Σχετικά με τον Δενέγρη

Σχετικά με τον Δενέγρη

Για χρόνια διάβαζα νωρίς / Vodka for breakfast & γυαλιά ηλίου στην κουζίνα / αυγά μάτια & «η πορτοκαλάδα μου», ως ήθελ’ ο Capote / Μετά ο καφές / Κι ο Δενέγρης πάντα παρών εκείνη τη Δεκαετία του Ογδόντα  /  Παρέα με τον Νόλλα, αυτούς διαβάζαμε σταθερά  / Δίπλα στον Ginsberg και στον Bernhard και στον Debord.

Για χρόνια διάβαζα νωρίς  /  Έξι το πρωί στο πόδι  / και κραύγαζα αποσβολώνοντας τη θυρωρίνα, «Φοβάσαι κάτι το μισείς, κι ύστερα το μιμείσαι» /  την ίδια ώρα που ο Τασούλης μας, πλοηγός & παίκτης  /  ανέλυε μια ντρίμπλα του Μίμη Παπαϊωάννου  / με τον Σωτήρη Κακίση / ή την υφή ενός υποκαμίσου / με τον Γιάννη Τζώρτζη / ή την ποιότητα του ουίσκυ σάουρ στου Ακρίθακα το Βερολίνο, και της Φώφης / με τον Θάνο Σταθόπουλο.

Για χρόνια διάβαζα νωρίς / χωρίς φύλλο πορείας και ατζέντα / μονάχα της στιγμής τα χρειαζούμενα / Δενέγρης & Νόλλας / Πεντζίκης & Καρούζος / Έγελος & Αυγουστίνος / Αρανίτσης & Παπαγιώργης / Θειάφι & Αποθέωση / Κι ύστερα έπαιρνα τους δρόμους / τους μέσα μου / τους μύχιους / στα εσωτερικά τοπία / και κραύγαζα / ταράσσοντας τους τεθνεώτες που λαγοκοιμούνταν / στις κόγχες του μυαλού μου / ναι, κραύγαζα, «Αυτή η γυναίκα / Δεν μπόρεσε να κρατήσει τον μύθο της»! / Κι ας μπόρεσε / Καθώς φάνηκε μετά είκοσι έτη.

Για χρόνια διάβαζα νωρίς / άμα τη έω / πίνοντας εωθινή βότκα / και την πορτοκαλάδα μου / σκεφτόμενος πάντα «Θάνατος» / όταν στο νου μου ερχόταν η Πλατεία Κάνιγγος / με τη Στοά Hollywood / με τα ξηροκαρπάδικα / με τα περίπτερα φορτωμένα underground έντυπα κι εφημερίδες των γκρουπούσκουλων

Για χρόνια διάβαζα νωρίς / Beat Generation & situationnistes / Με τα μυαλά / έξι η ώρα το πρωί / στα κάγκελα / που περιέβαλλαν τον Κήπο / Κι ο Κήπος ήταν η κατοικία Εκείνης / που ήταν η πιο εύμορφη / ενδιαίτημα ήταν ο Κήπος / της Κούκλας που πύρωνε την καρδιά και το μυαλό / κάθε ερασιτέχνη Ροβεσπιέρου / Κι ύστερα / μετά το διάβασμα των πέντε θαλασσών ωρών / και των δύο ηπείρων τόμων / σπεύδαμε στον σινεμά / στον κινηματόγραφο τρυπώναμε / να δούμε / ο Τζώρτζης / ο Σταθόπουλος / εγώ / το φιλμ του Σταύρου με τον Τάσο / σκυφτός, σκυθρωπός, σκεφτικός / καθηγητής Κοινωνιολογίας / να το σκάει απ᾽ τ᾽ αμφιθέατρα / και να συχνάζει στα μπιλιάρδα / να φλανάρει στην Αθήνα / αναζητώντας μια ζώνη / που να μην είναι ναρκοθετημένη / από τις φαινομενικότητας / ένα τοπίο / όπου να στρέφει το βλέμμα / στη μέθεξη και στην κατάνυξη / κι ένα ρυάκι / με γάργαρο νερό / και να μονολογεί / «Έχω την ελευθερία της πτώσεως / Αυτή η πτώσις / Είναι δική μου / Και μου ανήκει».

[ Κυψέλη, Μάρτιος 2020 ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: