Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}

XLI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 31: Οι στιγμιαίες



Σ’ ένα από τα πολλά μου 1975 με έλεγαν Cosmo Vitelli και είχα ένα νάιτ κλαμπ στην Sunset Strip του Λος Άντζελες. Στην σκηνή του ανέβαιναν εκείνες που αποκαλούσα «κορίτσια μου» και «οικογένειά μου», γυναίκες με ρούχα που αποκάλυπταν ποικίλα ποσοστά γυμνότητας. Οι κατά κόσμον De Lovelies προλογίζονταν και ανταποκρίνονταν στους αυτοσχέδιους μονολόγους του Mr. Sophistication, ενός κονφερασιέ που φιλοσοφούσε για την ζωή και τον έρωτα μ’ έναν θεατρικό, σχεδόν αλλόκοτο τρόπο. Αφιέρωνα πολύ χρόνο στον σχεδιασμό και στις χορογραφίες γιατί ενδιαφερόμουν βαθιά για την τέχνη που μπορεί να δημιουργηθεί στη σκηνή ενός ερωτικού κλαμπ· οι πελάτες, αντίθετα, νοιάζονταν μόνο για τα αποκαλυπτήρια των σωμάτων και εκδήλωναν με φωνές την αδημονία τους. Εγώ επέμενα να τους δείχνω πως ακόμα και οι στιγμές πριν το γδύσιμο αποτελούν ιδανικό χώρο λόγου και τέχνης. Αλήθεια: τα νούμερά μου ήταν πραγματικές καλλιτεχνικές εκφράσεις και όχι γεμίσματα ανάμεσα στις γυμναστικές επιδείξεις των επιδέξιων θηλυκών μου.

Για επτά χρόνια είχα ένα μεγάλο χρέος από τζόγο και τελικά κατάφερα να το ξεπληρώσω. Την ίδια μέρα προσκάλεσα τις πιο αγαπημένες μου χορεύτριες, την φιλενάδα μου Ρέιτσελ, την Μαργκό, και την Σέρυ, για να γιορτάσουμε την ελευθερία μου. Πέρασα να τις πάρω με μια λιμουζίνα γιατί ήξερα πως θα ενθουσιαστούν και τους ζήτησα να με συντροφεύσουν σε μια παρτίδα πόκερ. Ήθελα η βραδιά να τα έχει όλα: την ελευθερία μου, τα χαμόγελά τους και το μεγάλο ρίσκο. Χωρίς να το καταλάβω σηκώθηκα από το τραπέζι χρεωμένος με μερικές χιλιάδες δολάρια. Εκείνες που ήθελα να με δουν κυρίαρχο του παιγνίου κατέληξαν μάρτυρες της ήττας μου. Οι συμπαίκτες μού έδωσαν και υπέγραψα τις φόρμες υπ’ αρ. 117 και 23. Δεν τις διάβασα αλλά φανταζόμουν τι περιείχαν. Είχα επιστρέψει στην αιχμαλωσία. Γύρισα τα κορίτσια στο σπίτι τους ενώ προσπαθούσα να διώξω το σκοτάδι από το πρόσωπό μου. Όλα ήταν υπό έλεγχο, επέμενα να πιστεύω.

Μετά κάθισα σε μια καφετέρια για να σκεφτώ. Με σέρβιρε μια ξανθωπή γυναίκα (θαρραλέα μέσα στην συνεσταλμένη ομορφιά της) και μου ζήτησε να της δώσω μια ευκαιρία να μου δείξει τον χορό της, ώστε να δουλέψει στο κλαμπ. Την συνόδευσα απρόθυμα στο μαγαζί και κατεβήκαμε στο καπνισμένο υπόγειο που βοούσε από την σιωπή, σα να μην μπορούσε να συνηθίσει την απουσία των φωνών που το κατέκλυζαν κάθε βράδυ. Η γυναίκα κρύφτηκε στις κουίντες και ξεπρόβαλε με λευκό φόρεμα, ξυπόλητη. Χόρευε μ’ έναν δικό της τρόπο, αισθαντικό και άγαρμπο μαζί. Ο φακός μου εστίαζε στα γυμνά της πόδια, όπως διέγραφαν σχέδια μιας δικής της ζωγραφικής. Έτσι όπως τύλιγα τα μάτια μου αποκλειστικά γύρω τους όλα εξαφανίστηκαν – το άγχος, το αναπότρεπτο παρελθόν, το δυσοίωνο μέλλον. Η μορφή της απορρόφησε τα πάντα, η αθωότητά της έκανε σκόνη τον άθλιο κόσμο. Υπήρχαμε μόνο εμείς, μια άσπιλη ψυχή έτοιμη να βαπτιστεί στα Φώτα του πάλκου κι ένας πρόθυμος μυητής, αισιόδοξος ξανά. Η τελετή διακόπηκε βίαια από τον ήχο των τακουνιών της Ρέιτσελ, που ερχόταν να δει αν είμαι καλά και έπεφτε πάνω σε παράσταση για μια χορεύτρια και έναν θεατή. Ακολούθησε μια μεγαλοπρεπέστατη σκηνή ζήλειας και η νεαρή γυναίκα έφυγε τρομαγμένη, με τα ρούχα στα χέρια. Ξάπλωσα την Ρέιτσελ και της έφερα από το φαρμακείο-μπαρ το κατάλληλο λικέρ. Απέστρεψε το κεφάλι της αλλά το έρευσα ευλαβικά στα σφραγισμένα της χείλη, σε μια ακόμα βιασμένη εκδήλωση αγάπης, από τις μόνες που γνώριζα.

Την επόμενη μέρα ένας από τους πιστωτές με επισκέφτηκε στο κλαμπ και μου πρότεινε την διαγραφή του χρέους με αντάλλαγμα την δολοφονία ενός Κινέζου μπούκερ. Μου έδωσε ένα όπλο, ένα αμάξι και μια διεύθυνση, με τρόπο που σήμαινε πως δεν είχα δικαίωμα να αρνηθώ. Με προέτρεψε μάλιστα να σκίσω την απόδειξη οφειλής ως επισφράγιση της συμφωνίας. Θα μπορούσα ποτέ να κάνω τέτοιο; Κινήθηκα σαν υπνωτισμένος, όπως κάποιοι συνηθίζουμε σε ανάλογες οριακές στιγμές, αφήνοντας να με οδηγήσει το ρεύμα των πραγμάτων. Βγήκα βράδυ στον Hollywood Freeway που μαύριζε μπροστά μου, φωτισμένος μόνο από τα πίσω φώτα των αυτοκινήτων. Μ’ έπιασε λάστιχο, παράτησα το αμάξι στην άκρη και μπήκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο για να ζητήσω ταξί και να πάρω στο κλαμπ. Ρώτησα τον μπάρμαν ποιο νούμερο παίζει εκείνη την στιγμή αλλά δεν ήξερε. Εκνευρίστηκα, δοκίμαζα τρόπους να μάθω, τον ρώτησα αν ακουγόταν το Im so lonesome I could cry ή κάποιο άλλο τραγούδι. Δεν είχε σημασία τι πήγαινα να κάνω· η καρδιά μου ήταν εκεί. Μετά σταμάτησα σ’ ένα μπαρ, για την ζωτική συνομιλία με έναν μπάρμαν και μια γυναίκα, οποιαδήποτε γυναίκα. Τελικά έφερα εις πέρας την υποχρέωσή μου και διέφυγα, όχι χωρίς μια ξώφαλτση σφαίρα εντός μου.

«Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976) «Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων» (John Cassavetes, 1976)

 

 


Πήρα ένα νυχτερινό λεωφορείο, άλλαξα δυο ταξί κι έφτασα ως το σπίτι της Ρέιτσελ προτού καταρρεύσω στο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκα στην θαλπωρή του σπιτιού της γυναίκας με την οποία ήμουν ερωτευμένος και της μητέρας της, Μπέτυ, που αγαπούσα με έναν άλλο, παράξενο τρόπο. Η Μπέτυ επέμενε να με δει κάποιος γιατρός, αλλά μου ήταν αδύνατο να μείνω μακριά από το κλάμπ. Όσο κι αν τα καταφύγια μας προστατεύουν, η καρδιά ζητάει την επιστροφή στον τόπο του παλμού της. Ακόμα κι εκεί τα κορίτσια γνώριζαν προσπάθησαν να με πείσουν να φύγω. Δεν θυμάμαι αν ήταν την ίδια ή την επόμενη ημέρα όταν πληροφορήθηκα πως κάποιος ζήτησε να με δει σ’ ένα άδειο υπόγειο γκαράζ· ήταν ένας από εκείνους και μου ομολόγησε πως ήμουν πλέον ανεπιθύμητος εφόσον δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο έγκλημα κι έτσι αποφάσισαν να με ξεκάνουν. Προθυμοποιήθηκε να με προστατεύσει, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να με φέρει σε ορατό σημείο για κάποιον κρυμμένο σκοπευτή. Πώς να μην χρησιμοποιήσω το περίστροφο και πάνω του; Ο «σωτήρας» μου κατάφερε να διαφύγει.

Έπλεα πλέον σ’ έναν ωκεανό που έλπιζα να κατευνάσω. Έσπευσα ξανά στο σπίτι της Μπέτυ. Άρχισα να της μιλάω για τα παιδικά μου χρόνια και για μνήμες που ζητούσαν ακρόαση, αλλά εκείνη ήταν απερίφραστη: αν δεν δεχόμουν να πάω στο νοσοκομείο, έπρεπε να φύγω από το σπίτι της γιατί ήμουν πια πρόσωπο που σήμαινε απειλή, σώμα που αποτελούσε κίνδυνο. Το σπίτι τους δεν ήταν πια η ζεστή μήτρα που μύριζε γυναικεία παρουσία και οικιακή ασφάλεια. Δεν μου έμενε παρά να γυρίσω στο μαγαζί, τον τελευταίο εναπομείναντα παράδεισο.

Να ’μαι εκεί που ανήκω, να διασχίζω τα μπλε και φούξια φώτα και την αιώνια κάπνα των καταγωγίων. Πρώτα μπήκα στα καμαρίνια για να συνομιλήσω με τους διασκεδαστές του κοινού μου. Τους είπα πώς κάθε πρόσωπο έχει τις δικές του αλήθειες και την δική του αίσθηση ευτυχίας και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα να προσφέρουν τις θεατρικές τους περσόνες στους θεατές ώστε να αισθανθούν πως αποδρούν από τους εαυτούς τους και γίνονται κάποιοι άλλοι. Ήταν λες και αποζητούσα ταυτόχρονα να παραμείνω ο εαυτός μου και να γίνω κάποιος άλλος. Στη συνέχεια ανέβηκα στη σκηνή για να ενημερώσω τους θεατές πως καθυστερήσαμε επειδή η Ρέιτσελ έφυγε και εξομολογήθηκα πως την αγαπούσα. Ό,τι δεν μπορούσα να της πω κατά πρόσωπο το είπα δημόσια, στους πιστούς θαμώνες. Και συνέχισα: «Λένε πως τα πάντα είναι σεξ, αλλά εδώ σας δίνουμε παραπάνω από αυτό». Στην σκηνή παιζόταν το I Cant Give You Anything but Love – τι άλλο μπορεί να ανταλλάζει κανείς στην ζωή του;

Ύστερα βγήκα έξω, όπως τόσες άλλες φορές, στο έρημο πεζοδρόμιο. Μπροστά μου ο σκοτεινός δρόμος και τα περαστικά αυτοκίνητα, πίσω μου οι χρωματιστές επιγραφές, οι χάρτινες γυναίκες, οι φωτισμένες υποσχέσεις. Αυτή συνήθιζε να είναι η απόλυτη στιγμή της ύπαρξής μου: στην είσοδο ενός αχνιστού κόσμου, επί της υποδοχής άρχοντας ενός βασιλείου των βλεμμάτων, λειτουργός των λιβιδικών αισθήσεων μοναχικών πιστών. Όμως τώρα κάτι είχε αλλάξει οριστικά και για πάντα – ίσως το αίμα που έτρεχε από την πληγή κι έβαφε το χέρι μου. Δεν θα ακολουθούσε καμία διαφυγή μου και καμία τιμωρία των κακών. Στο δικό μου σινεμά όλα γίνονταν όπως στην ζωή. Μέσα η παράσταση είχε μόλις αρχίσει.

Υπήρξα λοιπόν ένας τυπικός χαρακτήρας ταινιών του Τζον Κασσαβέτη. Ένας αντι-ήρωας που ήθελε να είναι ανεξάρτητος αλλά ήταν πολλαπλά εξαρτημένος - από τον τζόγο, το ποτό, τις γυναίκες, μια γυναίκα, την εμμονή της καλής τέχνης, την άγνοια της πραγματικότητας και τελικά από τον υπόκοσμο και την επεκτατική του επικράτεια. Ιδίως οι ατέλειωτες συναντήσεις και αντιπαραθέσεις με την συμμορία λες και αντανακλούσαν τις μαραθώνιες συνεδριάσεις του Κασσαβέτη με τους παράγοντες της κινηματογραφικής βιομηχανίας που τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει τα οράματά του. Εμείς που θέλαμε απλώς να δημιουργήσουμε, βρίσκαμε μπροστά μας τους διακόπτες των ονείρων μας. Ο αυτόφωτος επιχειρηματίας ενός μικρού καμπαρέ με καλλιτεχνικές αξιώσεις, που από την Νέα Υόρκη έφτασε στην Δυτική Ακτή και δεν ζητούσε τίποτα παραπάνω από το να αφεθεί μόνος του να λειτουργεί το νάιτ κλαμπ του αλλά βρέθηκε σφηνωμένος στην τεράστια αλυσίδα της παρανομίας, κι ο σκηνοθέτης μου.

Ως δεινός κασσαβετικός μιλούσα συνεχώς, σα να γνώριζα πως μέσα από τις ακατάπαυστες λέξεις, δεν μπορεί, θα πέσω πάνω στην αλήθεια. Εκείνος έντυσε όλη την ταινία πάνω μου γιατί υπήρξα φίλος του, έμπιστος υποκριτής και πρόθυμος μείκτης της ζωής μου με την ζωή του Κόσμο. Έτσι κάναμε πάντα όλοι εμείς οι φίλτατοι φιλμικοί του κομήτες: όπως φιλοσοφούσαμε για την ζωή ζώντας, έτσι κάναμε και για την υποκριτική φτιάχνοντας ταινίες - έμπρακτοι φιλόσοφοι των πλατώ, ερευνητές τρόπων επί τόπου και επί τω έργω. Ακόμα κι αν οι ιστορίες μας έχασκαν χάσματα ή έχαναν νοήματα, ο τρόποι της αφήγησης και της υποκριτικής μας είχαν.

Όταν η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους, στην αρχική κόπια των 135 λεπτών η αποτυχία ήταν παταγώδης. Κάποιος έγραψε πως είδε τον σκηνοθέτη να περπατάει μόνος του ένα βράδυ και να χώνεται στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπροστά του, σα να ήταν προέκταση της ταινία του. Δυο χρόνια μετά, αφαιρέθηκαν 27 λεπτά από τις σκηνικές παρλάτες και το φιλμ ξαναβγήκε εκεί που ανήκε. Σήμερα τουλάχιστον ένας άνθρωπος την βλέπει και την ξαναβλέπει γιατί στο πρόσωπο του Κόσμο βλέπει την δική του εις πείσμα των πάντων εμμονή.

Ίσως υπήρξα συμπαθής για το μόνιμο μειδίαμά μου, το έκπληκτο βλέμμα μου απέναντι στα πάντα, την ιδέα μου να συνδυάσω ένα στριπ/πιπ σώου για διψασμένους ηδονοβλεψίες με ένα παρισινό μπουρλέσκ, το γεγονός ότι ακόμα και στον κόσμο που είχα πλάσει παρέμενα δευτερεύων για τους άλλους, σαν το αναπόφευκτο μέλος της συντροφιάς, πράγμα ολοφάνερο σε στιγμές όπως όταν πασχίζω να διηγηθώ ένα ανέκδοτο στα κορίτσια μέσα στο καμαρίνι τους, αλλά συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους και με διακόπτουν, αδιάφορα για την ιστορία, πόσο μάλλον για το τέλος της· σημείο που μνημειώνει ο Αχιλλέας Κυριακίδης μέσα στο Φωτεινό του σκοτάδι – ακόμα και για την αναφορά σ’ ένα βιβλίο του, άξιζε ο κόπος.

Χρεωμένος και κυνηγημένος από δανειστές, δολοφόνος δυο διεφθαρμένων υποκοσμικών και αρνητής της επίμονης πραγματικότητας ή έστω επιβάτης του δρομολογίου που ορίζει η ίδια η ζωή, αποκλειστική οδηγός του, στο τέλος δεν είχε σημασία αν ξεψυχούσα στο πεζοδρόμιο, με αφάνιζαν οι κυνηγοί, με συλλάμβανε η αστυνομία ή γλίτωνα φεύγοντας μακριά, σε κάποια άλλη πολιτεία, να βρω ξανά κάποιον υπόγειο παράδεισο και μια υπέργεια μήτρα. Δεν είχα παρά ένα πλάνο, όπως ο ίδιος ο Μπεν Γκαζάρα, που ευχαρίστως υπεξαίρεσα ως Κόσμο Βιτέλλι, είπε σε μια συνέντευξη: Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν – συμπεριλαμβανομένου και εμού. Δεν ξέρουν τι θέλουν ή τι αισθάνονται. Μόνο στις ταινίες ξέρουν τα προβλήματά τους και κάνουν σχέδια για την λύση τους. Το δικό μου σχέδιο ήταν ένα: το σώου πρέπει να συνεχίσει.

Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε η στιγμή και η γυναίκα της: εκείνη που με την αυτοσχέδια χορογραφία των γυμνών της ποδιών ήρθε αθώα και διαθέσιμη να γίνει έργο τέχνης στην προσωπική μου έκθεση. Κι αυτό ήταν το υπέρτατο στοιχείο ταύτισης με τον Κόσμο, προτού επιστρέψω στον δικό μου κόσμο. Θυμήθηκα μια προς μια όλες τις φορές που, παρά το μαύρο σκέπαστρο που πήγαινε να καλύψει την ζωή μου, αγαλλίασα και μόνο με την όψη δυο γυμνών ποδιών που επανέφεραν την ομορφιά της: όταν κάτω από την αφόρητη πίεση ενός επαγγέλματος βγήκα στον δρόμο για να ανασάνω και πέρασε μπροστά μου μια γυναίκα με δάχτυλα ποδιών που έμοιαζαν με εκείνα των έργων προραφαηλιτικής τέχνης· όταν συντετριμμένος από έναν χωρισμό διέκρινα άλλα δάχτυλα να κυματίζουν μέσα στην πρωινή δροσιά (ή αυτά την προκαλούσαν;)· όταν έντρομος μπροστά στο χείλος μιας οικονομικής καταστροφής φωτίστηκα από δυο κατάλευκα πέλματα που στην χειμωνιάτικη λιακάδα ξεπρόβαλλαν από τα κάγκελα ενός μπαλκονιού· ακόμα κι όταν βγήκα από ιατρείο με έναν φάκελο που προσομοίαζε με σχέδιο δραματικού μυθιστορήματος και είδα μια κοπέλα με τα πρώτα πέδιλα της πρώιμης καλοκαιρίας ενός Απριλίου. Και πόσες άλλες φορές, υπό το βάρος θλίψεων που δεν λείπουν από κανέναν ατομικό κατάλογο, αλάφρωσα από το φορτωμένο παρόν, που όταν μετά ξανασήκωσα έμοιαζε υποφερτό, ακόμα και μεταβλητό.



{Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: The killing of a chinese bookie (John Cassavetes, 1976). Η γυναίκα: Άγνωστη.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: