Νωρίς το πρωί η Μέιμπλ μέσα σ’ έναν πανζουρλισμό φωνών ετοίμασε τα τρία παιδιά της για να φύγουν με τη μητέρα της. Πέρασε όλη την προηγούμενη νύχτα μόνη, χωρίς τον άντρα της Νικ, παρά την υπόσχεση του πως θα μοιράζονταν μια σπέσιαλ βραδιά γεμάτη έρωτα. Η απρόσμενη βλάβη ενός αγωγού ύδρευσης τον κράτησε στο δρόμο όλη νύχτα. «Στοιχηματίζω πως δεν της τηλεφώνησες καν και είναι μια ευαίσθητη, εύθραυστη γυναίκα», του είπε ένας συνεργάτης, για να τον προλάβει ή διορθώσει ο Νικ «δεν είναι τρελή, είναι ασυνήθιστη. Δεν είναι σαν ένα νορμάλ πρόσωπο. Αυτή η γυναίκα μαγειρεύει ράβει, στρώνει το κρεβάτι, πλένει το μπάνιο. Τι στο διάολο είναι τρελό σε αυτό;». Όταν έμεινε μόνη άναψε τσιγάρο και περπάτησε πάνω κάτω στο άδειο σπίτι μ’ ένα φορητό ραδιοφωνάκι που έπαιζε όπερα. Ύστερα ανέβασε τα γυμνά της πόδια πάνω στο τραπέζι και κίνησε ανεπαίσθητα τα δάχτυλά της να διώξει την εξάντληση, να την αλαφρώσουν από το μέσα βάρος. Ίσως τους έλειπε και το χάδι.
Όταν το βράδυ ξανάρθε, η Μέιμπλ βγήκε στους νυχτερινούς δρόμους, μπήκε σ’ ένα άδειο, σκοτεινό μπαρ αλλά τελικά επέλεξε ένα γεμάτο, φωτεινότερο. Κάθισε δίπλα σ’ έναν άντρα, έβαλε σε μια φράση το πάθημά της κι εκείνος της πρότεινε να φύγουν από τους καπνούς. Πήγαν σπίτι της και κοιμήθηκαν μαζί ως το πρωί, οπότε και έφυγε πανικόβλητος όταν αντιλήφθηκε πως δεν ζούσε μόνη της. Λίγο αργότερα κατέφθασε ο Νικ μαζί με όλα τα μέλη του συνεργείου του, πάντα απροειδοποίητα, και της ζήτησε να τους ετοιμάσει μακαρόνια. Δεν πέρασε από το μυαλό του πόσο άβολα θα της ήταν; Κι όμως, εκείνη τους υποδέχτηκε με θέρμη, τους πλησίαζε με χαμόγελο, συστηνόταν, έκανε φιλοφρονήσεις, θέλησε να τους ξεσηκώσει σε τραγούδι και χορό. Ο Νικ εξερράγη και της μίλησε άσχημα. Το γεύμα σχόλασε πριν την ώρα του και οι δυο τους βρέθηκαν μόνοι στο τραπέζι απέναντί και μακριά ο ένας από τον άλλον. Η Μέιμπλ του εξήγησε πως αγαπά οποιονδήποτε φέρνει στο σπίτι και θέλει όλους να τους κάνει να νιώσουν άνετα. Η απερίφραστη άποψή του: «Δεν έκανες κάτι λάθος αλλά εκείνοι μπορεί να σε παρεξηγήσουν, δεν ξέρουν πως δεν τα εννοείς. Δεν με πειράζει να είσαι τρελή». Η δική της δοτική: «Μην φοβάσαι να πληγώσεις τα συναισθήματά μου, πες μου τις θέλεις να είμαι, πώς θέλεις να είμαι, μπορώ να γίνω τα πάντα, μόνο πες μου». Το ζεύγος βρήκε καταφυγή στο σεξ, τον ύστατο τρόπο συνάντησης, αλλά λίγο αργότερα το κοινό του πρωί τελείωσε· η μητέρα της έφερε τα παιδιά επειδή ξέχασαν κάποια πράγματα. Μέσα στον γνωστό χαμό, του ζήτησε «να μην την αποκαλεί “μαμά”, το όνομά της είναι Μέιμπλ» – ίσως για να μην χαθεί ως εραστής του.
Την επομένη ο γείτονας κύριος Τζένσεν έφερε τα παιδιά του να παίξουν με τα δικά της και η Μέιμπλ τα έστειλε να φορέσουν κουστούμια και τα έβαλε να χορέψουν την αγαπημένη της «Λίμνη των Κύκνων». Όταν στο τηλέφωνο είπε στον άντρα της ότι προσπαθούσε να καταφέρει και τον κύριο Τζένσεν να χορέψει εκείνος της το έκλεισε. Επέστρεψε με την μητέρα του και σ’ έναν παράλογο καυγά γρονθοκόπησε τον επισκέπτη και χαστούκισε την Μέιμπλ. Εκείνο που θεωρούσε «υπέρ του δέοντος» είχε φτάσει στο απροχώρητο και κάλεσε τον οικογενειακό γιατρό. Η Μέιμπλ τους κοιτούσε πρώτα έκπληκτη, μετά με απελπισία. Καθησύχαζε τον Νικ να μην ανησυχεί, απλώς εκτέθηκε με το χαστούκι, πρώτη φορά την χτύπησε έτσι κι αλλιώς. Του ψιθύριζε φράσεις που χωρούσαν όσα τους ένωναν: «Πάντα καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον. Ξέρω πως με αγαπάς, Είμαστε πολύ κοντά ο ένας με τον άλλον, είμαστε μαζί. Κανείς εδώ δεν χρειάζεται γιατρό». Καταμέτρησε και τα πέντε σημεία της σύνδεσής τους: «αγάπη, φιλία, άνεση, καλή μητέρα, ανήκω σ’ εσένα». Ο γιατρός της έδειξε ένα έγγραφο, επισφράγιση μιας απόφασης που είχε ήδη παρθεί.
Έξι μήνες αργότερα, την ημέρα του εξιτηρίου της, ο Νικ άρχισε να βάζει τα καλά του πάνω στην καρότσα του φορτηγού της δουλειάς και στο σπίτι καλωσόρισε τους δεκάδες καλεσμένους που λίγο αργότερα έδιωξε μετά από πίεση της μητέρας του – πώς θα μπορούσε να υπάρχει τόσος κόσμος σε μια τέτοια περίσταση; Όταν έφτασε η Μέιμπλ έμοιαζε με σκιά ενός παλιού εαυτού. Της αρνήθηκε να δει κατευθείαν τα παιδιά, γιατί «θα συγκινηθούν και αυτά και αυτή και θα αρχίσουν να κλαίνε. Ας μην γίνουν όλοι συναισθηματικοί τέτοιες στιγμές, καλύτερα να διατηρήσουν την ηρεμία τους». Εκείνη έγειρε τρυφερά στον πατέρα της που ήταν ίσως ο μόνος που μπορούσε να ρωτήσει: «Πιστεύεις πως θα είμαι καλά;», κι αυτός την διαβεβαίωσε, προτού της ψιθυρίσει μια ακόμα εντολή: «πήγαινε να κάτσεις λίγο και με την μητέρα σου». Ο Νικ την άρπαξε από το χέρι και την πήρε κάπου απόμερα για την επωδό του: «Είμαι μαζί σου, τίποτα δεν κάνεις λάθος». Η Μέιμπλ ψέλλισε «δεν ξέρω τι να κάνω, δεν ξέρω τι θέλεις», αυτός επέμεινε «να είναι και να γίνει ο εαυτός της» και την γύρισε στην σιωπηρή ομήγυρη του σαλονιού προστάζοντας να πάνε όλοι στην τραπεζαρία για πάρτι. Κάθισαν στο άδειο τραπέζι να πιουν νερό και ό,τι θα ετοίμαζε μια φίλη στην κουζίνα. Στράφηκε στην Μέιμπλ και την ρώτησε «πώς ήταν εκεί μέσα; φρικτά, καλά;». Το σκεφτικό της πρόσωπο, το αμήχανο χαμόγελο, η αναδίπλωσή του, «ας μη μιλάμε για το παρελθόν, από εδώ και πέρα μόνο καλές στιγμές». Απέναντι στην επιθυμία της να μιλήσει για τον ηλεκτρισμό που έβαζαν στο σώμα της, η επιθετική επιμονή του να κάνουν μια «κανονική» συνομιλία, ας μιλήσουν για τον καιρό, τέτοια απλά πράγματα!
Η Μέιμπλ σηκώθηκε και με ευγένεια τους ζήτησε
να φύγουν γιατί ήθελε να πάει στο κρεβάτι με τον Νικ κι αυτός την μάλωσε
για άλλη μια φορά: «Πρόσεχε την γλώσσα σου, μην αφήνεις τον εαυτό σου
να ξεφύγει!». Εκείνη ζήτησε από τον πατέρα της να την υποστηρίξει,
stand up for her, κι αυτός δεν κατάλαβε κι απλώς σηκώθηκε. Εκείνη
επέμεινε κι αυτός αμήχανα της «δεν ξέρω τι θέλεις να κάνω», κι έμεινε να
την κοιτάζει στενοχωρημένος. Τότε, επιβεβαιωμένα μόνη, έβγαλε τον άλλο
της εαυτό. Το έδαφος δεν την χωρούσε και ανέβηκε στον καναπέ, τα λόγια
δεν αρκούσαν και ανέλαβαν τα χέρια. Οι καλεσμένοι είδαν αρκετά και
έπρεπε να φύγουν. Το άγριο ξέσπασμα, ο αυτοτραυματισμός, το γάντζωμα των
παιδιών πάνω της, το δυνατό χαστούκι του Νικ που την επέστρεψε στα
κανονικά και τα πρέποντα. Ήταν και η ώρα τα παιδιά να πάνε για ύπνο και
στην φράση του ενός γιου πως ανησυχεί για αυτήν, τον διαβεβαίωσε πως δεν
χρειάζεται γιατί «είναι μεγάλη». Ύστερα ο Νικ κάλυψε την πληγή της μ’
ένα επίθεμα, μάζεψαν το τραπέζι, έβαλαν τα ποτήρια στο νεροχύτη, έβγαλαν
τα μαξιλάρια από τον καναπέ - κρεβάτι και ετοιμάστηκαν για ξαπλώσουν. Η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί; Δεν
υπήρχε χρόνος για τις ιδιαιτερότητες του καθενός όταν η ανατροφή των
παιδιών και οι δουλειές έτρεχαν; Τίποτα δεν θα άλλαζε αλλά αρκούσε η
αγάπη, ο έρωτας και η προσπάθεια; Ήλπιζαν πως θα άλλαζαν όλα αλλά την
άλλη μέρα;