Δε μου αρκούσε, όμως, να σε γνωρίσω μόνο ως δεμένη σε κρυφή σχέση, ως άρτι χωρισμένη κι έτοιμη για νέο έρωτα, και ως παντρεμένη αλλά μόνη (στην δίνη Περιπετειών, Εκλείψεων και Κόκκινων Ερήμων) ούτε και δεσμευμένη με δυο άντρες, καταστάσεις απολύτως εύθραυστες, αλλά θέλησα να σε συναντήσω στις λιγότερο επιθυμητές από τους θεατές των μεγάλων παθών καταστάσεις: στην άλλοτε ερωτευμένη γυναίκα που δεν φλέγεται πια για τον επί χρόνια σύζυγό της και, παρά την μεταξύ τους αγάπη, πέφτει στον πρώτο γητευτή και στην σύζυγο που αναζητά το νόημα του γάμου, ή έστω κάποια ισορροπία μεταξύ έρωτα και υμέναιου, σε αμφότερες περιπτώσεις ζυμωμένη από την πένα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ και τα δυο σχετικά θεατρικά έργα.
Ερχόσουν, λοιπόν, ως Λίζα, κόντρα στο φως, με τα αέρινα ρούχα σου, για να γευματίσεις με τον σύζυγό σου Λίβιο, όμως εκείνος σε είχε δει με τον εραστή σου και δεν γνώριζες πως είχε φτάσει η ώρα της αλήθειας. Πώς πήγε η μέρα σου; τον ρώτησες. Δεν υπήρχαν απώλειες, παρά μόνο μία; ένας μεσήλικας σύζυγος και πατέρας δυο παιδιών, αναγνωρισμένο στέλεχος μιας επιχείρησης κρασιών, σου απάντησε. Λέξη με τη λέξη σε άφηνε να ξέρεις ότι ξέρει. Πολιορκήθηκες, του είπες, σε μερικές κοινωνικές βραδιές, κάποτε το κάστρο σείστηκε κι ο Ζαν Κλοντ εισέβαλε από το βόρειο τείχος. Ο Λίβιο υπέθεσε ότι θα ήταν μια δύσκολη κατάσταση για σένα κι εσύ επέμεινες ότι, όσο κι αν δεν σε πίστευε, αυτόν σκεφτόσουν συνεχώς και υπέφερες. Πράγματι πρέπει να είναι βασανιστικό να κάνεις έρωτα σκεφτόμενη πως ο σύζυγός σου βλέπει ποδόσφαιρο, συνέχισε ανελέητος. Ισχυρίστηκες ότι αν σου είχε δώσει περισσότερη προσοχή όλα αυτά τα χρόνια… δεν θα έπεφτες στο πρώτο περιπαθές βλέμμα, συμπλήρωσε, και δεν θα ξεχνούσες το σημαντικότερο, την αγάπη.
Είχατε γνωριστεί σ’ ένα σταυροδρόμι, όταν το αμάξι σου χτύπησε κάποιο άλλο κι αυτός κατέβηκε από το δικό του για να σε υπερασπιστεί. Τώρα στο μοντέρνο σας καθιστικό η σύγκρουση ήταν πλέον υπόκωφη. Τον ενημέρωσες πως θα ακολουθήσεις τον Ζαν Κλοντ σ’ ένα ταξίδι και τον παρακάλεσες να μην κάνει σκηνή. Σωστά, μετά από δέκα χρόνια γάμου θα προκαλούσε σκάνδαλο. Κάθισες πλάι του στα σκαλοπάτια του καθιστικού, δίπλα στο πικάπ, καθώς άναβε τσιγάρο. Φαινόσασταν τόσο ταιριαστοί, οι ιδανικοί συνυπάρχοντες. Υπήρχαν ερωτήσεις να απαντηθούν ―άρα πηγαίνεις σε αυτόν επειδή δεν υπάρχει σπίθα μεταξύ μας;― και θέματα να τακτοποιηθούν όπως το μοίρασμα των δίσκων, ενώ για τα παιδιά δεν τέθηκε θέμα· ως μοιχαλίδα θα τα έχανες στο δικαστήριο αλλά ο Λίβιο ήταν απόλυτος: τα παιδιά μένουν με την μητέρα τους.
Βγήκατε να περπατήσετε στην παραλία και θυμηθήκατε τις διακοπές σας στην Ταορμίνα, όπου για επτά ημέρες μείνατε κλεισμένοι στο δωμάτιο. Λόγω της συνεχούς βροχής ή ανεξάρτητα από αυτήν; Παραμένατε αγκαλιασμένοι, αλλά σου έμαθε σκάκι. Με ανακτημένη πια ψυχραιμία ο Λίβιο σου πρότεινε να προσκαλέσεις τον Ζαν Κλοντ στο σπίτι. Του τηλεφώνησες κι η φωνή σου έτρεμε, τον ενημέρωσες ότι ο σύζυγος γνωρίζει και αποδέχτηκε με τακτ. Κάθισε δίπλα σου με σταυρωμένα χέρια και ανάλογο βαριεστημένο ύφος. Το βλέμμα του επάνω σου, σίγουρα θα προκάλεσε τα γέλια των θεατών – ο αγαπημένος τους Ούγκο Τονιάτσι σε άλλη μια ταλαιπωρία. Δεν είμαι παιδί, σου είπε, δεν υπάρχει λόγος να είμαι θυμωμένος με κάποιον όταν όλο το φταίξιμο είναι δικό μου. Όμως τον γνωρίζαμε καλά· δεν θα εγκατέλειπε εύκολα, κάτι θα κατέστρωνε. Για λόγους δίκαιης κατανομής, και προς δυσάρεστη έκπληξή σου, προσκάλεσε την γραμματέα του Πάτι, μια «ελαφρά» παρουσία ήδη προσκολλημένη πάνω του.
Όταν στο σπίτι σας σχηματίστηκε το τετράπλευρο των παλαιών, νέων και πιθανών εραστών, ο Λίβιο έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Σε σύστησε ως μέλλουσα πρώην-γυναίκα του και φρόντισε διακριτικά να πληροφορήσει τον αντικαταστάτη σου με μερικές εμπιστευτικές πληροφορίες, απολύτως αναληθείς. ότι είσαι ευαίσθητη στις απογοητεύσεις αλλά μ’ ένα χάπι σταματάς να οδύρεσαι και ότι σου αρέσουν οι ταινίες πορνό αλλά δεν γίνεται του δώσει την συλλογή σας, αφού θα μπορεί πλέον να σε τραβάει και ο ίδιος, γιατί εσύ ήσουν η πρωταγωνίστρια! Θα κρατούσε λοιπόν τις κασέτες που είχατε για δική σας χρήση αλλά καμιά φορά δανείζατε και σε φίλους. Η καλύτερη ερμηνεία σου ήταν η Χιονάτη, που τα κατάφερε με Επτά Νάνους.
Εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν όλοι αποσυρθήκατε στα ιδιαίτερά σας, για την σχετική ευπρέπεια ο καθένας μόνος του, κύλησες κάτω από το κρεβάτι σου και υποκρίθηκες πως ερωτοτροπείς έως ανεξέλεγκτης ορμής, για να τον τιμωρήσεις που βρήκε τόσο εύκολα την αντικαταστάτριά σου. Στην προσομοίωση του σεξ σου τα πόδια είχαν βασικό ρόλο. Τα είχες ψηλά και διέγραφες ημικύκλια με τα πέλματα συλλαβίζοντας φράσεις παράδοσης και παραλαβής. Σύντομα γελοιοποιήθηκες καθώς ο Ζαν Κλοντ σε είδε έκπληκτος να λογαριάζεις χωρίς τον ξενοδόχο ή, έστω, τον πελάτη του.
Την επομένη ο Λίβιο πλήρωσε την υπηρέτρια να σου μεταφέρει πληροφορίες ότι κοιμήθηκε με την Πάτι και σε φιλοδώρησε με βαρυφορτωμένες φράσεις όπως «μπορείς να φύγεις με ήσυχη συνείδηση», με μνήμες όπως «διαλέγαμε πολλά πράγματα μαζί (αυτό το σπίτι, τις γραβάτες μου, τα ρούχα σου» και δηλητηριώδεις εξομολογήσεις, για παράδειγμα, «όποια κι αν αγκάλιασα, δεν έπαψα να σε σκέφτομαι». Εσύ ψέλλισες ότι ήταν ανεπίτρεπτα όσα έκανε στο ίδιο σας το σπίτι και αποχώρησες με το σκάφος του Ζαν Κλοντ. Πιστή, βέβαια, εφ’ όρου ζωής στα ευτυχή φινάλε των σχετικών ιταλιάνικων κωμωδιών, κλυδωνιζόσουν στα νερά μαζί με τις σκέψεις σου. Ο έρωτάς σου θα ήταν για πάντα ο Λίβιο, όπως κι αν είχατε καταλήξει. Έβγαλες τα τακούνια σου για να βουτήξεις στη θάλασσα και τον συναντήσεις εντός της. Αλλά παρά την ψευδεπίγραφη αισιοδοξία του επιλόγου, παρέμεινες ρεαλίστρια. Όταν από κοντά περνούσε μια ιστιοσανίδα με κίτρινες και λευκές ρίγες, γλυκοκοιταχτήκατε με τον ακροβάτη αναβάτη. Η ανταλλαγή δεν διέφυγε από τον Λίβιο, που πήρε την γνώριμη λυπητερή έκφραση της αποδοχής. Ο σταθερός και διαρκής έρωτας πάντα θα ανταγωνίζεται τον καινούργιο και διαφορετικό και τα σχετικά συζυγικά αγωνίσματα δεν θα τελειώνουν ποτέ.
Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών
LΧΙX. Οι ξυπόλητες των ταινιών, αρ. 58. Επιστολή στη Μόνικα Βίτι, Ε΄
{Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}
Οκτώ χρόνια νωρίτερα, ως Τζουλιάνα, είχες δοκιμάσει την κατά κόσμο πλέον «ιδεατή» κατάσταση της σύγχρονης γυναίκας: της ενθουσιασμένης φρέσκιας συζύγου. Κι εκεί που περιμέναμε άλλη μια σειρά ξεκαρδιστικών επεισοδίων, εσύ σε μια πρωτοφανή λογοδιάρροια εξέφραζες την κοινοτοπία καθημερινής ζωής και του ίδιου του έρωτα. Ελκυστικότερη όσο ποτέ έθιγες με φαινομενική ελαφρότητα ζητήματα μείζονος σημασίας, μια ξυπόλυτη αιχμάλωτη στο μοντέρνο σπίτι που μόλις κρατούσε την ισορροπία της πάνω από το χάσμα των πολιτισμικών διαφορών και της αδύναμης συνεννόησης σε οιαδήποτε σχέση.
Ως τώρα η «ιδέα» ήταν η αναζήτηση του ιδανικού έρωτα και η κατάληξη στον πλέον κατάλληλο σύντροφο. Τώρα θέλησες να δεις τι υπήρχε παρακάτω και βρήκες ένα χάος που προστέθηκε στο δικό σου. Και, καθώς έψαχνες να βρεις τον ρόλο σου σε αυτό το ρευστό σχήμα, έβρισκες διαρκώς μπροστά σου την ηθική της μεσαίας τάξης, τις αστικές απόψεις για τον γάμο, την παραδοσιακή θέση της ευτυχούς συζύγου που οφείλει να «αρκείται». Ο έρωτας αποτελούσε μια μόνιμη υπαρξιακή εκκρεμότητα, μια εκ φύσεως ημιτελής κατάσταση. Και σε όλο αυτό το καρναβάλι τα γυμνά σου πόδια ήταν σε διαρκή κίνηση, με τα ίδια σου τα δάχτυλα να μοιάζουν να συμμετέχουν στη μανιασμένη σου, σχεδόν εξαντλητική προσπάθεια για έκφραση. Παντρεύτηκες για την χαρά, το έλεγε και ο τίτλος, αλλά αυτή πάλι βρισκόταν κάπου αλλού.
Όταν χώρισες από τον Μικελάντζελο Αντονιόνι άλλαξες και τις ταινίες σου· έγινες άλλη γυναίκα ή, όπως δήλωσες, εκείνη που πραγματικά ήσουν, μια προσωπικότητα γεμάτη ζωντάνια και χιούμορ, εντελώς διαφορετική από εκείνες που υποδύθηκες στα χέρια του. Οι νέες σου μορφές σε περίμεναν στην commedia all’italiana μαζί με το κοινό τους που ήταν έτοιμο να σε αγαπήσει μέσα από το γέλιο και την καταιγιστική σου ειλικρίνεια. Χαιρόσουν μέσα στους κωμικούς και ανάλαφρους ρόλους, που όμως δεν είχαν λιγότερη αλήθεια από τους άλλους. Αντάλλαξες συνειδητά την καλλιτεχνική ποιότητα με την προσωπική σου διασκέδαση και την ελευθερία που διακαώς αποζητούσες. Κατέγραψα τις κινήσεις των ποδιών σου στις τρεις μείζονες ποιοτικές δραματικές ταινίες και τις τρεις ελαφρές αμφιβόλου ποιότητας κωμικές και είδα την μεγάλη διαφορά: στις πρώτες τα πόδια σου μόλις που εκφράζονταν, συγκαλυμμένα, μόνο σε ιδιαίτερες στιγμές· ενώ στις δεύτερες ήταν πλήρως εκδηλωτικά, σα να ήθελαν και αυτά να συμμετάσχουν στην κωμωδία της ζωής. Μήπως τελικά αυτό είναι το μεγάλο μυστικό των γυναικείων ποδιών;
Μόνικα, γνωρίζουμε κι οι δυο πώς συνεχίζονται οι συναρπαστικότερες σχέσεις μεταξύ αγνώστων, αυτές μεταξύ θεατών και ηθοποιών. Άλλες τελειώνουν με το πλάνο που γράφει «Τέλος», άλλες το αγνοούν και σε ξαναψάχνουν, στην απολύτως μονομερή επιθυμία τους να ξαναζήσετε τα ίδια, και κάποιοι, επιπρόσθετα, αναζητούν τα νέα σου καθώς μεγαλώνουν μαζί σου. Κάπως έτσι πληροφορήθηκα πως είχες για πολλά χρόνια αποσυρθεί από την δημοσιότητα λόγω της ασθένειας του Αλτσχάιμερ. Να ήξερες πόσο ήθελα να σε επισκεφτώ για να σου βάλω να ακούσεις το εξαίσιο σάουντρακ του Armando Trovajoli για το Drama della gelosia… Είμαι βέβαιος πως στο απλανές βλέμμα σου θα διέκρινα το βλεφάρισμα που θα μαρτυρούσε πως για ελάχιστο χρόνο θυμήθηκες κι ίσως ήδη κρυβόσουν εκεί. Άλλωστε και τώρα που πλέον έχεις φύγει, οι περσόνες σου συνεχίζουν να κυκλοφορούν ολοζώντανες και ελεύθερες.
{Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}
Οι ταινίες: L’anatra all’arancia (αγγλ. Duck in Orange Sauce) (Luciano Salce, (1975) και Ti ho sposato per allegria (Luciano Salce, 1967). Η γυναίκα: Monica Vitti.
Θυμάσαι;