«Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε, η τέχνη και η ποίηση μας βοηθούνε να πεθάνουμε» θα έγραφε ο Νίκος Εγγονόπουλος, στο ολιγόστιχο ποίημά του για το θάνατο του Λόρκα το 1936. Ο ίδιος ο Λόρκα θα συγκλόνιζε λίγο νωρίτερα με το δικό του θρήνο για το θάνατο του φίλου του και ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάτσεθ Μεχίας στην αρένα: «Πέντε η ώρα που βραδιάζει. Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!» Ο τίτλος του ντοκιμαντέρ του Αλμπέρτο Σέρα, Τardes Soledad, «Απογεύματα μοναξιάς» μάλλον συνειδητά τραβάει μια ευθεία γραμμή με «την ώρα που βραδιάζει» του Λόρκα και εκείνη την απέραντη μοναξιά του θανάτου που «σταματάει όλα τα ρολόγια». Προϊδεάζει έτσι τον πιθανό θεατή για την ποιητική και μεταφυσική διάσταση του ντοκιμαντέρ του που ακολουθεί τον νεαρό ταυρομάχο και θρύλο της σύγχρονης ταυρομαχίας Αντρές Ρόκα Ρέι, ενώ αποφεύγει να ασχοληθεί με τη διάσταση των ταυρομαχιών ως μια βιομηχανία θεάματος.
Ο Αλμπέρτο Σέρρα δεν υπήρξε κατά τη διάρκεια της ζωής του φανατικός των ταυρομαχίων, και η σχέση του με αυτές, κατά αντιστοιχία με τον Λόρκα και τον Ιγνάθιο, ξεκίνησε όταν γνώρισε και έγινε φίλος με ένα ταυρομάχο που ανήκε στην περίφημη ομάδα του πολύ γνωστού στους σχετικούς κύκλους ταυρομάχου José Thomas. Από την εποχή του Λόρκα φυσικά τα πράγματα έχουν αλλάξει, οι ταυρομαχίες έχουν απαγορευθεί σε πολλές πόλεις της Ισπανίας και της Λατινικής Αμερικής, αν και αντιστέκονται ακόμα σε κάποια μέρη του κόσμου ως μέρος μια μακραίωνης παράδοσης. Το αφήγημα τους περί γενναιότητας και μετωπικής σύγκρουσης με το θάνατο έχει αλλάξει κατεύθυνση και έχει μετατραπεί για τη μεγαλύτερη πλειοψηφία σε ένα αφήγημα βαρβαρότητας, άνισης επίθεσης του ανθρώπου προς το ζώο και συχνά αμφισβητούμενων ορέξεων ενός κοινού που σπεύδει στις αρένες και χρυσοπληρώνει τις θέσεις του. Τι έχει απομείνει από αυτό το δαιμονοποιημένο πλέον τελετουργικό που ζητά από τον ταυρομάχο να αναμετρηθεί με το θάνατο και πετυχαίνει στις πλείστες περιπτώσεις θλιβερά το θάνατο του ταύρου; Τι σημασία έχει όμως και σε μια εποχή όπου η βιομηχανία παραγωγής κρέατος θεωρείται μεταξύ άλλων υπεύθυνη ακόμα και για την περιβαλλοντική ρύπανση και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Και σε αυτή την δεύτερη περίπτωση πολύ πιο στεγνά, το ζώο δεν έχει την ευκαιρία να κερδίσει τη μάχη στην αρένα, δεν υπάρχει βασικά μάχη, η βιομηχανία και ο άνθρωπος έχουν φροντίσει γι αυτό, ο θάνατος είναι διαδικασία και ο άνθρωπος δεν ριψοκινδυνεύει σε καμιά περίπτωση τη ζωή του στα πλαίσια αυτής.
Aπό τη στιγμή λοιπόν που θα διερωτηθείς αν θα δεις το ντοκιμαντέρ του Σέρα, μπορεί και να σε πιάσουν οι τύψεις και ο φόβος για το τι πας να παρακολουθήσεις σε ποια πλευρά εντάσσεσαι, παίρνεις άθελα θέση υπέρ τους επειδή πας να δεις ένα ντοκιμαντέρ για τις ταυρομαχίες. Ο φόβος και οι τύψεις φυσικά είναι συναισθήματα που μπορούν να μπλοκάρουν εύκολα την ελεύθερη σκέψη και την υγιή περιδιάβαση του συναισθήματος. Τι ζητά ο Σέρα από το θεατή του; Και ακόμα παραπέρα τι ζητά από τον ίδιο τον εαυτό του ως δημιουργό; Σε συνέντευξη του στο γαλλικό περιοδικό Cahier de Cinema ο σκηνοθέτης με σπουδές αρχικά στη φιλοσοφία απαντά πως κατά βάση, δεν έχει κάτι να πει, κινηματογραφεί για να βρει το θέμα του και στη συνέχεια όπως ο ίδιος καταλήγει να το «προδώσει». Ο Καταλανός σκηνοθέτης οδηγεί τον θεατή του κάτω στην αρένα με κοντινές λήψεις, τονίζοντας έτσι την αναμέτρηση του ανθρώπου με το ζώο, μια αναμέτρηση πρωτόγονη και μεταφυσική. Δεν θα δούμε στο κάδρο του παρά ελάχιστες λήψεις του κοινού που παρακολουθεί αν και θα ακούσουμε την βοή των επευφημιών τους . Ο Σέρα κινηματογραφεί πέντε ταυρομαχίες κάτι το οποίο εύκολα μπορεί να πέσει βαρύ στο μέσο θεατή. Ωστόσο υπάρχει διαβάθμιση και διαφοροποίηση που συμβάλει σε μια βαθύτερη κατανόηση των προκλήσεων και θεματικών που δείχνει να θέλει να διαπραγματευτεί.
Ο απόμακρος Αντρές Ρόκα Ρέι, κινηματογραφημένος μέσα από το φακό του Σέρα παραπέμπει σε ένα πρωτόγονο «τοπίο», όπου η ζωή και ο θάνατος μπορούν να αναμετρηθούν, ο άνθρωπος μοιάζει να αποκτηνώνεται για να εξοντώσει, ο ταύρος να εξανθρωπίζεται μέσα από την αγωνία του. Το αίμα ρέει μπροστά στη κάμερα του, οι εικόνες κατέχουν δύναμη, άγρια ομορφιά και αλήθεια, είναι ολοζώντανες και γι’ αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο να τις χωνέψει κανείς. Ο θεατής αντιστέκεται συχνά ψυχανεμίζεται, πως γίνεται κάτι βίαιο να ωραιοποιείται, πως μπορεί ο θάνατος να εμπεριέχει τόση ζωτικότητα. Αν ο ανδρικός περίγυρος του Ρόκα με τις κλασικές μάτσο ατάκες που ακούμε στο αυτοκίνητο από το ξενοδοχείο προς την αρένα, μοιάζει σχεδόν κωμικός, και γι αυτό τελικά ακίνδυνος, ο ίδιος δεν φαίνεται παρόν σε όλο τούτο το αρρενωπό λούσιμο διθυράμβου· πίσω από την φωτογένεια του, διατηρεί το μυστήριο του καλά προστατευμένο. Η κάμερα φυσικά έχει τα δικά της διαπεραστικά μάτια. Τον απασχολεί η μάχη του, γιατί τελικά υπήρξε τυχερός και είναι ακόμα ζωντανός, γιατί ο ταύρος επέμενε πεισματικά και ακούραστα, γιατί κόντευε να τον εξαντλήσει και να τον νικήσει. Ο ταύρος είναι το μόνο ζώο που επιμένει να μάχεται μπροστά στον κίνδυνο, ενώ η πλειοψηφία του ζωικού βασιλείου τρέχει ενστικτωδώς να διαφύγει. Ο Ρόκα μιλά στην ουσία μόνος του στο αυτοκίνητο, ο περίγυρος συνεχίζει το ποιηματάκι του, σε ένα επαναλαμβανόμενο χορό διασταυρωμένων μονολόγων. Ο Ρόκα σε ένα ακόμα μοναχικό απόγευμα, βρίσκεται χαμένος στα λούσα και στα μπιχλιμπίδια της στολής του, λεκιασμένα με το κόκκινο αίμα, το δικό του και του ταύρου του, στην ελευθερία του να ρισκάρει τη ζωή του στο 15λεπτο μιας ταυρομαχίας, συμμετέχοντας σε μια μάχη σώμα με σώμα, αίμα με αίμα, άνισα αναμφίβολα, μα άνισα δεν είναι πάντα μέχρι τη στιγμή που το ζώο και η φύση παίρνουν την εκδίκηση τους.
Είναι σαφές ότι ο Αλμπέρτο Σέρα εντάσσεται σε ένα σινεμά arthouse παραγωγών· αν και οι κινηματογραφικές του εγγραφές, θυμίζουν και συγκρίνονται συχνά με το σινεμά του Παζολίνι λόγω της σωματικότητας και της βίας που εξασκείται σε αυτήν, είναι ενδιαφέρον να επιχειρήσει κανείς και πιο αντιφατικές συγκρίσεις. Ο Μίκαελ Χάνεκε στο «Benny s Video» σχολιάζει με ακραία ψυχρό τρόπο, τη νοσηρότητα της οθόνης και αυτήν του κάθε λογής αφιλτράριστου «θεάματος» που αιωρείται σήμερα σε ένα cloud αρκεί να το αναζητήσουμε και να το πληκτρολογήσουμε. Όταν ο Βenny παρακολουθεί ανέκφραστα την εκτέλεση ενός γουρουνιού με το βιομηχανικό όπλο στη φάρμα των γονιών του ―πράξη την οποία αργότερα θα μιμηθεί και ο ίδιος, χαμένος και ανίκανος για κάθε διάκριση― ο γνωστός για την ωμότητα του Αυστριακός δημιουργός, δεν διστάζει να σοκάρει επαναφέροντας μας στα δεδομένα της δικής μας καπιταλιστικής φούσκας .Όλα είναι γρήγορα, το αίμα δεν φαίνεται πουθενά, δεν αναβλύζει, δεν προκαλεί, ο θάνατος είναι ήδη νικητής, έχει την ξηρότητα και την σκληρότητα που ο καταναλωτισμός του επιβάλλει. Ο έφηβος παρακολουθεί, δεν συμμετέχει, μπορεί να αλλάζει το ρυθμό και το χρόνο, να παραμετροποιεί, να επιβραδύνει και να επιταχύνει, θεατής και αμέτοχος από την άνεση του δικού του δωματίου, παρακολουθεί ένα γρήγορο και ίσως πολύ πιο άνισο θάνατο από αυτόν της ταυρομαχίας. Τελικά θα διερωτηθεί κανείς είναι όλα εντάξει όσο το ζώο καταφθάνει αμπαλαρισμένο στο ψυγείο μας; Ο Χάνεκε σε αντιδιαμετρικά αντίθετη προσέγγιση με τον Σέρα που υπερβάλλει στην ανάδειξη του χρώματος, μένει σε μια άχρωμη παλέτα, χωρίς βιμπράτο, μια εφηβεία ασθενική που γαλουχείται μπροστά στην παντοδύναμη οθόνη, στην ομοιογένεια της εικόνας που πολτοποιεί τα πάντα, στην άνεση της απόστασης που μετατρέπεται σε σήψη. Και η μοναξιά του εφηβικού δωματίου του Μπένι το οποίο κανείς δεν ενδιαφέρεται να επισκεφθεί, μοιάζει το ίδιο ίσως και πιο επικίνδυνη από αυτήν του Ρόκα Ρέι, έστω κι αν ο δεύτερος βρίσκεται στην λάθος πλευρά της ιστορίας.
Όχι δεν αλλάζεις γνώμη για τις ταυρομαχίες βλέποντας το ντοκιμαντέρ του Σέρα, ο ίδιος δεν στοχεύει εξάλλου σε αυτό. Αν είσαι υπέρ της κατάργησής τους θα παραμείνεις υπέρ, σου έχει δώσει κάμποσες αφορμές να κουραστείς με το προφίλ του «ατρόμητου» αρρενωπού άντρα, και να μπουχτίσεις με την βία, αν πάλι ανήκεις στη μειοψηφία του να είσαι υπέρ της διατήρησης τους, θα βρεις επίσης την ομορφιά αυτής της παράδοσης στη κάμερα του Σέρα. Η εξερεύνηση της αλήθειας όμως ενός τέτοιου τελετουργικού περνάει στο πετσί σου μέσα από αυτό το ντοκιμαντέρ, και η αλήθεια είναι πολύπλοκη και όχι απαραίτητα τόσο πολωμένη στην απλοϊκή δυικότητα του σωστού και του λάθους τα οποία όλοι συχνά επικαλούμαστε επισφαλώς. Οι ταυρομαχίες μάλλον θα εκλείψουν σύντομα, το αφήγημα τους δεν ταιριάζει στην εποχή μας και πολλοί θα πούμε ευτυχώς. Η κάθε εποχή έχει το καθήκον της και την ηθική της, και η δική μας μοιάζει να έχει πιο πολύ ανάγκη την κατάργηση παρά την επανεκτίμηση, ίσως γιατί τα τραύματα είναι νωπά, και ο πόνος έχει γίνει πλέον ανυπόφορος, ίσως γιατί οι απόλυτες θέσεις είναι πάντα το πρώτο βήμα. Όταν ο θυμός περάσει, όταν ακυρώσουμε μακραίωνες παραδόσεις και οι πληγές που αυτές έχουν προκαλέσει θα έχουν ξεκινήσει να επουλώνονται, μόνο τότε κανείς θα είναι σε θέση να επανεκτιμήσει. Τι κενά έχει αφήσει η κατάργηση σωρηδόν παραδόσεων; O στόχος δεν θα είναι να τις επαναφέρει κανείς ως αυτούσιες και απαράλλαχτες, μα να διηθήσει την αλήθεια και την σοφία τους που μέχρι τότε θα έχουν κατακρεουργηθεί απρόσεχτα στον κυκεώνα όλων των νεωτερισμών. Τα «Απομεσήμερα μοναξιάς» θα εντάσσονται ίσως στα έργα που θα μπορούν να συνεισφέρουν σε αυτή την επανεκτίμηση. Σήμερα είναι ακόμα νωρίς, γιατί η επανεκτίμηση, διαδικασία πολύ πιο πολύπλοκη από το δυισμού του σωστού και του λάθους δεν μπορεί ίσως να υπηρετήσει τις τρέχουσες και επείγουσες ανάγκες της κοινωνίας… Οι άνθρωποι όμως δεν αλλάζουν στάσεις, πεποιθήσεις και ψήφους επειδή τους αποδείξαμε ότι έχουν λάθος ή σωστό, η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι ποτέ τόσο καθαρή και συγυρισμένη. Ίσως οι άνθρωποι αλλάζουν όταν μπορούμε να κατανοήσουμε τη δόση αλήθειας που μπορεί να βρίσκεται πίσω από τις πράξεις τους, και σε τούτη την κατανόηση ο Σέρα θα έχει προσθέσει ένα λιθαράκι. Όταν θα κλείνει και η τελευταία αρένα, κάτι που ίσως οι πιο πολλοί από μας το ευχόμαστε ας μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια τους οπαδούς της, όχι με υπερηφάνεια και ανωτερότητα αλλά με κατανόηση για την αλήθεια τους, ας την κατανοήσουμε βαθύτερα για να την μεταφυτέψουμε σε κάτι νέο, παρά να την υποτιμήσουμε γρήγορα ως παντογνώστες του νέου, γιατί αλλιώς μάτια φασιστικά και πολύ πιο επικίνδυνα καραδοκούν στη γωνία για να δώσουν παρηγοριά και αλίμονο…