Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών
LΧXIΙ. Oι ξυπόλυτες των ταινιών, αρ. 61. Οι αναμνησθείσες




Su Li-Zhen. Το τρένο μου δεν τερμάτιζε σε τόπο αλλά στο έτος 2046, όπου βρίσκονταν όλες οι χαμένες αναμνήσεις, καθώς τίποτε και ποτέ δεν άλλαζε εκεί. Δεν ήμουν βέβαιος αν αυτό ίσχυε γιατί κανείς δεν είχε επιστρέψει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχαν στάσεις στη διαδρομή καθώς όλοι οι επιβάτες πηγαίναμε στον ίδιο προορισμό. Στην Σιγκαπούρη είχα σφοδρά ερωτευτεί κάποια γυναίκα που την έλεγαν Σου Λι‑τζεν. Της είχα πει ότι θα φύγω για το Χονγκ Κονγκ αλλά αρνήθηκε να με ακολουθήσει. Αποφάσισα να την ψάξω στο 2046, με την σκέψη πως ίσως με περίμενε εκεί. Δεν είχα πάψει να αναρωτιέμαι αν με είχε αγαπήσει ή όχι. Ίσως η απάντησή της ήταν σαν ένα μυστικό που ποτέ δεν θα μάθαινε κανείς. Έγραφα στήλες για εφημερίδες και είχα ριχτεί στη νυχτερινή ζωή των γυναικών, του τζόγου και των άπειρων τσιγάρων. Ήταν πολύ ευκολότερο να αλλάζω συγκοιμώμενες, απαραίτητες για την λήθη που επιθυμούσα.

Lulu. Λίγο πριν τελειώσει το 1966 συνάντησα την Λούλου, που είχα γνωρίσει στην Σιγκαπούρη ως χορεύτρια καμπαρέ δυο χρόνια νωρίτερα και είχαμε βρεθεί πολύ κοντά. Δε με θυμόταν (ή έκανε πως δεν με θυμόταν) ακόμα κι όταν της θύμισα ότι μου είχε μάθει cha cha και πως κατά τα λεγόμενά της έμοιαζα με τον πρώην της. Θρηνούσε τον νεκρό της φίλο. Μοιραστήκαμε το βράδυ σ’ ένα νυχτερινό κέντρο και την γύρισα αναίσθητη στο δωμάτιό της στο μικρό ξενοδοχείο Oriental. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι, της έβγαλα τρυφερά τις γόβες και την σκέπασα με μια μεταξένια σάρπα της. Δεν έμεινα επειδή ήμασταν εντελώς μεθυσμένοι. Βγαίνοντας από το δωμάτιο είδα ένα οικείο αριθμό: 2046. Ήταν το δωμάτιο όπου είχα μείνει με την Σου Λι‑τζεν και γράφαμε μαζί ένα μυθιστόρημα πολεμικών τεχνών – η παλιά μου ασχολία. Αν δεν είχα συναντήσει την Λούλου δεν θα είχα δει αυτό τον αριθμό. Επέστρεψα δυο μέρες μετά για να δω πώς είναι και ο διευθυντής του ξενοδοχείου με πληροφόρησε πως η ένοικος του 2046 δεν ζούσε πια εκεί. Ζήτησα να μείνω σ’ εκείνο το δωμάτιο αλλά ήταν υπό ανακαίνιση και, μέχρι να φτιαχτεί, ο ξενοδόχος μου πρότεινε το απέναντι, το 2047.

Wang Jing-wen. Τελικά στο 2046 ήρθε να μείνει η κόρη του ξενοδόχου, Ουάνγκ Τζινγκ-γουέν. Η κάμερα πλησίασε δυο πόδια σε γόβες που βημάτιζαν στο δωμάτιο. Την άκουγα πίσω από τον τοίχο να περπατά και να κάνει εξάσκηση στα γιαπωνέζικα. Ήταν ερωτευμένη μ’ έναν Γιαπωνέζο, σταλμένο εδώ από την εταιρεία του. Ο πατέρας της δεν τον ήθελε επειδή η οικογένειά του είχε υποφέρει στον πόλεμο από την Ιαπωνία και λόγω των πολιτιστικών διαφορών μεταξύ των δυο χωρών και την εξανάγκασε να διακόψει κάθε σχέση μαζί του. Ο άντρας της ζήτησε να φύγουν μαζί αλλά φοβήθηκε να τον ακολουθήσει. Ανέβαινε στην ταράτσα, δίπλα στην μεγάλη φωτισμένη πινακίδα, και μιλούσε μόνη της ή χειρονομούσε, πάντα με λεπτότητα, κάτω από έναν μολυβένιο ουρανό. Σύντομα κατέρρευσε και εισήχθη σε νοσηλευτικό ίδρυμα.

Bai. Σύντομα στο δωμάτιο μετακόμισε κάποια γυναίκα. Η κάμερα αυτή τη φορά πήρε τα πόδια της γυμνά, από κοντά, με κατακκόκινα νύχια, να τραντάζονται μέσα στη νύχτα, καθώς προσπαθούσε να κοιμηθεί υπό τον θόρυβο μιας γειτονικής ερωτοτροπίας. Την επομένη την είδα από το ματάκι της πόρτας να ανοίγει την δική της και βγήκα. Μια όμορφη χρυσοντυμένη με ψηλό κότσο με κοιτούσε με βλέμμα διερευνητικό και θελκτικό μαζί. Την έλεγαν Μπάι και εργαζόταν στην υποδοχή ενός νυχτερινού κέντρου. Αρχίσαμε να βγαίνουμε. Μου μίλησε για κάποιον, για τα σχέδια που έκαναν. Θα την πήγαινε στην Σιγκαπούρη όπου την διαβεβαίωνε ότι κάνει ζέστη. Για τον λόγο αυτό δεν είχε πάρει μαζί της χειμωνιάτικα ρούχα, φορούσε τα καλοκαιρινά της. Με ρώτησε πού με πηγαίνει όλη αυτή η διασκέδαση με τόσες φιλενάδες. Της απάντησα πως απλώς δανείζονται τον χρόνο μου. «Και σήμερα; δανείζετε εσείς σ’ εμένα ή εγώ σ’ εσάς;»· απάντησα: «δεν υπάρχει διαφορά, μερικές φορές είναι αμοιβαίο». Αυτή θα ήταν και η δική μας συμφωνία. Εκείνη που αμειβόταν για κάθε ερωτική συνεύρεση, τώρα έπαιρνε χρήματα για τον χρόνο που μοιραζόταν μαζί μου. Ήταν η ιδανική συντροφιά καθώς είχαμε κι οι δυο πόνους να μοιραστούμε, ακόμα και να βυθίσουμε στο ποτό. Της πρότεινα ευθέως το σημείο συνάντησής μας: την έξοδο για μέθη, την έξοδο της μέθης. Στην επιστροφή στο πίσω κάθισμα του ταξί έγειρα κοιμισμένος πάνω της, ενώ εκείνη εξεπλάγη με το απρόσμενο άγγιγμα. Πόσο θα αντέχαμε χωρίς το ξέσπασμα της σωματικής έλξης;
Η επόμενη σκηνή αρκούσε ως απάντηση: ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, είχα το κεφάλι μου στο προσκέφαλο και κάπνιζα σκεφτικός, εκείνη αντίστροφα, στο κάτω μέρος. Το πόδι της πάντα με δέκα κόκκινα χειλάκια ανέβαινε για να ζεστάνει ή να αποζητήσει ζέστη πρώτα στο στήθος μου και μετά το πρόσωπό μου. Δεν είχα αντιληφθεί πως ήδη έτρεχε κοντά μου και μου πρόσφερε ως και το απώτατο άκρο της για να ανοίξει την καρδιά της. Νόμιζα πως θα είχαμε μια σχέση ρεαλιστική, χωρίς συναισθηματικούς δεσμούς. Η δεύτερη συνεύρεση ήταν πολύ έντονη, το πρόσωπο της πήρε όλες τις εκφράσεις της ηδονής.
Μου ζήτησε να κοιμάται στο δωμάτιό μου. Δεν την ενδιέφερε αν είχα άλλες γυναίκες, αρκεί να μη της φερόμουν όπως σε αυτές. Με διαβεβαίωνε πως δεν θα έβλεπε πλέον άλλους άντρες, κι ας μην την αγαπούσα. Σύντομα το χάσμα των επιθυμιών άνοιγε ολοένα και περισσότερο, και φτάσαμε στο σημείο να ανταλλάζουμε ειρωνείες και να μου προτείνει να μου δανείζει εκείνη τα δέκα δολάρια για τον χρόνο μου, «να ήμουν εγώ η πουτάνα». Μου ζήτησε να διακόψουμε και κάποιες νύχτες βογγούσε με κάποιον προσκεκλημένο της· ήθελε και να δει, είπε, αν θα με πείραζε. Έβγαινε με τον μοβ ρόμπα της στον διάδρομο και συνομιλούσε με διάφορους άντρες στο τηλέφωνο. Τελικά άφησε το δωμάτιο και όταν συναντιόμασταν στα στέκια μας κάναμε πως δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Την έβαλα ή μπήκε μόνη της στην ιστορία που είχα ήδη αρχίσει να γράφω σε συνέχειες για την εφημερίδα. Είχε τον τίτλο 2046 και ήταν για άντρες και γυναίκες που αναζητούν τον έρωτα και την αγάπη και ρισκάρουν τα πάντα για να βρεθούν στον τόπο που έχει αυτό το όνομα. Οι εκκεντρικοί του χαρακτήρες και οι έντονες σεξουαλικές στιγμές άρεσαν στους αναγνώστες. Επινοούσα τις ιστορίες, πρόσθετα δικές μου εμπειρίες και «προσκαλούσα» πολλούς ανθρώπους που γνώριζα. Σταμάτησα να βγαίνω κι ένιωθα όλο και περισσότερη άνεση μέσα στον φανταστικό μου κόσμο.

Wang Jing-Wen (2). Όταν η Ουάνγκ Τζινγκ-γουέν επέστρεψε από το ίδρυμα συνέχιζε να καυγαδίζει με τον πατέρα της. Το κατάλαβα επειδή αυτός έβαζε δυνατά όπερες για να καλύπτει τις φωνές του. Είχε φτάσει στα χέρια του ένα γράμμα του μακρινού της εραστή και της ζήτησε να το επιστρέψει. Όταν αρνήθηκε της το έσκισε. Της πρότεινα τα γράμματα να στέλνονται στο όνομά μου· στον υπάλληλο του ξενοδοχείου έλεγα πως ήταν κάποιες Γιαπωνέζες που είχα γοητεύσει. Της χτυπούσα την πόρτα και το περνούσα από την χαραμάδα. Μου αποκάλυψε πως αγαπούσε τα μυθιστορήματα πολεμικών τεχνών και ενδιαφερόταν για τη δουλειά μου αλλά απορούσε που έβαζα τόσο πολύ σεξ. Της απάντησα με ειλικρίνεια, «για να μην πεινάσω». Μου έφερε κείμενα που έγραφε για την διασκέδασή της και μόνο. Τα διάβασα και της είπα να μην ξαναγράψει λέξη γιατί θα χάσω την δουλειά μου. Γελάσαμε και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε στην δική μου σειρά. Τελικά μπορούσε κι εκείνη να γράψει το ίδιο αισχρά, όπως οι καλύτεροι του είδους. Τώρα ανεβαίναμε μαζί στην άκρη της οροφής του Οριένταλ και γελούσαμε, κι έστελνε τον καπνό της ψηλά στα ουράνια. Της βρήκα δουλειά στο βεστιάριο ενός κλαμπ αλλά στον πατέρα της λέγαμε πως βγαίναμε μαζί. Άρχισα να λέω στον εαυτό μου: «τα συναισθήματα τρυπώνουν μέσα σου όταν δεν το περιμένεις».



Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004) Η ταινία: «2046» (Wong Kar Wai, 2004)

 

 

Υποσχέθηκα να της γράψω μια ιστορία που θα βασιζόταν στην δική της και θα της έδειχνε τι σκεφτόταν ο φίλος της. Ένα βράδυ πυρετώδους γραφής απέκτησα όντως πυρετό και με φρόντισε, χωρίς να έχει ιδέα πώς ένοιωθα για εκείνη. Αρχίσαμε να γράφουμε μαζί ένα βιβλίο και είπαμε να του δώσουμε τον τίτλο «2047». Ίσως μετά από καιρό ζούσα μια ευτυχισμένη περίοδο. Ήταν μια ιστορία για το ταξίδι ενός Ιάπωνα που κατάφερε να φύγει από το 2046, αλλά ερωτεύτηκε κατά τη διάρκεια της επιστροφής του. Με την πάροδο του χρόνου, διαπίστωσα πως δεν έγραφα γι’ αυτόν αλλά για μένα. Θυμάμαι μερικές φράσεις: «Η παράγραφος 201 του Οδηγού Επιβατών προειδοποιεί ότι τα τμήματα 1224-1225 είναι πολύ ψυχρά και η θέρμανση του τραίνου δεν φτάνει ως εκεί. Προτείνεται οι επιβάτες να ζεσταίνουν ο ένας τον άλλον».

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και την έβγαλα για δείπνο, παρά την σκέψη της πως θα έχανε τα φιλοδωρήματα της ημέρας. Ο φίλος της είχε αργήσει να της γράψει και δεν ήθελα να την βλέπω στενοχωρημένη· την πήγα στο γραφείο μου στην εφημερίδα και της έδωσα την έκανα ως εορταστικό δώρο ένα υπεραστικό τηλέφωνο προς εκείνον, μήπως και ξανάναβε η σπίθα. Ήμουν ευτυχής να την βλέπω ευτυχή. Έκανα μεγάλο λάθος γιατί την τράβηξε πάλι πάνω του, ακόμα κι από τόσο μακριά. Αναζητούσα την παρουσία της στην ταράτσα μας και μονολογούσα: «Η αγάπη είναι θέμα συγχρονισμού. Δεν ωφελεί να γνωρίσεις το κατάλληλο άτομο πολύ νωρίς ή πολύ αργά». Από τον πατέρα της πληροφορήθηκα ότι τελικά θα παντρευόταν τον Ιάπωνα και θα πήγαινε στην χώρα του. Μάλιστα του ζήτησε να μου μεταφέρει μια επιθυμία της: είχε βρει το τέλος των ιστοριών μου πολύ θλιμμένο και ζητούσε να το αλλάξω. Αν δεν μεσολαβούσα θα ήταν θέμα χρόνου να είμαστε μαζί, αλλά τελικά την έριξα στην αγκαλιά του.

Bai (2). Ύστερα από μήνες η Μπάι επέστρεψε για να ζητήσει την βοήθειά μου, να εγγυηθώ για το πρόσωπό της ώστε να εργαστεί ως συνοδός πολυτελείας στην Σιγκαπούρη. Στο εστιατόριο έβγαλε να μου επιστρέψει τα χρήματα που της είχα δώσει για το αεροπορικό της εισιτήριο· της τα χάρισε ένας παλιός της πελάτης, παλαβωμένος μαζί της. Καθόταν απέναντί μου, τόσο όμορφη και τόσο θλιμμένη. Με ρώτησε αν υπήρχε τίποτα που δεν άλλαξε ποτέ στην ζωή μου – ίσως περίμενε να της πω πως ξέχασα εκείνη που αναζητούσα – κι αν υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να δανείσω. Δεν απάντησα τότε αλλά τώρα γνωρίζω, πως πράγματι είχα κάτι τέτοιο, κι αυτό ήταν η καρδιά μου, η ικανότητα να αγαπήσω ολοκληρωτικά. Ή, έστω, μετά την Σου Λι‑τζεν. Την γύρισα στο διαμέρισμά της για να την αποχαιρετίσω κι εκείνη επέμεινε να περάσουμε μαζί την νύχτα. Αναρωτήθηκε γιατί να μην μπορούν όλα να είναι όπως πριν και μου ζήτησε να της δανείσω τον χρόνο μου για τελευταία φορά. Μου ήταν αδύνατο να μην αποχωρήσω κι έμεινε να σπαράζει στην πόρτα. Ίσως υπήρξα για εκείνη ό,τι υπήρξε για μένα η Σου Λι‑τζεν, ίσως στον καθένα μας αντιστοιχεί μόνο ένας καθοριστικός έρωτας ανά ζωή. Δεν την ξαναείδα από τότε, όμως καμιά φορά εμφανίζεται στις ιστορίες μου.

Su Li-zhen (II). Την συνάντησα στην Σιγκαπούρη, τόπο μόνιμης προσωρινότητας, στους καπνισμένους χώρους του τζόγου, να φοράει πάντα ένα μαύρο γάντι. Της είχαν κόψει το χέρι επειδή την είχαν πιάσει να κλέβει; Ριχνόμουν στα χαρτιά για να ξεχάσω τις γυναίκες που άφησα ή με άφησαν και προσπαθούσα να κερδίσω την επιστροφή μου στο Χονγκ Κονγκ. Της μίλησα σ’ ένα μαγειρείο δίπλα στον σταθμό των τρένων, προφανώς υπό καταρρακτώδη βροχή. Έβλεπε τα χρήματά μου να αφανίζονται και με λυπήθηκε ή με συμπάθησε. Προφέρθηκε να με βοηθήσει με αντάλλαγμα την υπόσχεση, σε περίπτωση που κέρδιζα, να μην ξαναπαίξω. Πηγαίναμε κάθε νύχτα στο καζίνο και στο μαγειρείο. Κέρδισε όσα είχα χάσει. Αρνούνταν να απαντάει σε ερωτήσεις αλλά μου είπε το όνομά της: Σου Λι‑τζεν. Πόσο ειρωνική μπορεί να γίνει η ζωή όταν μου στέλνει δυο γυναίκες με το ίδιο όνομα; Θα μπορούσα κάλλιστα να την ερωτευτώ και να μετακομίσω για χάρη της. Στον έρωτα, όμως, δεν γίνεται να καλείς αναπληρωματικό. Προτού αναχωρήσω την φίλησα παθιασμένα και της είπα να προσέχει και πως, αν μια μέρα αποδράσει από το παρελθόν της, να με ψάξει. Δεν καταλάβαινα τότε ότι αυτά τα λόγια σε μένα έπρεπε να ειπωθούν.

Ίσως ανάμεσα σε όλες αυτές τις γυναίκες αναζητούσα κάτι από την αίσθηση που είχα ζήσει με την Σου Λι‑τζεν. Όλες, εκτός από την τελευταία, ζούσαν απέναντί μου, στο δωμάτιο 2046, και γίνονταν κι εκείνες αναμνήσεις, ενώ έμενα πάντα στο 2047, με τον αριθμό που έμοιαζε σήμα για το επόμενο βήμα στην ζωή μου. Ή στην οριστική φυγή μέσα στην γραφή; Κάποτε σκέφτηκα να γράψω ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας με τον τίτλο 2046 οι χαρακτήρες του οποίου θα αναζητούσαν να ξεφύγουν από μια συναισθηματική συντριβή ταξιδεύοντας σε μια περιοχή όπου τίποτα δεν αλλάζει, στην ασφαλή ακινησία των αναμνήσεων. Αλλά μήπως και η μουσική δεν κάνει το ίδιο; Τρεις συνθέσεις που εισχώρησαν στην ταινία, ενώ είχαν γραφτεί σε άλλες εποχές, με στοίχειωσαν ως ντύματα γυναικών που αδυνατώ να ξεχάσω. Πρώτα ήταν το μουσικό θέμα του Peer Rabin, γραμμένο για ένα τραγούδι με τίτλο Each man kills the thing he loves, από ένα ποίημα του Oscar Wilde (Κάθε άντρας σκοτώνει εκείνο που αγαπά, μερικοί το κάνουν με ένα πικρό βλέμμα, άλλοι με μια κολακευτική λέξη), και το αντίστοιχο ομότιτλο οργανικό, που επανήλθε ως Dark chariot· έπειτα ήταν το Perfidia της προδοσίας και του άπιστου έρωτα, στην οργανική εκτέλεση του Xavier Cugat που διατηρούσε το μπολερό αίσθημα αλλά με πιο δυτικότροπη ματιά «μεγάλης μπάντας», με την ίδια την ανακατασκευή του να αντανακλά τις μνήμες των μνημών μου, ίσως και τον μεταιχμιακό χώρο των τραίνων, των ξενοδοχείων και των λεσχών· τέλος ήταν και το κουβανικό Siboney με τον βαθύ αφρικανικό απόηχο, τραγουδισμένο από την Connie Francis, άλλη μια επίκληση σε κάτι μακρινό, αδύνατο πια να αγγιχτεί, σαν μια σωματική ανάμνηση της πατρίδας που ήταν το σώμα τους, μια χώρας αλλιώτικης, εξωτικής και οπωσδήποτε χαμένης. Και τα τρία συνδέθηκαν άρρηκτα με τις γυναίκες που κάποτε μύρισα, φίλησα, άγγιξα και γέμισα με τον χυμό που οι ίδιες μου έφτιαξαν.

{Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}



Η ταινία: 2046 (Wong Kar Wai, 2004). Η γυναίκα: Ziyi Zhang (ως Bai Ling).
Τα μουσικά θέματα: Dark Chariot (Peer Raben, 1982)· στην ταινία Querelle είχε τίτλο Each man kills the things he loves (Instrumental). Ο τίτλος και τα λόγια από το τρίτο μέρος του ποιήματος του Oscar Wilde The Ballad of Reading Gaol (1898) / Perfidia (Xavier Cugat and His Orchestra, 1940) / Siboney (Connie Francis, 1960).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: