Δαντέλα από αράχνη

Δαντέλα από αράχνη


στη Θ.


Ζούσε σε μια μικρή μονοκατοικία, προίκα από την πλευρά της μάνας της που έφυγε πριν από χρόνια. Όλα τα παράθυρα ήταν σκεπασμένα από καταπράσινες αράχνες, το αγαπημένο φυτό της εκλιπούσας. Τα λεπτεπίλεπτα φυλλώματα αναρριχούνταν επεκτατικά και σκέπαζαν ακόμα και τη γωνιακή τζαμαρία στην ανατολική πλευρά του σπιτιού. Είχαν γίνει ένα είδος φίλτρου που μεσολαβούσε ανάμεσα στον κόσμο και τα μάτια της. Μια πράσινη αραχνοΰφαντη δαντέλα απλωμένη αδιάλειπτα στο οπτικό της πεδίο.

Εργαζόταν στην οδό Ευελπίδων, στο επιβλητικό κτήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών. Καθισμένη πίσω από έναν ξύλινο πάγκο με γκισέ, ένα ελάχιστο ξέσκεπο κουβούκλιο, πωλούσε τα μεγαρόσημα. Κάθε παραμικρή συναλλαγή με την υπηρεσία, κάθε φωτοτυπία καταστατικού, κάθε πράξη σύστασης ή λύσεως εταιρείας ή σωματείου, ακόμα και οι ταπεινές αιτήσεις -προκειμένου να επικυρωθεί η εγκυρότητά τους- έπρεπε να συνοδεύονται από ένα λαμπερό πορτοκαλί μεγαρόσημο, που διέθετε εκείνη, έναντι μικρού αντιτίμου.

Με μαύρη δαντέλα να στολίζει το στήθος της και χέρια πάντοτε περιποιημένα με διακριτικά μανόν, εξυπηρετούσε ασκούμενους δικηγόρους, νεαρές υπαλλήλους συμβολαιογράφων και απλούς πολίτες που πάσχιζαν να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους. Τοποθετούσε προσεκτικά τα κέρματα σε μικρές στοίβες ανάλογα με την αξία τους και εκτελούσε χρέη γραφείου πληροφοριών απαντώντας σε κάθε ερώτηση σχετικά με τα κατατόπια του αχανούς κτηρίου.

«Πού είναι παρακαλώ το γραφείο του δικαστικού κλητήρα;»

«Στον τρίτο. Γραφείο 38».

Ήταν οι πρώτες κουβέντες που αντάλλαξαν. Της άρεσε το σταθερό του βλέμμα.

Την επόμενη φορά αναζητούσε τη γραμματεία Πρωτοδικών και την επόμενη την αίθουσα Tύπου. Ήταν ασκούμενος δικηγόρος, πρωτοδιόριστος σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Ερχόταν όλο και πιο συχνά, αγόραζε μεγαρόσημα και της έπιανε την κουβέντα. Είχε βαθιά και λαμπερή φωνή, που θα ’θελε ν’ ακούει να προφέρει τ’ όνομά της. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος.

Στο πρώτο ραντεβού φόρεσε το καλό της φουστάνι κι έβαψε τα χείλια της με κατακόκκινο κραγιόν. Ακολούθησαν πολλά ακόμα. Της άρεσε να τον ακούει να μιλά για τις σπουδές και την καριέρα του, για βόλτες και ταξίδια, για όνειρα ένα σωρό. Εκείνη ελάχιστα μιλούσε, μονάχα άκουγε αχόρταγα και μελετούσε τις κινήσεις του, τις εκφράσεις του προσώπου, τον τόνο της φωνής του. Ήταν διακριτικός, ποτέ δε ρώτησε για τη ζωή της. Του είπε μόνο τα απαραίτητα· πως ζει μόνη στο σπίτι με τις αράχνες της μητέρας της.

Στο πρώτο τους ταξίδι τη ζήτησε σε γάμο. Χαμογέλασε ευγενικά και δεν απάντησε. Όταν ξανάρθε να την βρει στο κουβούκλιο τού έδωσε να υπογράψει μια καλογραμμένη αίτηση, συμπληρωμένη με τα πλήρη στοιχεία τους, ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό δελτίου ταυτότητας. Ο υπογράφων… αιτούμαι εις γάμου κοινωνίαν μετά της… Το πήρε γι’ αστείο, γέλασε και υπέγραψε. Έκοψε εκείνη ένα μεγαρόσημο απ’ την καρτέλα, το σάλιωσε και το κόλλησε στην αίτηση. Του γύρεψε έπειτα πενήντα λεπτά.

Από τότε δεν ξαναφάνηκε. Πλήρωσε η ίδια το αντίτιμο για να μην έχει έλλειμμα στο ταμείο και φύλαξε την αίτηση κάτω απ’ το στρώμα της.

Συνέχισε να φροντίζει τα φυτά ανάλογα με την εποχή· λίπανση, σκάλισμα, κλάδεμα. Κι έφτανε κάθε πρωί στην Ευελπίδων με περιποιημένα χέρια και μια μαύρη δαντέλα να στολίζει το στήθος της. Τελείωμα ενός σουτιέν ή κομμάτι μιας προσεκτικά επιλεγμένης μπλούζας, υπενθύμιζε ως αειθαλής σκιά το θαλερό τοπίο που συντηρούσαν ανελλιπώς τα αραχνάκια της μάνας της.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: