Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

XXΧV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

——————

Κάποτε συνυπήρξα με μια γυναίκα χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Δεν χρειάστηκε να μου μιλήσει με το στόμα της· αρκούσε το πρόσωπο, τα χέρια της, ακόμα και τα πόδια της. Εκείνη την περίοδο έμενα σε όποιο σπίτι μπορούσα να μπω κρυφά από τους απόντες ενοίκους. Περιπλανιόμουν στους άδειους δρόμους με την μηχανή και άφηνα στις πόρτες φυλλάδια για μενού. Επέστρεφα κάποια επόμενη μέρα κι αν βρίσκονταν ακόμα εκεί, το πεδίο ήταν ελεύθερο. Τα μηνύματα του αυτόματου τηλεφωνητή μού επιβεβαίωναν το ταξίδι τους. Αγαπούσα όλα αυτά τα σπίτια, και νοιαζόμουν για τα αντικείμενά τους. Πότιζα και κλάδευα τα φυτά, έπλενα τα ρούχα με το χέρι, επιδιόρθωνα οτιδήποτε χαλασμένο — ένα ραδιόφωνο, ένα ρολόι, ένα παιδικό παιχνίδι. Φωτογραφιζόμουν μπροστά από χαρακτηριστικά σημεία και δημιουργούσα μια μεγάλη σέλφι συλλογή. Δεν έκλεβα ποτέ και τίποτα, εκτός αν θεωρηθούν κλοπιμαία τα φαγητά που έτρωγα από τις κονσέρβες και τα ψυγεία τους. Στο τέλος άφηνα το σπίτι στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Φυσικά οι ένοικοι αντιλαμβάνονταν το πέρασμά μου και έμεναν με μια περίεργη αίσθηση απορίας αλλά ήμουν πλέον μακριά.
Προφανώς το σύστημά μου δεν ήταν αλάνθαστο και κάποτε μπήκα σε σπίτι που δεν ήταν άδειο. Από της άκρη της σκάλας με παρατηρούσε μια γυναίκα· μόλις ξεχώριζε το δαρμένο της πρόσωπο και το γυμνό της πόδι. Αρχικά φοβήθηκε, μετά κάτι πάνω μου την ηρέμησε και άρχισε να με παρατηρεί. Αργότερα μου έδειξε την παρουσία της αλλά με κάποιο τρόπο μου ζητούσε να μη φύγω. Όταν ανέβηκε στην ζυγαριά διέκρινα πρώτα την αγωνία στα μάτια της και στα πόδια της, με τα βαμμένα στο ελαφρότερο δυνατό ασημί νύχια, κι ύστερα ίσως μια καθησύχαση όταν ο δείκτης σταμάτησε στο 47. Στο κρεβάτι της αυνανίστηκα με τις φωτογραφίες που είχε ως μοντέλο σ’ ένα λεύκωμα. Μετά είδα τον τρόμο της στην αναμονή της επιστροφής του συζύγου της και ήταν αδύνατο να την αφήσω μόνη. Πρώτα βρήκε ένα ροζ φόρεμά της ριγμένο στο ξύλινο πάτωμα ενώ ένα μπαλάκι του γκολφ κύλισε μπροστά στα γυμνά της πόδια. Τότε εμφανίστηκε το πρόσωπο της προσταγής και της απειλής και χαστούκισε το γυμνό της μάγουλο για άλλη μια φορά. Στάθηκα στον κήπο μέχρι να με δει κι όταν ήρθε να με αντιμετωπίσει τον σημάδεψα με μερικές μπάλες του γκολφ, μ’ ένα από τα μπαστούνια τύπου 3-Ιron που είχε σπίτι του. Μετά βγήκα και την περίμενα πάνω στη μοτοσικλέτα μου. Εκείνη πλησίασε τον άντρα της που ριγμένος στο δάπεδο, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα πόδια της ζητώντας βοήθεια. Εκείνη μέσα στα λευκά της τσόκαρα τα τράβηξε μακριά· ήταν τα φτερά της απόδρασης. Ήρθε, όπως ήλπιζα, και φύγαμε, γκαζωμένοι μέσα κι έξω. Έχω κάπου κρατημένη την εικόνα τους, καθώς κρέμονταν πίσω μου, στη σέλα της μηχανής.

Τώρα διαμέναμε μαζί στα ξένα σπίτια χωρίς να πάψουμε να σιωπούμε. Ετοίμαζα και το δικό της γεύμα και μοιραζόμασταν το κρεβάτι όπου απλά την αγκάλιαζα. Η ζωή της είχε αντιστραφεί: εκείνο που για άλλους θα αποτελούσε τον απόλυτα αγωνιώδη τρόπο ζωής, να γνωρίζεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να σε δουν, εισβολέα στον πύργο τους, για την Sun-hwa ήταν απόλυτα χαλαρωτικό. Οπουδήποτε αλλού ήταν ηρεμότερα από το σπίτι της. Όταν κάποια στιγμή είδε στον τοίχο ενός καθιστικού μια γυμνή φωτογραφία της την τεμάχισε σε μικρά ισόπλευρα τετράγωνα, άλλαξε την διάταξή τους και ξανακρέμασε την μορφή της, κατακερματισμένη. Ήταν σαν δήλωση για το σώμα της: αρνιόταν οριστικά το αντικείμενο που του ζήτησαν να είναι και την σεξουαλικότητα που της επιβλήθηκε χωρίς να είναι δική της. Απεικονιζόταν πια ως ένα μωσαϊκό που είναι αυτό που είναι, ένα ανακατεμένο παζλ που περιμένει τον άξιο ερευνητή του.
Ενοικούσαμε σε όλα τα είδη των σπιτιών όπου έμεναν πάσης φύσεως ένοικοι: ασύμβατοι εραστές, επιθετικοί σύζυγοι, ασυνεννόητες οικογένειες. Τα δωμάτια φαίνονταν να ηρεμούν από τις φωνές τους. Κάποια στιγμή βρήκαμε κι εκείνο που μας ταίριαζε απόλυτα. Ήταν ένα γαλήνιο παραδοσιακό σπίτι, ένα «χανόκ». Ακούσαμε τον ήχο του νερού από ένα σιντριβάνι, εισπνεύσαμε τον ίδιο αέρα με τα φυτά της αυλής. Ο ύπνος μας στον καναπέ ήταν ήρεμος, σχεδόν ονειρικός. Σ’ ένα άλλο σπίτι μου έτεινε το ψαλίδι να της κόψω τα μαλλιά. Οι τρίχες της έπεφταν πάνω στα πόδια της κι η κάμερα φώτισε πάνω τους μια δεύτερη πράξη απελευθέρωσης. Τα ίδια αυτά πόδια μου είπαν πως είμαι ευπρόσδεκτος στην αγκαλιά της: καθόμασταν δίπλα δίπλα σ’ έναν καναπέ και το δικό της άγγιζε όλο και περισσότερο το δικό μου. Η θέρμη του, η θέρμη της, η θέρμη μας.
Όμως ακόμα κι η διάχυτη διαβίωση είχε ημερομηνία λήξεως. Την πρώτη φορά μας ανακάλυψε ένα ζευγάρι και τώρα η σειρά της να φροντίσει τα χτυπήματά μου από τον σύζυγο. Την δεύτερη τα πράγματα εξελίχθηκαν τραγικά: βρήκαμε έναν μεγάλο άντρα νεκρό και κρίναμε πως του άξιζε μια αξιοπρεπής ταφή. Τον πλύναμε, τον σαβανώσαμε με σεβασμό και τον θάψαμε κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Όμως πέσαμε πάνω στον γιό του, για τον οποίον φυσικά ήμασταν οι δολοφόνοι που επιχειρούσαν να εξαφανίσουν τη σωρό. Μας συνέλαβε η αστυνομία και κατηγορήθηκα για φόνο, απαγωγή και καταπάτηση οικιών που τις πρόδωσαν οι φωτογραφίες στο κινητό μου. Η Sun-hwa «παραδόθηκε» στον άντρα της. Θα την ξανάβλεπα ποτέ;
Ακόμα και μπροστά στους ανακριτές δεν διέκοψα την σιωπή μου. Η ηρεμία μου μπροστά στο καταδικασμένο μου μέλλον, η αδιαφορία μου στις απειλές τους, η αδυναμία τους να κατανοήσουν γιατί έμπαινα σε ξένα σπίτια «άνευ λόγου» καθώς οι ένοικοι μαρτυρούσαν πως δεν τους έκλεψα τίποτα και ο άντρας αποδείχτηκε πως πέθανε με φυσικό θάνατο, όλα μεγάλωναν το μίσος τους. Με έκλεισαν σε κελί με άλλους επιθετικούς κρατούμενους και στο τέλος έμεινα ολομόναχος. Στην φυλακή έπρεπε να βρω έναν νέο τρόπο ύπαρξης και άρχισα να εξασκώ μερικές πολύ ιδιαίτερες ιδιότητες. Μπορούσα να κινούμαι αθόρυβα στο μικρό κελί, να κρύβομαι πίσω από την πλάτη του έκπληκτου φρουρού μου χωρίς τον παραμικρό ήχο, να σκαρφαλώνω πολύ ψηλά στους τοίχους σαν αράχνη – τα γυμνά μου πόδια κολλούσαν όσο χρειαζόταν πάνω τους. Έφτασα στο σημείο να κινούμαι σαν φάντασμα έξω από το κάδρο, να εξαφανίζομαι από την ματιά των άλλων και να αποκτώ κατά βούληση μια μορφή ανάλαφρη, σχεδόν αόρατη. Στο τέλος μπορούσα πια να φεύγω.


Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004) Kim Ki-duk: «Ολομόναχοι μαζί» (2004)

 

 


Η Sun-hwa ξαναπήγε σ’ εκείνο το ήσυχο σπίτι, μπήκε χωρίς να μιλήσει στο ζευγάρι των ενοίκων που φρόντιζαν τον κήπο, πέρασε από μια ανοιχτή πόρτα στο εσωτερικό κι έγειρε σ’ έναν καναπέ να κοιμηθεί. Η έκπληκτη γυναίκα πήγε να την ξυπνήσει αλλά ο άντρας την σταμάτησε. Το ήρεμο πρόσωπό της τους ησύχασε. Ξέρω καλά πως πήγε εκεί να αναζητήσει κάτι από την παρουσία μου. Πίσω στο σπίτι της, τα πόδια της πάνω στην ζυγαριά που έδειχνε 57 ήταν το ίδιο χαμογελαστά με το πρόσωπό της. Την «επισκέφτηκα» και η ερωτική μας ιστορία συνεχίστηκε από εκεί που σταμάτησε. Κρυβόμουν στις σκιές και στις αντανακλάσεις του φωτός ενώ ο σύζυγός της ήταν σε συνεχή επιφυλακή, ένας δυστυχής που έβλεπε παντού κάτι ύποπτο. Έγινα ο αιθέριος εραστής της, κυριολεκτικά και μεταφορικά πίσω από την πλάτη του ανασφαλούς συζύγου, ο οποίος δεν θα ξανατολμήσει μετά την φυγή της να την αγγίξει με βία, διαφορετικά θα εφαρμόσω πάνω του νέες τεχνικές με το 3-Iron και αυτή τη φορά δεν θα ξέρει από πού του ήρθαν.

Σ’ έναν κόσμο συνεχούς θορύβου και επαναλαμβανόμενου βουητού, εμείς ανταλλάξαμε τα δώρα της σιωπής. Αποδείξαμε πως η ανυπαρξία της γλώσσας είναι ευθέως ανάλογη με την σωματική έκφραση των συναισθημάτων. Επικοινωνούσαμε ιδανικά, χωρίς την ανάγκη των λέξεων και σαρκώσαμε τους στίχους ενός σπάνιου τραγουδιού που χρόνια πριν έγραψε και τραγούδησε ο Winston Tong με τους Tuxedomoon: In a manner of speaking / I just want to say / That I can never forget the way / You told me everything by saying nothing.

Οι λέξεις που εμείς δεν χρειαστήκαμε, επιστρατεύτηκαν για να μας ερμηνεύσουν. Μίλησαν για την παγίδευση των ανθρώπων στα σπίτια, την προσκόλληση σε πράγματα, την βουδιστική θεώρηση της απελευθέρωσης απ’ όλα αυτά, μια φωτισμένη σχέση με τον κόσμο χωρίς δεσμεύσεις. Θα μπορούσα κι εγώ να γράψω φράσεις που επιθυμούν να σημάνουν πολλά: η φιλοξενία των άδειων σπιτιών, το βλέμμα και η τυφλότητα, οι επιφάνειες των σωμάτων και τα επιφάνεια των συναισθημάτων, η υπέρβαση του φυσικού κόσμου, η μαγική δύναμη του έρωτα, η μεταφυσική της αγάπης. Κάποιοι επιχείρησαν να αντικαταστήσουν τον σκηνοθέτη, που δεν ενδιαφέρθηκε να εξηγήσει τα γεγονότα πάρα μόνο να τα αφήσει να μιλήσουν μόνα τους· είχε, άλλωστε, δηλώσει ότι αυτός ήταν ο τρόπος να στρέψει την ματιά του κοινού στους χαρακτήρες, αμφιβάλλοντας «ότι οι λέξεις κάνουν τα πάντα κατανοητά».

Ακόμα και οι ίδιοι οι τίτλοι της ταινίας αδυνατούν να την περιγράψουν. Ο νοτιοκορεατικός τίτλος Empty House εστιάζει στα άδεια σπίτια ή στους άδειους ανθρώπους; Για τον σκηνοθέτη «είμαστε όλοι άδεια σπίτια, περιμένοντας κάποιον να ανοίξει την κλειδαριά». Ο μεταφρασμένος τίτλος 3-Iron αναφέρεται σ’ ένα σύμβολο πολυτελείας του σύγχρονου άδειου ανθρώπου ή σ’ ένα εξάρτημα παραμελημένο σήμερα στο άθλημα, όπως παραμελημένοι υπήρξαμε οι δυο μας; Με άλλες λέξεις αναζήτησαν τις ενδεχόμενες μορφές της ύπαρξης μου. Είχα κατακτήσει ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης, μια μυστική ζωή όπου δεν μπορούν να με δουν όσοι δεν θέλω να με δουν; Έγινα κι εγώ ένας από τους ανθρώπους που αλαφροπατούν στη γη και δεν αφήνουν ορατά ίχνη της παρουσίας τους, κανένα υλικό σημάδι, κανέναν απόηχο φήμης; Μπορεί να μετέδωσα στην Sun-hwa κάτι από τις νέες μου ικανότητες, ώστε να μπορεί να με συναντά στα προάστια της φαντασίας και των φαντασμάτων; ήμουν ένα όνειρό της, όπως μπορούσαν να συνηγορήσουν οι άδειοι δρόμοι, οι περίεργες συμπτώσεις και η διάχυτη ησυχία;

Αλλά εμείς, δυο διαλυμένοι μοναχικοί που περιπλανηθήκαμε σε μια πόλη που ταίριαξε την μοναξιά της στην δική μας και μπήκαμε στα ξένα σπίτια για να τα γεμίσουμε ζωή, εμείς που ήταν μοιραίο να ερωτευτούμε ίσως από εκείνη την πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε στο σπίτι της και πέσαμε τόσο αναπάντεχα ο ένας πάνω στον άλλον, γίναμε ο ένας το σπίτι του άλλου και παραμείναμε στην γαλήνη της σιωπής ακόμα κι όταν θόρυβος της ζωής και του κόσμου συνέχιζε εκκωφαντικός τριγύρω μας. Μόνο στην τελευταία σκηνή μου πρόσφερε κάποιες λέξεις: μου είπε πως με αγαπά. Ο άντρας της νόμιζε πως απευθυνόταν στον ίδιο· αδυνατούσε να διανοηθεί ότι ακριβώς από πίσω του θα ήμουν πάντα εγώ· πως κάθε της ματιά και αγκάλιασμα ήταν για μένα. Όταν αυτός έφυγε για επαγγελματικό ταξίδι ανεβήκαμε μαζί στην ζυγαριά που είχα νωρίτερα επισκευάσει. Τα γυμνά μας πόδια στάθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και ο μετρητής έδειξε 0. Δεν ζυγίζαμε τίποτα πια, είχαμε αποβάλει κι οι δυο το βάρος της ζωής μας, ήμασταν άλλοι.


{ Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται }


Η ταινία: 3-Iron (Kim Ki-duk, 2004). Νοτιοκορεατικός τίτλος: Empty House. Ελληνικός τίτλος: Ολομόναχοι μαζί. Η γυναίκα: Lee Seung-yeon. Το τραγούδι των Tuxedomoon: https://www.youtube.com/watch?v=XGxdgJKPMqU

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: