Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης

Αχνή Σκιαγραφία της Θλίψης και της Ακανόνιστης Προόδου της Λήθης
[ ένατο μέρος ]



ah, while you are not safe I am not safe, and now you’re really in the total animal soup of time
Allen Ginsberg


α. Η συστηματική μελέτη του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο συντείνει στην επίσπευση της διαδικασίας που μετατρέπει το βιβλίο και τον βίο σε Αρχείο, και ο Marcel Proust συμβάλλει στο να περάσει το γράψιμο στην ταξινόμηση του υλικού, στο να γίνει το έργο μια ιδιάζουσα παρακαταθήκη, μια δέουσα διαθήκη, μια διοπτροφόρος μυχιοθήκη, ένα εκθετήριο στιγμιαίων λήψεων από αλλοτινές εποχές και από του σήμερα πολαρόιντ, ενώ ο γραφέας έχει διαρκώς το νου του στο να εντοπίζει, και να αντιγράφει, φράσεις και αράδες άλλων, όχι ντε και καλά ομότεχνών τους, τις οποίες ασμένως και επιμελώς θα εντάξει στο Κείμενο, οικειοποιούμενος ό,τι υποβοηθάει την τελείωσή του, ό,τι καθιστά το γραπτό αρραγές και, κυρίως, πιστό στο σχέδιό του να υμνήσει τη σύμπραξη παθιασμένου έρωτος και βαθιάς αγάπης, οξύτατου σαρκικού πόθου και άδολης διακονίας στις βουλήσεις της μεταμοντέρνας Αλμπερτίν που έλαχε να συναντήσει, υπό μυθιστορηματικές (τι άλλο;) συνθήκες πριν από ακριβώς εξακόσια δεκατέσσερα εικοσιτετράωρα, ένα διόλου αμελητέο (κι ας λένε!) χρονικό διάστημα σε σχέση με τη γραμματική του ζην, το συντακτικό του έρωτος, και την ευλογία της αγάπης.

β. Φουμάροντας, καθώς λέγαμε άλλοτε, μαντλενικά σιγαρέτα, ο γράφων σήμερα, 25 Μαΐου του σωτηρίου έτους 2026, επαύριον των ογδοηκοστών πέμπτων γενεθλίων του μουσηγέτη Bob Dylan (και έχοντας, κατά τα ειωθότα, βάλει στο πικάπ να παίζει το Blood on the Tracks, άλμπουμ που αγόρασε με το χαρτζιλίκι του ο γράφων στα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του), ανατρέχει σε τρία βιβλία, το πρώτο διαβασμένο το 2020, το δεύτερο διαβασμένο το 2021, και το τρίτο διαβασμένο μόλις πριν από μία εβδομάδα, βιβλία που, και τα τρία, σχετίζονται με τη συστηματική μελέτη του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, καθένα με τον τρόπο του, καθώς και με τον τρόπο του γράφοντος να ταξινομεί, να αρχειοθετεί και να επεξεργάζεται το υλικό που θα τον οδηγήσει, Θεού θέλοντος, στην τελείωση ενός έργου που ακριβώς θα υμνεί την αιφνίδια ανάδυση ενός έρωτος που συμπράττει με την αγάπη, μιας και ο γράφων διέπεται από την εμμονικώς έμμονη εμμονή που θέλει τον έρωτα σύμμαχο της αγάπης και τούμπαλιν, κωφεύοντας στις παραινέσεις φίλων να ωριμάσει επιτέλους και να αφήσει στην άκρη διά παντός φληναφήματα, σορολόπ, αφροσύνες, και παλιμπαιδισμούς.

γ. «Είχαν περάσει δεκαέξι χιλιάδες μεσημέρια (δεν το λέω χωρίς έρευνα, τα υπολόγισα), όταν τη συνάντησα στην Αθήνα», υπογραμμίζω στη σ. 117 του τρίτου βιβλίου, που υπογράφει ο λεπταίσθητος Κώστας Μαυρουδής, φίλος και συνομιλητής από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και φέρει τον τίτλο Ο Χ. είπε (εκδ. Κίχλη), μια ερωτικότατη αγαπητική φράση, αμιλλώμενη την ερωτικότατη αγαπητική φράση του e. e. cummings: one's not half two. It's two are halves of one, καθώς και την ερωτικότατη αγαπητική φράση του Hegel: Das Selbstbewusstsein erreicht seine Befriedigung nur in einem anderen Selbstbewusstsein, φράσεις τατουάζ στον ψυχισμό μου, καθότι τωόντι, δεκαετίες τώρα, φρονώ ότι το ένα δεν είναι το μισό του δύο, βεβαίως, και επίσης φρονώ ότι η αυτοσυνειδησία επιτυγχάνει την ικανοποίησή της μόνο μέσα σε μιαν άλλη αυτοσυνειδησία –πώς αλλιώς;– και τώρα ο Μαυρουδής ενισχύει τη διαισθητική, αρχικά, και ολοένα πιο έλλογη θέση μου ότι ο χρόνος δεν αμβλύνει το συναίσθημα και τη συγκίνηση, ο χρόνος δεν είναι ο σκαφτιάς νεκροθάφτης του εναρκτήριου ερωτικού σκιρτήματος, όχι, απεναντίας ο χρόνος γίνεται ο φύλακας άγγελος του εν λόγω σκιρτήματος, ο χρόνος το θεριεύει, έστω και εάν η απουσία διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, έστω και εάν το πλάσμα, όπως έχει ειπωθεί, γίνεται για χρόνια και δεκαετίες φάσμα – υπολόγισα κι εγώ: δεκαέξι χιλιάδες μεσημέρια ίσον 43.8065 έτη, και ξέρω πολύ καλά, αγάπη κι έρωτά μου, έρωτά μου και αγάπη μου, μεταμοντέρνα Αλμπερτίν μου, ότι…

δ. «Ο θνητός μικρόκοσμος δεν μπορεί να συγχωρέσει τη σχετική αθανασία του μακρόκοσμου. Το ουίσκι κρατάει κακία στη φιάλη», έχω υπογραμμίσει στη σελίδα 40 του βιβλίου του Samuel Beckett Προυστ (μτφρ. Θωμάς Συμεωνίδης, εκδ. Εστία) και διαβάζω πάλι τη φράση, υποτροπιάζω πάλι στο ουίσκι (ύστερα από σχεδόν τέσσερα έτη), τρέμω προς στιγμήν για τα 438.065 χρόνια που ενδεχομένως θα κυλήσουν προτού Σε δω ξανά, εκτός κι αν Σε ανταμώσω σε καμιά δεκαριά χρόνια ―πόσα μου μένουν άλλωστε;― και πάλι δεν θα έχει ξεθυμάνει το απεριτίφ του χρόνου που μας δόθηκε, όχι, δεν θα έχω επιτρέψει να ξεθωριάσει η εικόνα του αστράγαλού Σου που στραφτάλιζε ηδύτατα σ᾽ εκείνη την πλατεία εκείνο τον Σεπτέμβριο εκείνου του μεσημεριού, τότες που καταλύθηκε η ματαιότητα των ερώτων, τότες που, δεν θα έχουμε πλέον να κάνουμε με μια «ζηλότυπη και επώδυνη ιχνηλάτηση όλου του παρελθόντος», όπως υπογραμμίζω στη σελίδα 88 του βιβλίου Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση που υπογράφει ο Józef Czapski, μεταφράζει η Λίζυ Τσιριμώκου και εκδίδει ο οίκος Ποταμός, αλλά, τουναντίον, θα έχουμε να κάνουμε με έναν εκθειασμό, μια celebration, της μεταβολής του εφήμερου σε διαρκές και διηνεκές, σε αιώνιο, σε απόρθητο Άλαμουτ των Στιγμών, σε ακατάρριπτη χακί ντακότα (ρώτα και τον Καρούζο, αν δεν με πιστεύεις!), καθώς η φυσαλίδα δεν θα είναι πια η εναργέστερη εικόνα του εφήμερου, όπως διατείνεται (ορθά κατά τα άλλα, αλλά μακριά από μας και τα παιδιά μας) ο Μαυρουδής, επικαλούμενος το βιβλικό χωρίο (Bubble of Bubbles! All things are a Bubble!) αλλά η εναργέστερη εικόνα του αιωνίου και του ανώλεθρου καθώς η βραχύβια φούσκα Σου από κείνη τη φωτογραφία της τσιχλόφουσκης εφηβείας Σου γίνεται γεγονός αναστάσιμο κι απλώνεται μες στις δεκαετίες και ανακτά ξανά και ξανά την όντως ουσία της, το ότι δηλαδή στο πόκερ της σαγήνης και του χρόνου έχεις ήδη κερδίσει, ξεγλιστρώντας όπως πάντα, και πάντοτε θα κερδίζεις.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: