Τον Αύγουστο του 1951, στην Τζόρτζια των ΗΠΑ, η Eve White, βασανιζόμενη από έντονους πονοκεφάλους και προσωρινή απώλεια μνήμης, επισκέφτηκε με τον σύζυγό της Ραλφ τον Δόκτορα Λούθερ. Η εμφάνισή της ταίριαζε με την ιδιότητά της ως ντροπαλής και σεμνής συζύγου. Το ζευγάρι είχε μια μικρή κόρη. Η ιατρική παρακολούθηση μείωσε τα συμπτώματα αλλά, το επόμενο έτος, ο σύζυγος κατά την επιστροφή του στο σπίτι ανακάλυψε ένα ζευγάρι πολυτελή πέδιλα και μια σειρά ακριβών φορεμάτων. Όταν εξοργισμένος την ρώτησε για την αγορά, εκείνη υποστήριξε πως τα νόμιζε για δικά του δώρα προς αυτήν. Φυσικά δεν την πίστεψε και της μίλησε άσχημα, απειλώντας και να την χτυπήσει. Στη νέα επίσκεψη στον γιατρό της θύμισε ότι πήγε πέντε μέρες στην Ατλάντα να επισκεφτεί την ξαδέλφη της και δεν επέστρεφε, μέχρι που αναγκάστηκε ο ίδιος να πάει να την πάρει. Η Εύα αδυνατούσε να θυμηθεί κι όταν έμεινε μόνη με τον γιατρό επέμενε συντετριμμένη πως ο Ραλφ επινοούσε γεγονότα ώστε να χάσει το μυαλό της. Ταυτόχρονα εξομολογήθηκε πως εδώ και μήνες μια εσωτερική φωνή της πρότεινε ανομολόγητες πράξεις, όπως να τον εγκαταλείψει, κι ήταν μια φωνή που ακουγόταν ακριβώς σαν την δική της.
Ξαφνικά τα δάχτυλα των χεριών της σχημάτισαν μια μάσκα γύρω από τα μάτια της και η έκφρασή της άλλαξε εντελώς. Του συστήθηκε ως Eve Black και λόγω αλλεργίας στο νάιλον του ζήτησε την άδεια να βγάλει τις κάλτσες της αλλά και να γυρίσει από την άλλη πλευρά. Τον χαρακτήρισε χαριτωμένο και τον προσκάλεσε να πάνε για χορό. Όταν ο γιατρός της θύμισε πως είναι παντρεμένη με τον Ραλφ, το αρνήθηκε, γιατί δεν θα παντρευόταν ποτέ κάποιον τόσο ηλίθιο. Σηκώθηκε και άνοιξε το ραδιόφωνο και άρχισε να χορεύει ξυπόλυτη μπροστά του. Μόλις είδε να καταφτάνει ένας συνάδελφός του από το απέναντι ιατρείο, αναφώνησε «όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο». Ο Δρ. Λούθερ διαπίστωσε ότι η Μαύρη Εύα γνώριζε τα πάντα για την Λευκή Εύα, ενώ δεν συνέβαινε το αντίστροφο· ότι η δεύτερη έκανε πράγματα επειδή αναγκαζόταν να τα κάνει κι ότι νοιαζόταν για τον σύζυγό της μόνο επειδή όφειλε, ενώ η πρώτη συχνά της φώναζε για να ακουστεί και την συμβούλευε να πάρει το παιδί και να φύγει.
Τον Μάιο του 1952 η Ασπρόμαυρη Εύα εισήχθη υπό την φροντίδα του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της πόλης. Στις συνομιλίες τους παρέμενε μπερδεμένη και αδυνατούσε να απαντήσει αν ο γάμος την έκανε ευτυχισμένη (η μόνη της βεβαιότητα ήταν η ενοχή της που δεν στάθηκε ικανή να κάνει τον σύζυγό της ευτυχισμένο) και αν είχε ποτέ αισθανθεί ότι πολύ βαθιά μέσα της υπήρχε κάποια άλλη που ήταν δύσκολο να φτάσει αλλά ήταν βέβαιη πως βρισκόταν εκεί. Ένα βράδυ στάθηκε με γυμνούς μηρούς έξω από την πόρτα του θαλάμου, προσκαλώντας μέσα τον γιατρό της βραδινής βάρδιας και όταν την πλησίασε του χίμηξε ασυγκράτητη. Εκείνος μόλις διέφυγε κάλεσε τον Δόκτορα Λούθερ που την βρήκε στο κρεβάτι να καπνίζει και να σηκώνει το ένα της πόδι ψηλά, κοιτάζοντας το με ένα είδος ικανοποίησης. Ο γιατρός την απείλησε πως αν η αθώα γυναίκα κλειστεί σε φρενοκομείο αναγκαστικά θα την ακολουθήσει κι εκείνη και της εξέφρασε την πρόθεσή του να συστήσει την μία στην άλλη ― αν επρόκειτο να ενωθούν αυτές οι δυο
προσωπικότητες ξανά, όφειλαν να γνωρίζονται. Όμως βλέποντας για άλλη μια φορά την αιφνίδια αλλαγή μέσα της ―η παλιά Εύα σκέπασε αμέσως τα γυμνά της πόδια μ’ ένα ρούχο― βεβαιώθηκε ότι τίποτα δεν γίνεται με πρόθεση. Ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή να της μιλήσει για την Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας, μια από τις σπανιότερες περιπτώσεις στην Ψυχιατρική, για το γεγονός ότι υπήρχε πλήρης επιστημονική άγνοια για το θέμα και ελάχιστες διαθέσιμες προς συγκριτική μελέτη περιπτώσεις.
Απέναντι στην αγωνία της να μην είναι τρελή ήταν καθησυχαστικός: επρόκειτο για μια θεραπεύσιμη πνευματική παρέκκλιση. Ίσως κάποτε στο παρελθόν, βαθιά στην παιδική της ηλικία, ένα συμβάν να χώρισε τον εαυτό της σε δυο μέρη και το δεύτερο να επιχειρούσε να βγει με τους πονοκεφάλους και τα κενά μνήμης. Ο σύζυγος αδυνατούσε να τα κατανοήσει όλα αυτά, πόσο μάλλον να αποδεχτεί την διπλή της φύση.
Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών
LΧX. Oι ξυπόλυτες των ταινιών, αρ. 59. Οι αλλόφρονες, Α΄
Μετά από δυο βδομάδες νοσηλείας η οικογένεια μετακόμισε σε διαφορετικό περιβάλλον, στο Τζάκσονβιλ της Φλόριντα, αλλά εκείνη μέχρι να θεραπευτεί θα έμενε σε κάποια πανσιόν. Το ίδιο βράδυ βγήκε ντυμένη με καλά ρούχα και κοσμήματα, προς μεγάλη έκπληξη των άλλων γυναικών του οικήματος, και πήγε σ’ ένα μέρος όπου στρατιώτες χόρευαν με τις ντάμες τους υπό την μουσική ζωντανής ορχήστρας. Ο άντρας που γνώρισε εκεί εξεπλάγη όταν την είδε να βγάζει τα παπούτσια της, να του τραγουδάει και να του χορεύει ξυπόλυτη και αργότερα, όταν αρνήθηκε να τον ακολουθήσει «κάπου αλλού», της πίεσε το χέρι, επειδή «είχε ήδη ξοδέψει πολλά για τα ποτά της και δεν θα επέστρεφε μόνος του με την πρωινή εφημερίδα». Ο πόνος την ξύπνησε, είδε τα χρυσά της πέδιλα πάνω στην μπάρα δίπλα στο ποτό της και έκρυψε το πρόσωπό της. Ένα άλλο βράδυ επισκέφτηκε με την ίδια αμφίεση τον σύζυγό της στο μοτέλ όπου διέμενε προσωρινά και του ζήτησε ποτό, προς μεγάλη του έκπληξη και επειδή δεν την είχε ποτέ του δει να πίνει. «Είναι πολλά πράγματα δεν με έχεις δει να κάνω», του απάντησε, «αλλά δεν σημαίνει ότι δεν τα κάνω». Έβγαλε ξανά τις κάλτσες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Το αντάλλαγμα για το εντελώς διαφορετικό δόσιμό της θα ήταν να επιστρέψουν και να μείνουν μαζί στο Τζάκσονβιλ, όπως και έγινε. Ένα βράδυ βγήκε και γνώρισε τον Ερλ. Όταν μπήκε στο σπίτι ο Ραλφ που συνέχισε να μην αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε, την χαστούκισε και έφυγε από το σπίτι.
Το 1953 το ζευγάρι είχε πλέον διαζευχθεί αλλά ο Δόκτωρ Λούθερ ήταν βέβαιος ότι αμφότερες οι προσωπικότητες της Εύας ήταν ατελείς και καμία δεν αποτελούσε την αληθινή της ύπαρξη. Μέσω ύπνωσης αναδύθηκε μια τρίτη γυναίκα που μόνη της πήρε το όνομα Jane. Ήταν μια χαμογελαστή νέα χωρίς μνήμη και δεν έμενε παρά να ανακτήσει όλα όσα είχαν ξεχάσει οι άλλες δυο. Με μια δεύτερη ύπνωση επέστρεψε στην ηλικία των πέντε και στο εφιαλτικό περιστατικό κατά το οποίο υποχρεώθηκε, κατά το οικογενειακό έθιμο, να φιλήσει την νεκρή γιαγιά της ώστε, όπως πίστευαν, να μην την ξεχάσει ποτέ. Το ισχυρό σοκ είχε προκαλέσει την απόσχιση της ταυτότητάς της και η αναγνώρισή του καθάρισε οριστικά τα βάθη της. Δυο χρόνια μετά, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1955, στην δεύτερη επέτειο του θανάτου των δυο γυναικών, η Τζέιν είχε την τελευταία της επικοινωνία με τον Δόκτορα Λούθερ. Ζούσε στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια με τον Ερλ και την κόρη της από τον Ραλφ, μια νέα γυναίκα σε μια νέα ζωή.
H ιστορία, που έμοιαζε απίστευτη, αφορούσε την κατά κόσμον Chris Costner Sizemore. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο των δυο ψυχιάτρων που συνέδραμαν στο σενάριο ενώ το μεγαλύτερο μέρος των διαλόγων αντλήθηκε από τα σχετικά «κλινικά αρχεία». Από την σπάνια συνύπαρξη των δυο ζωντανών προσωπικοτήτων που μάχονταν για να κυριαρχήσουν στον χαρακτήρα της και δημιούργησαν μια τρίτη και οριστική, πώς ήταν δυνατόν η Εγκυκλοπαίδεια να μην καταγράψει την ελεύθερη έκφραση του σώματος και την έντονη συμμετοχή των γυμνών ποδιών στον ηδονιστικό τρόπο ζωής της Μαύρης Εύας;
{ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ, ΠΑΝΤΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ }
H ταινία: The Three Faces of Eve (Nunnally Johnson, 1957). Η γυναίκα: Joanne Woodward.