Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης

Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης  και της  Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης




I said Eric Thucydides Vassily Grossman Proust Bela Lugosi Bela Tarr Vassilis Vassilikos Audre Lorde Ntozake Shange.
[Eva H. D., Jettison the Light]


α. Οι μνήμες δεν λένε να ξαποστάσουν, επανέρχονται στα ενύπνια, το κάθε όναρ (εδώ και δεκατέσσερις μήνες, ευλογημένους) είναι ψηφίδα έργου, στίχος ποιητικής σύνθεσης, παράγραφος μυθιστορήματος που συναρμολογείται ήδη από την αιθρία εκείνης της 19ης Σεπτεμβρίου του 2024, ημέρα Πέμπτη, στην Πλατεία Καραϊσκάκη, η τηλεσκοπική ματιά του Proust, συνδυαζόμενη με το zoom του βλέμματός μου σ᾽ έναν πάλλευκο αστράγαλο, να φανερώνει τον ορίζοντα ενός ανοίγματος στο είναι μου που οδηγεί στην αποδιάρθρωση της εγώτητας (Ichheit), ενώ ένα περιστέρι τριγυρίζει γλουγλουκίζοντας αλλόφρον σαν μονοπόδαρος γερομπεκρής, όπως έμελλε δύο ημερονύκτια μετά να μου πει εκείνη περιπαικτικά: σαν εσένα έκανε· ενώ πλέον είχα καταβυθιστεί στην ποιητικότητά της, ψαλμωδώντας με μαρσελπρουστική επαναληπτικότητα the lush sweetness of it. getting things done, τρώγοντας τραγανά αχλάδια, το ένα μετά το άλλο, και, φαντάσου!, έχουν παρέλθει έκτοτε τετρακόσια είκοσι εφτά εικοσιτετράωρα, πάει να πει εξήντα μία εβδομάδες, στο διάστημα των οποίων συνέβησαν πράματα και θάματα που θα ιστορηθούν ως τους αρμόζει εν ευθέτω χρόνω και με τη δέουσα φροντίδα (η επίσκεψη του Denis Lavant, το ρεπεράζ και τα γυρίσματα του How to Shoot a Ghost, τριακόσιες είκοσι λίστες με λατρεμένα τραγούδια, η ανάγνωση του Jettison the Light περατωθείσα στις 5 Δεκεμβρίου του 2024, ημέρα Πέμπτη, “another historic day in the course of my reading’’, το ταξίδι στην Καβάλα, τα ποιήματα που συνθέτουν το Φιλμ, η μελέτη του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, εκκινώντας από τον έβδομο τόμο και οδεύοντας προς τον πρώτο)

β. Χθες, 18 Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη, εκατόν τρία έτη από την εκδημία του Marcel Proust, γέμισα το γραφείο με τόμους, πονήματα, χαρακάκια, πολαρόιντ, σελιδοδείκτες, σημειωματάρια, επέλεξα εσκεμμένα το κίτρινο και μαύρο στυλό Leuchtturm1917, δίδυμο με εκείνο που της δώρισα, έβαλα δύο δάχτυλα ουίσκι Arran, συνέχισα να αντιγράφω φράσεις από τη Φυλακισμένη («… αυτός ο τελευταίος μου έρωτας— ο έρωτάς μου για την Αλμπερτίν— περιέκλειε τα πρώτα μου σκιρτήματα»· και: «… όλοι οι προηγούμενοι έρωτές μου δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά ισχνές και διστακτικές δοκιμές οι οποίες προετοίμαζαν το έδαφος, καλέσματα που αποζητούσαν τούτο τον απέραντο έρωτα»· και: «μια ζωή όλο βεγγαλικά και ταβέρνες, μπορεί να ήταν ευχάριστη») — αντέγραφα τώρα, και σχολίαζα, όχι στα τετράδια που έχω για το σεμινάριο, αλλά στο προσωπικό μου σημειωματάριο για τον μήνα Νοέμβριο, υλικό που θα χρησιμοποιηθεί στο Δεύτερο Βιβλίο του μυθιστορήματος που άρχισε να συντίθεται το φθινόπωρο του 2024, ένα έργο που προετοιμάστηκε με αδυσώπητο ρεαλισμό, που εν συνεχεία εξερράγη, και που έκτοτε προχωρεί και αναπτύσσεται ως ένα ατέρμονο, καίτοι κατατεμαχισμένο, σχόλιο στον κατά Marcel Proust χρόνο και χώρο, στην χωρικότητα του χρόνου & στην χρονικότητα του χώρου, καθώς μετακινούμαι, όπως όλοι μας άλλωστε, με κούτσαυλου άλματα, στους μήνες και στα έτη, στα τοπία της μνήμης, στου Πηλίου τις λιακάδες, στης ηλικίας τις αλέες.

γ. Και πώς, δηλαδή, με τι τρόπο, τι κόλπο, τι ματσαράγκα, δύνασαι, φουκαρά μου, να συνδέσεις το Les vrais paradis sont les paradis quon a perdus με το the awakened, lips parted, the hope, the new ships, να συμπλέξεις τις δύο φράσεις-τατουάζ, μ᾽ ένα ενδεχομένως τελεσφόρο βαλτερμπενγιαμινικό μοντάζ, έτσι που να μην κλοτσάει το πράγμα, να μην σκαμπανεβάζει, να ρέει αβίαστα, να τσουλάει το όχημα, στιλπνό το αποτέλεσμα να είναι, να μην στραβομουτσουνιάσει η ιδανική σου αναγνώστρια, να μην γίνει κατολίσθηση, να μην πέσει κάνας βράχος, να συνεχίσει ο κότσυφας το λωλαμένο του τραγούδισμα, να μην καταφύγεις στη συμβολή και τη συμβουλή του αείμνηστου Gaddis — οκέι, μονάχα αυτή θα μπορούσε να το κατορθώσει, θα της τηλεφωνήσω, θα της στείλω γράμμα, με σήματα καπνού θα της υποβάλω την παράκληση να το πράξει, και θα την μνημονεύσω στα credits, απαρεγκλίτως, ανυπερθέτως, μάλιστα.

δ. Χθες, 18 Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη, εκατόν τρία έτη από την εκδημία του Marcel, λαμβάνω μήνυμα από τον Θωμά: «Χθες, ξεκίνησα τον έκτο τόμο του Proust! Ο πέμπτος έκλεισε πολύ δυνατά με ανάλυση του Ντοστογιέβσκι. Με έκανε να θέλω να ξαναδιαβάσω τους Καραμάζοφ, που διάβασα φοιτητής, πάνε χρόνια!» Εκτίμησα τα δύο απανωτά θαυμαστικά, γυρόφερα ώρα πολλή στο μυαλό μου τη σχέση των Καραμάζοφ με τους Ινκαντένζα, κατακλύστηκα από φράσεις του David Foster Wallace, στάθηκε ανέφικτο να μην προσφύγω στο ουίσκι, ήταν ακατόρθωτο να αποτρέψω τη σκέψη (την απειλή;) ότι σύμφωνα με έναν λόγιο, μελετητή του Gaddis, αυθεντία μάλιστα στο Recognitions, όπως υπογραμμίζει με αβρότητα ο Sven Birkets, αν δεν κολυμπήσεις διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, θα βουλιάξεις, αν πασχίζεις να βρεις τις σωστές συνεταγμένες, εντέλει θα φλερτάρεις με την τρέλα — έτρεχα από το ένα δωμάτιο στο άλλο, χάθηκα μες στις βιβλιοθήκες μου, ανέσυρα ένα σκασμό βιβλία, ξανά στο γραφείο, πάλι στο ουίσκι, στο νάιτ-κλαμπ των συνειρμών, 18 Νοεμβρίου, άκου να δεις!, πάνε πέντε χρόνια από το θάνατο του Michel Robin, πάει μισός αιώνας από το L'important c'est daimer, κι είμαι τώρα φτυστός ο Robin (γαλανομάτης, αραιά μαλλιά, αφιονισμένος βιβλιομανής, στα πρόθυρα του τρομώδους παραληρήματος, πέντε η ώρα που βραδιάζει, χαμένος στα ράφια κι αυτός, κι εγώ), όπως ήταν ο Robin στο ρόλο του Raymond Lapade και στην αδιανόητη σεκάνς του φιλμ εκείνου που συνέβαλε τόσο στο να αναδιατυπωθούν οι ορισμοί έρωτος και φιλίας και αγάπης.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: