Ρώμη, εποχή του ’50. Στην ταινία “Totò e i re di Roma” (1952), σε σκηνοθεσία των αδελφών Mario και Steno Monicelli, ο Totò ενσαρκώνει τον Ercole Pappalardo, ταπεινό υπάλληλο του Υπουργείου που αναμένει εναγωνίως την πολυπόθητη προαγωγή σε αρχι-αρχειοφύλακα, προαγωγή που θα του επιτρέψει να θρέψει έξι στόματα και συνακόλουθα ν’ αποκτήσει τον τίτλο του “Cavaliere della Repubblica” (ο τίτλος βέβαια δεν …τρώγεται, προσδίδει όμως κάποιο απροσδιόριστο κύρος…). Σε μια άκρως χαρακτηριστική σκηνή οικογενειακού δείπνου ο παθιασμένος αυτός …κυνηγός του τίτλου μοιράζει ένα αβγό στα επτά —εμείς θα λέγαμε «το φασόλι στα τέσσερα». Σαν να μην έφταναν όμως αυτά του τα βάσανα, ένα βράδυ, στο θέατρο, εξαιτίας ενός ηχηρού ενοχλητικού φτερνίσματος, μπαίνει στο μάτι του Υπουργού που θα αρχίσει να του κάνει την ζωή κόλαση…
Καθώς εκδιπλώνεται η ταινία αποκαλύπτεται σταδιακά το κρυφό δράμα του υπαλλήλου: o Ercole δεν γνωρίζει τίποτε, δεν διαθέτει ούτε τις στοιχειώδεις γνώσεις δημοτικού ούτε βέβαια κατέχει τον παραμικρό τίτλο σπουδών· διορίστηκε στο δημόσιο χάρη στην μεσολάβηση ενός εξαδέλφου του στρατιωτικού. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διατηρήσει την αξιοζήλευτη θέση του ο Ercole είναι υποχρεωμένος να δώσει εξετάσεις επιπέδου …δημοτικού. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθει αντιμέτωπος είναι ο Palocco. Ο Alberto Sordi υποδύεται εδώ έξοχα τον υπερόπτη, αντιπαθητικό κι αδιόρθωτο καθηγητή που βομβαρδίζει με «ερωτησούλες» (ποια η πιο μεγάλη λίμνη της Ιταλίας, πού πέθανε ο Garibaldi, ποιο το όνομα ενός παχύδερμου) τον αδαή υποψήφιο διορθώνοντας εν τέλει ο ίδιος —με περισσή αυταρέσκεια— τις ντροπιαστικά άστοχες απαντήσεις του εξεταζομένου.
Σε μια από τις πιο σπαρταριστές σκηνές της ιταλικής κωμωδίας ο Sordi — με την περισσή αυτοπεποίθηση και ειρωνεία του εξεταστή που προεδρεύει μιας μικρής επιτροπής— μάς κληροδοτεί την εξαίσια καρικατούρα του επηρμένου δασκάλου που απολαμβάνει ηδονικά —ξεκαρδιζόμενος στα γέλια— την κάθε αποτυχημένη απάντηση του εξεταζόμενου επιβεβαιώνοντας με υπέρμετρη ματαιοδοξία την ήδη κατεκτημένη από αυτόν γνώση. Η μαρτυρική κι άκρως εξευτελιστική εξέταση —ενώπιον μιας επιτροπής που προσπαθεί επανειλημμένα να τον (κρυφο)βοηθήσει— καθιστά πασιφανές πως ο αρχι-αρχειοφύλακας δεν κατέχει ούτε τις στοιχειώδεις γνώσεις γεωγραφίας, ιστορίας και ζωολογίας. Την ώρα εξάλλου που ο είρων κι αυτάρεσκος εξεταστής προφέρει το αμίμητο “Bocciato, senz’ altro bocciato!” («Κόβεστε, το δίχως άλλο κόβεστε!») απορρίπτοντας πλέον επίσημα την προαγωγή του υπαλλήλου και ρίχνοντάς τον στα τάρταρα της ανέχειας, ο Totò ευφυέστατα αντεπιτίθεται: είναι η σειρά του να «διδάξει» έμπρακτα στον μεγάλο και τρανό δάσκαλο Palocco την σημασία της λέξεως “pagliettone” (λέξη λαϊκή, που σημαίνει το ψηλό, επίσημο και σπουδαίο καπέλο, το “cappello a cilindro”, τελείως άγνωστη όμως στον σπουδαγμένο καθηγητή).
Η ταινία είναι η μοναδική στην οποία συναντιούνται κινηματογραφικά στην ίδια σκηνή ο Totò (Antonio De Curtis) και ο Alberto Sordi. Εμπνευσμένη από την ευφάνταστη σύμφυρση σε ενιαία υπόθεση δύο ξεχωριστών διάσημων μονόπρακτων του Άντον Τσέχωφ («Ο θάνατος ενός υπαλλήλου» και «Εξετάσεις για προαγωγή») λάμπει με σπάνιο κωμικό φως και με σάτιρα «χειρουργικής» ακρίβειας. Η παρωδία του Totò αγγίζει τα πάντα: από τους (μυθικούς) επτά βασιλείς της Ρώμης (τέσσερις Ρωμαίους και 3 Ετρούσκους μέχρι το 509 π.Χ.), από τους οποίους και εμπνέεται ο τίτλος της ταινίας μέχρι τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλωστε, σε τι χρησιμεύει σ’ έναν αρχειοθέτη που δεν τέλειωσε ούτε την πέμπτη δημοτικού κι έχει να θρέψει έξι στόματα το να γνωρίζει τα ονόματα των επτά βασιλέων της Ρώμης; Η αβυσσαλέα και σκανδαλώδης άγνοια ενός υπαλληλίσκου του δημοσίου που «έχει μαύρα μεσάνυχτα» στην ιστορία δεν ρίχνει καμία αξιόλογη σκιά επάνω στους ερίτιμους αρχαίους Ρωμαίους βασιλιάδες. Οι τελευταίοι στέκονται έτη φωτός μακριά από την αντίξοη καθημερινότητά ενός πάμπτωχου ανθρώπου που πασχίζει να τα βγάλει πέρα μέσα σ’ ένα δημοσιοϋπαλληλικό επάγγελμα που μαστίζεται από υποκρισία, δουλοπρέπεια και τερατώδη γραφειοκρατία. Ακόμη και το όνομα “Ercole” (Ηρακλής) αυτού του ανθρωπάκου είναι σκόπιμα επιλεγμένο· παρωδεί με υποδόριο και αλληγορικό τρόπο την απόλυτη κοινωνική αδυναμία της ύπαρξής του.