Γνωμοδότησις θεράποντος ιατρού
«Ο Χρόνος είναι απάτη, γιατρέ μου, είναι απάτη...» – μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά. Είχε το βλέμμα του χαμηλωμένο. Χλομό φως του ιδρύματος, άπλωνε γύρω, ύπουλα κι αργά, όπως το χλωροφόρμιο στο νερό γυάλινου βάζου. Στα χέρια του, χέρια νευρόσπαστου, στριφογύριζε βασανιστικά το κομποσκοίνι. Κρατούσε τους αγκώνες σφιχοκολλημένους στο κορμί. Το τριμμένο πανωφόρι του είχε τρύπες ― θαρρείς από σφαίρες. «...Μ’ αυτήν την αλατόπετρα της Νεκρής Θάλασσας, εξαγόρασα τον χρόνο. Αύριο είναι χτες της Διαθήκης. Τώρα είναι χτες και αύριο του Ελέους. Της ελπίδας, του ελέους, της Αναστάσεως. Το κιβούρι που βάλαν το σφαγμένο παιδί, είναι από σανίδες κυπαρισσένιες. Του τόπου του. Μυρίζουν λάδι του πελάγους. Μέσα από τις τρύπες των ρόζων και τις ρωγμές έβλεπε στο μαύρο χιόνι που έπεφτε τον Μαργαριταρένιο Ιησού. Το κιβούρι του το σκέπασε με της μηλωτής του το δροσάτο φύλλωμα ο Ιωάννης, ο Πρόδρομος, ο μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν». Λαχάνιασε, ο ψίθυρός του χαμήλωσε, πνίγηκε στην σιωπή. Κατόπιν υπέγραψε: «Александр Александрович Блок».
Πήρα το έγγραφο. Φεύγοντας μου είπε, πάλι στον τόνο του ψιθύρου: «Πιστεύω στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού».
Η περίπτωσή του κρίνεται αθεραπεύτως επικίνδυνη.
Cantique du chemin neuf
Ας πάει, λοιπόν, στον άνεμο, το παίγνιο του ανέμου
της ζωής μου τα σκουπίδια, παλιές εφημερίδες,
τα πλαστικά υπολείμματα, απόκαυμα πολέμου.
Ίσκιο του εχθρού μου χτύπαγα έξω, δίχως ελπίδες
ενώ εντός μου, υπαρκτός εχθρός, είχε στρατοπεδεύσει,
είχε λαγούμια σκάψει και στοές με πυρομαχικά.
Κι όταν με ζώσανε της ιστορίας τα περιστατικά
τότε είδα η πέμπτη φάλαγγα να μ’ έχει χεροδέσει.
Γελούνε τώρα οι ρήτορες, καγχάζουν στρατηγοί
πατριδοκάπηλοι Ταξίαρχοι ρεύονται στα γραφεία.
Με λεν προδότη του Σπαρτάκου δούλοι και χορηγοί
και ξεπουλάνε τ’ άγια με πρόφαση αστεία.
Από το ανύπαρκτο των ορατών βεβαιωμένος
έλα, που την εικόνα σου την έχω φυλαχτό
και με το άγριο πένθος σου έχε με μυρωμένο
να δίνω μάχη αληθινή, πέρα απ’ τον κουρνιαχτό.
Απευθείας σύνδεση
Η προσευχή του, υψώνει το αόρατο δέντρο, το αδαμάντινο. Στύλους φωτός, μέσα στις σκότεινες, πυρετικές πόλεις. Με τον καιρό μπόρεσες να εννοήσεις. Αποκρυπτογραφώντας τις βαθιές χαρακιές στον βράχο της απελπισίας. Αυτές που γράφει το αμάραντό του δάκτυλο, όταν η ερημία σκάβει σπηλιές στην νύχτα. Με πορφυρό μελάνι, αίμα του εσφαγμένου. Αμάραντο δάκτυλο, χέρι υδάτινο πυρφόρου ηλέκτρου. Άγγιξε την σεπτή κορυφή κι ανοίγει δρόμο στον τυφλωμένο και ορφανό.
Μαίνεται η γαυριώσα Ηρωδιάς. Στέλνει καμιόνια με στρατιώτες, στέλνει ερπυστριοφόρα. Καίνε σε απευθείας μετάδοση από τα κανάλια το κορμί του τώρα. Στην Βαβυλώνα, την Σεβάστεια, την Δαμασκό. Στην Γάζα, στο Νιουγιόρκι, στο Παρίσι. Στις αχανείς κυψέλες των φυλακισμένων. Χορεύουνε κορύβαντες γύρω από την φωτιά. Αλλά, το χέρι αμίαντο. Σπέρνει το μέλλον. Έναστρο φέγγος άσπιλο, στον σκουριασμένο κόσμο.