεύει για τις παράνομες εκτρώσεις που κάνει στα χωριά. Η ταινία ξεκινά με ένα κατηγορώ. Από τον νεαρό πατέρα, η γυναίκα του οποίου γεννά ένα μωρό που δεν ανασαίνει. Οι ευθύνες στρέφονται στην μαία. Σε μια σιωπηρή δυνατή σκηνή παρουσία δύο γιατρών, του πατέρα και της μαίας.
Ένα δεύτερο επίπεδο της ταινίας είναι εκείνο του πρωταρχικού, του ασυνειδήτου που διατρέχει σωματικά και ψυχικά τη ζωή και τις πράξεις κυρίως της μαίας. Μια άμορφη και άφυλη φιγούρα χωρίς πρόσωπο που μοιάζει με παραμορφωμένο πλάσμα που αναδύεται μέσα από τα νερά, φασματική μορφή που αντιστοιχεί στον ψυχισμό της. Με αυτή τη μορφή να κινείται σε λάσπες και σε βάλτους ξεκινά και τελειώνει η ταινία. Ηχητικά σε όλη τη διάρκεια κυριαρχεί ένα αγκομαχητό. Η υπαρξιακή προσπάθεια της πρωταγωνίστριας να ζήσει, να υπάρξει; Να πάρει ανάσα; Χαρακτηριστική η σκηνή όπου ατενίζει ένα πρόωρα γεννημένο βρέφος στην θερμοκοιτίδα που προσπαθεί να ανασάνει με τη βοήθεια μηχανημάτων.
Είναι τα συμβάντα που καταπλακώνουν τον ψυχισμό της ή είναι κάτι που προϋπάρχει; Μάλλον το δεύτερο εφόσον η μορφή προβάλλει στο ξεκίνημα. Δε γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή της πέρα από ένα συμβάν με την αδελφή της στους βάλτους όταν ήταν μικρές. Η αδελφή κόλλησε στη λάσπη και η ίδια δυσκολεύτηκε να τη βγάλει. Τελικά σώθηκε αλλά παρέμεινε η ενοχή. Είναι αρκετό αυτό για να εξηγήσει την επιμονή της να βοηθά νεαρές γυναίκες που μένουν άθελά τους έγκυες; Μοιάζει να είναι κάτι βαθύτερο στο είναι της που πηγαίνει ίσως έως την ενδομήτρια ζωή και όσα φέρει ένα πλάσμα στη σχέση με τη μητέρα μέσα από τον πλακούντα. Τα νερά της λίμνης μας βυθίζουν σε αυτό τον πρωταρχικό κόσμο της μήτρας. Μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία του αβοήθητου βρέφους κατά Donald Winnicot που αναδύεται σε ένα αφιλόξενο αρχικά κόσμο μέσα από ένα ισχυρό τραύμα της γέννησης κατά Otto Rank. Μια μητέρα που ίσως δεν κατάφερε να κρατήσει το παιδί της, να κάνει holding, μια μητέρα ίσως νεκρή κατά André Green και κατά Βιζυηνό, με ακίνητο ψυχισμό που δεν μπόρεσε να δώσει πνοή. Η μετουσίωση στην εργασία ως μοναδικό αντικείμενο στήριξης του εαυτού λιβιδινικά καθίσταται κεντρική.
Τι έχω να χάσω; Αναρωτιέται η μαία .Μόνο την εργασία μου. Η εργασία αυτή χαρακτηρίζεται από βαθιά ενσυναίσθηση για τις νέες κοπέλες που δεν γνωρίζουν την αντισύλληψη και τις συνδράμει κρυφά με αντισυλληπτικά χάπια αλλά και για τις γυναίκες που εγκυμονούν μέσα από κακοποίηση, βιασμό, πρόωρες σχέσεις. Η ταινία ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε ερωτήματα. Ποιος έχει την ευθύνη; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Δίχως να τα απαντά. Τα αφήνει σε μας. Ο υπερβάλλοντας ζήλος της μαίας να βοηθήσει, ενίοτε μέσα από μια ταύτιση με τις νεαρές μητέρες, οδηγεί σε αποφάσεις που ο συνάδελφός της δεν θα έπαιρνε. Η πρωταγωνίστρια σίγουρη για τον εαυτό της δείχνει να καταρρέει στο τέλος της ταινίας υπό το βάρος ενός κοινωνικού και ιατρικού κατεστημένου που τής επιβάλλεται. Πλαίσιο που την ρουφά και την ενσωματώνει εφόσον είναι και το μόνο πράγμα που την στηρίζει. Η εργασία.
Στα υπόλοιπα πεδία, στη σχέση με τον Άλλο υπάρχει ένα κάποιο πάγωμα. Απουσιάζει η επιθυμία, ο χώρος όπως λέει για τη σχέση με τον άνδρα, με ένα παιδί, με φίλους ακόμη και την αδελφή της. Γονείς δεν αναφέρονται ούτε εμφανίζονται όπως και κανένα συγγενικό πρόσωπο. Σχέσεις σεξουαλικές περιστασιακά στο δρόμο. Οι μοναδικές στιγμές που εκφράζεται συναισθηματικά είναι στη σχέση της με τις κοπέλες που φροντίζει και δη όταν μαθαίνει τη δολοφονία μίας από αυτές.
Αυτή η αγκίστρωση έχει το διφορούμενο στοιχείο. Από τη μια πλευρά επιτελεί με αποφασιστικότητα ένα έργο που κάποιος πρέπει να κάνει όπως λέει και η ίδια και δεν είναι οι νοσοκόμες που δεν μπορούν αντιμετωπίσουν τους ενδεχόμενους κινδύνους. Από την άλλη πλευρά η ηρωική φιγούρα της γυναίκας που το επιχειρεί σε ένα κλειστό ανδροκρατούμενο επιστημονικοφανή κόσμο, δίχως έγνοια κινδύνου, με μεγάλη έκθεση που είναι στα όρια μιας θανατηφόρας jouissance (απόλαυσης), την οδηγεί τελικά σε υποταγή στην «προστασία» από αυτό το κατεστημένο. Θα κάνω ό,τι μου πεις λέει στον διευθυντή.
Ενδεικτική η τελική σκηνή με τις παθολογοανατομικές αναλύσεις και τον λόγο των ειδικών να κλείνει το ζήτημα του θανάτου του βρέφους ενώπιον του αποσβολωμένου ζευγαριού και των βουβών γιατρών :της πρωταγωνίστριας και του συναδέλφου της. Ο λόγος του «Κυρίου» μοιάζει να κυριαρχεί και το πλάσμα να καταδύεται στη λάσπη.
Όπως λέει η Piera Aulagnier, ψυχαναλύτρια με μακρά πορεία και σχέση με το κοινωνικοπολιτικό πεδίο μέσα από τις αναζητήσεις της μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, το πεδίο του «πρωταρχικού» στον ψυχισμό, πριν ακόμη καν από το πρωτογενές του ασυνειδήτου το οποίο ονοματίζει «η βία της ερμηνείας» της μητέρας στον ψυχισμό του παιδιού μέσα από τον λόγο της, αναγκαία αλλά και καταστροφική, σημαδεύει όλες τις μετέπειτα ανταλλαγές και την σχέση μας με τον κόσμο. Πώς αντιλαμβανόμαστε και πώς στεκόμαστε απέναντι στη βία; Η αλλαγή της σχέσης μας με αυτό τον κόσμο απαιτεί την προσπάθεια ενδοσκόπησης, αναστοχασμού, ανάλυσης και συνειδητοποίησης της σχέσης με τον Άλλον που μας κρατά δέσμιους.
«Απρίλης»