Into the Box / Lovers in Arms (2)

Into the Box / Lovers in Arms (2)
Τσιπούρες, μαρούλι, ψωμί, τριαντάφυλλα, ξύδι, πατάτες, Jonas Mekas, Guy Debord, μήλα, ρύζι, βινύλια, σιγαρέτα, φιλιά, όλα λάμβαναν τη διάσταση που τους άξιζε.


«… μαζί της μοιραζόταν τους καημούς κι αντίδωρη της έδειχνε αγάπη»· σαν μπλουζ ακούγεται, όχι όμως σαν moaning blues, όχι κλάψα και θρήνος, όχι παράπονο κι απώλεια και μαύρη φθαρμένη σκισμένη διαλυμένη δερμάτινη βαλίτσα δίπλα στις σιδηροτροχιές και στα χαλίκια, αλλά αγέρωχο κόλπο, περήφανο, διόλου αλανιάρικο μα καυτομονογαμικό, μια μπλουζιά τύπου είμαι στο πλάι σου στο πλευρό σου δίπλα σου σιμά σου κοντά σου πάνω σου μέσα σου και να σου ψήσω μια τσιπούρα έχω βράσει και λίγο ρύζι έχουμε και μαρούλι βάλε εσύ στο πικάπ το Season Of the Glass, κι Εκείνη τον σίμωνε με το βιβλίο στο χέρι και του έδινε ένα φιλί στο λαιμό και μετά του δώριζε ένα χαμόγελο, μα ένα χαμόγελο!, ναι, ένα χαμόγελο που ευωδίαζε, κι η ευωδιά απλωνόταν στην κάμαρα όλη, σ᾽ όλη τη μεζονέτα της ηδύτητας και της δημιουργικότητας, καθόσον είχαν υπόρρητα, με τα βλέμματα, Εκείνη με το βελούδινο βλέμμα της, εκείνος με το ενίοτε θολό βλέμμα του, συνεννοηθεί και συμφωνήσει ότι ηδύτητα και δημιουργικότητα πάνε χέρι με χέρι, ότι το καθήκον, όπως έχει ρητώς πλέον ειπωθεί, είναι σέξι, ότι όσο πιο πολύ εργάζονται τόσο πιο πολύ ποθούν εκείνος Εκείνη και Εκείνη εκείνον, ότι το ρήμα δεν είναι «αλαλιάζω» και το ουσιαστικό δεν είναι «ταράκουλο», ότι θα επαναφέρουν στα Γράμματα και στις Τέχνες την προσφώνηση, που τόσο λείπει πια, «ντάρλινγκ!», ότι δεν θα γίνουν ποτέ θαλαμοφύλακες του έρωτα, ότι Εκείνη θα είναι πάντα παγούρι και σακίδιο, πλάσμα εκστρατείας, Ινδιάνα του μόχθου και του πόθου, ότι θα σμίγουν σαν να υπάρχει αύριο κι όχι σαν να μην υπάρχει αύριο γιατί πάντα θα υπάρχει αύριο μιας και είναι ενωμένοι σ᾽ ένα σιαμαίο σύστημα πόθου πάθους και πειθούς διότι και η πειθώ όπως και το καθήκον είναι σέξι —

τωόντι ακουγόταν σαν μπλουζ, κι αντίδωρη της έδειχνε αγάπη, πλην όμως δεν μοιράζονταν καημούς, όχι, μοιράζονταν κάτι ουρανομήκη γέλια, ακόμα και σε δημόσιους χώρους, και ντιντίνιζαν τ᾽ αυτιά τους απ᾽ τα γέλια, κι ήταν τα γέλια το σήμα κατατεθέν τους, οι πάντες σχολίαζαν, ενίοτε με κάποιο φθόνο, τα γέλια τους, έλεγαν κάποιοι κακόβουλοι μα πώς είναι δυνατόν να γελάνε έτσι μέσα σε χαλασμούς και ερείπια και ολέθρους και καταστροφές, αλλά το δικό τους δεν ίδρωνε το αυτί, δεν ταλαιπωρούσαν με τέτοιους ιδρώτες τα αυτιά τους, Εκείνης σαν κοχύλια τα αυτιά, τα οποία αυτιά εκείνος τιμούσε με πορφυρά φιλιά, ξανά και ξανά, και ως προς τα δικά του τα αυτιά ήταν πάντοτε προσκοπικώς έσο έτοιμος να την ακούσει να μιλάει, φέρ᾽ ειπείν, για το έργο της Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν I-IV που είχε ετοιμάσει δουλεύοντας με ξύλα και μέταλλα και ορυκτά και μουσαμάδες και ήχους για την documenta 14 και είχε απλώσει τα τέσσερα μέρη του εν λόγω έργου Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν I-IV, τα οποία μάλιστα τα έλεγε Κεφάλαια, σε τέσσερα κτίσματα στην οδό Σταδίου ανάμεσα στο Σύνταγμα και την Πλατεία Κλαυθμώνος τον Απρίλιο του 2017, στις δέκα του μηνός, ήτοι ακριβώς πενήντα επτά έτη συναπτά από τη γέννηση εκείνου αλλά και ημέρες 937 πριν από τη λεγόμενη, από εκείνον, Πρώτη Ώρα, που σημαίνει πριν από εκείνο το Σάββατο της 2ας Νοεμβρίου του 2019, όπου βεβαίως έμελλε να αρχίσει να συντελείται, και συντελέστηκε, η Πρώτη Ώρα, στην ωραιότατη βεράντα της ωραιοτάτης γκαλερί, στην οδό Αριστοφάνους, στου Ψυρρή, όπου είχε, εκείνος, κληθεί να μιλήσει στην εκδήλωση που έγινε εκεί για το βιβλίο του φίλου του Αλέξανδρου Ψυλλάκη, ναι, εκείνο το μνημειώδες Σάββατο, στις 2 Νοεμβρίου του 2019, στις 12:30 μμ, κτλ. —

και τώρα, δηλαδή τότε, ήτοι στις 22 Φεβρουαρίου του έτους 2020, όταν Εκείνη είχε επιστρέψει από το Λονδίνο για να διευθετήσουν, από κοινού, Εκείνη κι εκείνος, τα της ιδρύσεως της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας CORPUSΩΜΑ, και, αφού τα διευθέτησαν, κλείστηκαν στη μεζονέτα της ηδύτητας και της δημιουργικότητας, στο δίπατο μικροσκοπικό ιγκλού Εκείνης, σ᾽ εκείνο το Palais idéal, το αριστούργημα του Ταχυδρόμου Σεβάλ, στα Εξάρχεια, το ιγκλού Της με τα βινύλια της Γιόκο Όνο και με το επιτοίχιο έργο του αλησμόνητου αναρχικού μετακαλλιτέχνη Κεν Ναμπ και με την καλαγχόη στο γαλάζιο γλαστράκι, ναι, τότε Εκείνη, εορτάζουσα δεόντως, ήπιε δύο ποτήρια κρασί λευκό με παγάκια, και εκείνος ετοίμασε την τσιπούρα και έκοψε το μαρούλι και έβρασε το ρύζι και άκουσε τα βινύλια που έβαζε Εκείνη στο πικάπ της, εκείνο το αλησμόνητο ανυπέρβλητο απαράμιλλο μαύρο πικάπ-βαλιτσάκι μάρκας Crosley, κι όταν Εκείνη, αφού είχαν φάει και πιει (Εκείνη μόνο δύο, όπως ειπώθηκε, ποτήρια κρασί λευκό με παγάκια, εκείνος μισό λίτρο βότκα Πολωνίας, άνευ πάγου), τον σίμωσε, Εκείνη, πάλι, και του έδωσε ένα φιλί στα χείλη βυθίζοντας το χρυσογάλαζο βλέμμα της στα μάτια του, εκείνος αναθυμήθηκε μια φράση από ένα μυθιστόρημα που το είχε ήδη διαβάσει δύο φορές (μία το έτος 2006, δεκατρία ολόκληρα χρόνια πριν από την Πρώτη Ώρα, στα αγγλικά, σελίδες 1085, και μία τον Νοέμβριο του 2009, δέκα χρόνια πριν από την Πρώτη Ώρα, στη λαμπρή ελληνική μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή, σελίδες ένα δύο τρία τέσσερα, 1234!), φράση που μιλούσε για μια νεαρή γυναίκα καθισμένη στην άκρη ενός κρεβατιού με ένα βλέμμα που δώρισε σ᾽ έναν άντρα κι ο άντρας όρισε αυτό το βλέμμα ως την Ντο μείζονα μέσα στη μελωδία της ημέρας, ως τη συγχορδία στην οποία πάντοτε έμελλε να επιστρέφει —

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: