Σταμάτησα για λίγο ν’ ακούσω το θόρυβο. Σαν χύτρα που έβραζε ήταν. Ή μάλλον σαν βαθιά ανάσα δράκου ασθμαίνοντος που έσκαβε τους αιώνες για να βγάλει την θαμμένη φλόγα μέσα του. Δεν ήξερα πώς να συμπεριφερθώ, δεν με ένοιαζε καμιά ρεαλιστική απάντηση, ηθική, διδακτική και λογική. Αμούρ, φου, τρέλα. Εκεί στα όρια της τρέλας, λίγο πριν το οριστικό στρίψιμο του κοχλία που σε βγάζει από την άλλη μεριά, εκεί μετεωρίζομαι, για πόσο, δεν ξέρω. Θα ξεθυμάνει, δεν ξέρω. Θα διαρκέσει, δεν ξέρω. Το νοιώθω όμως το κύμα και δεν μπορώ να το ελέγξω. Τσουνάμι με σάρωσε, με πήρε από κάτω και από πάνω και από μέσα και απέξω και από παντού.
Ακούω το κεφάλι μου που βράζει και μια δύναμη με σπρώχνει γλυκά, απαλά, τρυφερά να πάω να φιλήσω το βράχο, να τρίξει το βουνό και να αποκριθεί. Να βγάλει πίδακα, να ορμήσει ψηλά και να πέσει χαμηλά, να με λούσει, να γίνουν οι ρίζες του κλωνιά και χέρια, να με αρπάξει, να με τραντάξει, να με τινάξει, να με κρατήσει, να με πετάξει, να με πάει και με φέρει στον ανεμοστρόβιλο. Φεύγουν τα πέπλα, δεν μπορώ να τα κρατήσω, οι ζέφυροι φυσούν ζεστά, χνουδωτά, δυνατά και τρυφερά. Κοιτάζω τον πίνακα του Μποτιτσέλι, τι θεία μάνητα μαίνεται και δε φαίνεται. «Πάρε με στην αγκαλιά σου και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα», δεν ήξερα πόσα κενά μου άφησε ο χρόνος. Μπήκες.
Και να ’μαι ίδιο ξωτικό. Η μάνα μου έλεγε να μην τριγυρνάω τα μεσημέρια στον ήλιο, ειδικά, τα καλοκαίρια. Έλεγε πως βγαίνουν ξωτικά και σου παίρνουν τα μυαλά, που σου παίρνουν τη μιλιά και δεν ξέρω και τι άλλο. Ένας απροσδιόριστος κίνδυνος για κάτι κακό, από τότε που είμαστε παιδιά και συνωμοτούσαμε πώς θα αποφύγουμε τον μεσημεριάτικο ύπνο, καιροφυλακτούσε. Τότε ήταν που άρχισα να σκέφτομαι τον ανεμοστρόβιλο. Ή μάλλον τότε ήταν που άρχισε να βγάζει ανάσες το ηφαίστειο πριν τη μεγάλη έκρηξη.

Ήταν μια άλλη φορά που ένιωσα ηλεκτρική εκκένωση για κάμποσο· συθέμελο συγκλονισμό. Σαν αστραπή στην ψυχή και στο σώμα τρεμούλα, στα άκρα αδυναμία, δάγκωμα στο στήθος βαθύ, ένα σφίξιμο στον χώρο της κοιλιάς, εκεί, στο κέντρο του σεισμού, στα ματωμένα σωθικά.
Βρήκε ευκαιρία η ψυχή και πετάχτηκε έξω, σαν παραλογισμένη στάθηκε, φωνή δεν είχε να φωνάξει και σώμα για να στηριχτεί. Σαν να κόπηκε στα δυο κι ο νους μαζί του. Σε υπερένταση όλα, η φύση κρατούσε την αναπνοή της. Ύστερα, αιμάτινη κλωστή την έσυρε πάλι μέσα κι έγινε ετοιμόρροπη η συγκόλληση. Όλα τέλειωσαν σε ύπνο ταραγμένο. Το αίμα έτρεχε ποτάμι κι εκείνη μόνη της. Η μεγάλη καμπριόλ είχε περάσει.

Στάθηκα στον καθρέφτη και κοίταξα μέσα. Το βλέμμα της με κοίταζε. Για λίγο έγινα εκείνη. Το σώμα της ήταν δικό μου κι εγώ δεν ήμουν εγώ. Αυτό το είδωλό μου στον καθρέφτη ένα υπό-προϊόν της πλατωνικής οντολογίας ― μα η λέξη προϋποθέτει ον, ουσία, το είδωλό μου είναι άυλο, κι όμως αυτό είναι όλα όσα ξέρω από μένα. Αν δεν υπήρχε θα μου ήμουν μια άγνωστη. Τρυπάω το δάχτυλό μου με μια βελόνα και τρέχει αίμα. Πώς είναι εκεί μέσα πίσω από την ασφάλεια της επιδερμίδας; Πού είναι τα ροζ μεταξωτά, τα σωληνάκια, οι φλέβες, τα νεύρα, τα υγρά, οι σάρκες, τα έντερα. Είμαι εγώ αυτή η αόρατη κάτω από τη μάσκα της επιδερμίδας, που νομίζω πως με ξέρω. Τίποτα δεν ξέρω.

Ένα σώμα λείο γυμνό είναι η προέκταση που μας ενώνει με το άπειρο, λέει ο Ελύτης και, πράγματι, σχηματικά μοιάζει με το οκτώ, και σε πλάγια θέση, γυναίκα ξαπλωμένη σαν άπειρο… Αλλιώς και πάλι, με τη γλώσσα του ποιητή, η Ωραία Μυρτώ σαν οκτώ ή σαν κανάτι, στάμνα γεμάτη θάλασσα ή κιθάρα, τσέλο, βιολί και βιόλα, γεμάτη ήχους μελωδικούς και όταν είναι ευτυχισμένο ηδονικούς, μουσική θεϊκή υπερκόσμια.
Όταν ο Μαλαρμέ έλεγε τον περίφημο στίχο La chair est triste, hélas! et j'ai lu tous les livres[1] η σάρκα είναι θλιμμένη κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, αναρωτήθηκα, πόσα βιβλία πρέπει να διαβάσω, Θεέ μου, για να πάψει η σάρκα να είναι θλιμμένη; Αυτό το αχόρταγο χάος που δεν το ελέγχω και με καταπίνει. Νομίζω πως τελικά θα θαφτώ κάτω από τα βιβλία, όπως εκείνη η ηρωίδα του Μπέκετ[2] μέσα σε ένα σωρό από ασήμαντα πράγματα. Εμένα όμως τα βιβλία μου είναι θησαυροί και τα θέλω όλα. Καλόν εντάφιον τα βιβλία, βολεύτηκα. Ωστόσο, από το βόλεμά μου με ξεβόλεψε ο Ελύτης, όταν, απαντώντας στον Μαλαρμέ, έλεγε την περίφημη φράση: «Θλίψη δε μου έτυχε ποτέ να βρω στη σάρκα, και κατά τα φαινόμενα, δεν έχω διαβάσει ακόμα όλα τα βιβλία»[3]. Είναι σίγουρο ότι αλλού τοποθετούσε τον στόχο. Η σάρκα μπορεί να ικανοποιείται ερήμην της ψυχής. Η ψυχή μπορεί ερήμην του σώματος;
Ο Πολ Βαλερί έβαζε τον Σωκράτη να μιλάει στο σώμα του και να λέει: «Κορμί μου… Δώσ’ μου το χάρισμα να βρίσκω στη συμμαχία μαζί σου, την αίσθηση των αληθινών πραγμάτων».[4]
Και ποιο πράγμα είναι πιο αληθινό στο οποίο το σώμα έχει συμμετοχή; Ο έρωτας και κι ο τοκετός. Μπορεί οι άντρες να έχουν τις απόψεις τους σχετικά με το σώμα, οι γυναίκες όμως έχουν ΤΗΝ άποψη. Η πιο δυναμική στιγμή στη ζωή μιας γυναίκας είναι ο πρώτος έρωτας και η γέννα· όχι με ανώδυνο τοκετό ή με καισαρική, αλλά με τις κραυγές που έβγαζε η Λητώ στη Δήλο, επαληθεύοντας τον τοκετό και αποδίδοντάς του την πραγματική του φύση. Τοκετός είναι ωδίνη, ο υπέρτατος πόνος. Και συ γυναίκα με πόνους θα γεννάς τα παιδιά σου. Γι’ αυτό ο Ευριπίδης βάζει τον πόνο του τοκετού πάνω από όλους τους άλλους.
Τρὶς ἂν παρ᾽ ἀσπίδα στῆναι θέλοιμ᾽ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ
Τρεις φορές να πολεμήσω παρά να γεννήσω μία,[5]
λέει η Μήδεια.
Αν και άντρας σωστά το είπε, παρά το ότι ο πόνος είναι εμπειρία, δεν είναι γνώση που αποκτιέται από τα βιβλία. Στο σημείο αυτό η εμπειρία είναι το ισοδύναμο της υπέρτατης γνώσης. Μόνο η γυναίκα που γέννησε ξέρει. Καμία άλλη. Όταν ο Θεός έδιωχνε από τον Παράδεισο τον Αδάμ και την Εύα, τιμώρησε τον Αδάμ με μόχθο να βγάζει το ψωμί του και την Εύα με πόνους να γεννάει τα παιδιά της, δεν τους ανακοίνωνε τίποτα άλλο, παρά εκείνο που χωρίς την παραβίαση της εντολή του, θα αγνοούσαν. Η παραδείσια ζωή είναι ο πρόλογος, η παιδική ηλικία του κόσμου και η άγνοια. Ό,τι θα ακολουθήσει είναι η πραγματική ζωή. Και η Κόλαση είναι μέρος της. Αυτό έμαθαν οι πρωτόπλαστοι, αυτό δεν ήξεραν και αυτό τους έκρυβε ο δημιουργός… Μην βιάζεσαι ν’ ανθίσεις μικρή αμυγδαλιά. Θα ’ρθει καιρός που θα 'χεις άσπρα τα μαλλιά… Σου ’λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες / ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων… αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου… Η Εύα βιάστηκε να γίνει αμυγδαλιά, Μαρίνα, Οδυσσέας.
Οι πρωτόπλαστοι και κάθε αθώος είναι στον Παράδεισο του Θεού. Η Κόλαση θα έρθει μετά… είναι και αυτή η άλλη όψη του Παραδείσου, αν το να ξέρεις είναι καλύτερο από το να μην ξέρεις, αν η απομυθοποίηση είναι καλύτερη από την Illusion. Η γνώση είναι το φίδι που δαγκώνει, το μέλλον που μπορεί να σε φαρμακώσει. Το ξύπνημα της συνείδησης.

Ένα χαστούκι στο μάγουλο, ένας βούρδουλας στην πλάτη. Με το σώμα πληρώνεις. Τιμωρείς τη σάρκα για να συνετίσεις το μυαλό; Να θεραπεύσεις την ψυχή; Ο τραγικός ήρωας πάσχει με το σώμα. Ο Ιησούς ανέβηκε στον σταυρό με το ανθρώπινο σώμα του. Την Παναγία ρομφαία διαπέρασε του παιδιού της η σταύρωση. Όποιος μαρτύρησε για την πολιτική ή τη θρησκευτική του πίστη, με το σώμα του μαρτύρησε.
Με το σώμα γίνονται όλα. Το σώμα είναι λαμπερό και η τέχνη το λάτρεψε. Το σώμα είναι το μόνο χειροπιαστό δείγμα του σύμπαντος που έχω. Αυτό έχω για να ζω και αυτό θα με εγκαταλείψει όταν πεθάνω. Γι’ αυτό το αγαπώ και το φροντίζω· Το σώμα μου.