Τα πνεύματα των Χριστουγέννων

Τα  πνεύματα των Χριστουγέννων

Κάθε Χριστούγεννα, χρόνια τώρα, μια περίεργη ομάδα τριγυρνά στις ταραγμένες περιοχές της γης, πότε ορατή και πότε αόρατη αφήνοντας δώρα παράδοξα για μέρες γιορτινές. Τα Χριστούγεννα του 2025, βρέθηκαν στην άμοιρη Παλαιστίνη, μετά τράβηξαν για το Θιβέτ και την Μιανμάρ. Στην συνέχεια πέρασαν με τρόπο μαγικό στα χωριά των Ζαπατίστας, πέταξαν προς την Ουκρανία και, ανήμερα των Χριστουγέννων, βρέθηκαν στην Αθήνα.
Μπροστά πήγαιναν ο «Τσουμπ» και ο «Βάκουλα» του Gogol, ακολουθούσαν ο «Μολυβένιος στρατιώτης» και το «Κορίτσι με τα σπίρτα» του Andersen, o «Γιάννης ο Βλογημένος» του Κόντογλου, ο «Εμπενέιζερ Σκρουτζ» του Dickens, «η Νέλλη» και η «Μαλάνια Τιχόνοβνα» του Chekhov, η «Θειά-Αχτίτσα», η «Διαλεχτή», η «Θοδωριά» και ο «παπα-Φραγκούλης» του Παπαδιαμάντη, λίγο πιο πίσω «Το παιδί με το απλωμένο χέρι» και ο «Γιούλιαν Μαστάκοβιτς» του Dostoevsky, η «Παναγία» του Καρκαβίτσα, ο «Άσημος συγγραφέας» του Hoestlandt και «Τα φαντάσματα» του Lowndes» μαζί με το «Χριστουγεννιάτικο τέρας» της Krailing. Πιο πίσω γινόταν ένας χαμός. Κάτασπροι μονόκεροι των Χριστουγέννων έτρεχαν δεξιά και αριστερά, χιονάνθρωποι μετέφεραν ζαχαρωμένα σπιτάκια, βασιλοπούλες πανέμορφες τραγουδούσαν πάνω σε ελέφαντες, ξυλοκόποι κρατούσαν ελατάκια με κόκκινα σκουφιά, ενώ δεκάδες λυκάκια και καλικάντζαροι γυρόφερναν εδώ και εκεί παίζοντας πότε με τον Σποτ και πότε με τα αστεράκια που έλαμπαν πάνω στο μεγάλο χριστουγεννιάτικό δένδρο και κρατούσαν εναλλάξ, πότε η θεία Αχτίτσα και πότε το παιδί με το απλωμένο χέρι.
Ανήμερα των Χριστουγέννων η Αθήνα φαινόταν έρημη. Η πλατεία Συντάγματος ήταν περικυκλωμένη από αστυνόμους με κράνη, ασπίδες και γκλομπς.

«Τι είναι τούτοι;» αναρωτήθηκε ανήσυχος ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης όταν τους είδε από μακριά να έρχονται κι ενημέρωσε το κέντρο:

«Μεγάλη ομάδα, γυναίκες και άνδρες και διάφοροι παράξενα ντυμένοι σαν να είναι Απόκριες κρατούν ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δένδρο και μαζί με πολλά περίεργα ζώα πλησιάζουν στην πλατεία. Τραγουδούν και ψέλνουν σε διάφορες γλώσσες, ακαταλαβίστικες. Περιμένω εντολές».

«Αναλάβατε δράση, προχωρήστε σε αναγνώριση στοιχείων. Στέλνουμε ενισχύσεις» αποκρίθηκε το κέντρο.

Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης δεν πρόλαβε να τελειώσει τη συνομιλία με το κέντρο και η παράξενη ομάδα διέσχισε, λες και ήταν άυλη, τον κλοιό κι έστησε το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δένδρο στην πλατεία.
Τα λυκάκια γρύλιζαν, οι ελέφαντες σήκωναν επιδεικτικά την προβοσκίδα και τα δυο τους μπροστινά πόδια, τα φαντάσματα των Χριστουγέννων ούρλιαζαν, οι καλικάντζαροι χοροπηδούσαν προκλητικά γύρω από τους αστυνομικούς, οι ξυλοκόποι φύτευαν στις πλάκες τα έλατα με τα κόκκινα σκουφιά και οι μονόκεροι έτρεχαν ασταμάτητα ο ένας πίσω από τον άλλον, σχηματίζοντας ένα ζωντανό, κάτασπρο καρουζέλ, που περιστρεφόταν μαγευτικά κάτω από το φως του φεγγαριού της πόλης.
Οι αστυνόμοι απόμειναν σύξυλοι. Έκαναν να χτυπήσουν τα γκλομπς πάνω στις ασπίδες, αλλά ο χτύπος που ακουγόταν ήταν αστείος, μικρός και ασήμαντος. Προσπαθούσαν να προχωρήσουν συντονισμένα προς τα εμπρός, αλλά το μόνο που κατάφερναν ήταν ένα διαρκές σημειωτόν. Απελπισμένοι και φοβισμένοι, κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, ενώ στο κέντρο της πλατείας γινόταν πανδαιμόνιο από τραγούδια και χορούς.
Μετά από λίγο, η ομάδα, όπως ξαφνικά εμφανίστηκε, έτσι και χάθηκε. Στη βάση του μεγάλου χριστουγεννιάτικου δένδρου είχαν αφήσει τα δώρα τους: Πενήντα επτά κατάμαυρα κουτιά τυλιγμένα με κόκκινες αστραφτερές κορδέλες.
Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, πολύ αναστατωμένος και αμήχανος, ενημέρωσε αμέσως το κέντρο: «Άφησαν πενήντα επτά μαύρα ξύλινα κουτιά που μοιάζουν με οστεοφυλάκια κι εξαφανίστηκαν. Στην μπροστινή επιφάνεια κάθε κουτιού υπάρχει μια μικρή φωτογραφία κι ένα όνομα. Περιμένω επειγόντως εντολές».

[ Επεξεργασμένη μορφή κειμένου από το βιβλίο Μη φεύγεις, Ίνδικτος 2013 ]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: