[ Τ Ε Χ Ν Η Τ Ο Ι Δ Ο Ρ Υ Φ Ο Ρ Ο Ι ]
Ας θεωρήσουμε ότι όλα αυτά τα γράφω με την ιδιότητα του περίπου συνομήλικου με τον Θωμά ποιητή. Και ότι αυτή η γενεακή εγγύτητα εμπλουτίζεται από εκλεκτικές συγγένειες και αναλογίες, κοινές αναφορές, προσδιορισμένες από τα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της νεότητας, ιδίως, των γονιών μας, την παραπλήσια πολιτική τους ένταξη και στράτευση και δράση. Και ότι γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο μπαίνω στον πειρασμό να διαβάσω πρωτίστως ως γιος το Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι, το βιβλίο που ο Θωμάς αφιερώνει στον πατέρα του, Κώστα Τσαλαπάτη, και στην παρουσία του, μια δεκαετία έπειτα από την απώλειά του.
Και αν ξεκινώ από αυτήν τη διευκρίνιση της οπτικής μου μεθοδολογίας, είναι, επίσης, για να πω πως θεωρώ την ανάγνωση, την κάθε ανάγνωση, πράξη συνοδοιπορίας, που προϋποθέτει την αναζήτηση μιας συνάφειας, τη σφυρηλάτησή της, την προσπάθεια, εν πάση περιπτώσει, να βάλουμε τα παπούτσια του συγγραφέα, να δέσουμε τα κορδόνια τους, να πάρουμε στον ώμο το σακίδιό του και ν’ αναλογιστούμε την εμπειρία του σα να ’ταν η δική μας.
Το βιβλίο του Θωμά Τσαλαπάτη αποτελείται από τρία εκτενή ―πολύ διαφορετικά μεταξύ τους― ποιήματα: «Ψαλμός», «Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης» και «Μεγάλο μαύρο φως» οι τίτλοι τους. Προτού τα προσεγγίσω, έχω να σκεφτώ και να προσθέσω στα ήδη προηγούμενα ότι κανείς δεν είναι γονέας του εαυτού του, αντλεί την ύπαρξή του από την εγγραφή σε μια γενεαλογία, απ’ την καταγωγή που αναγνωρίζει, που διεκδικεί ή που –εν μέρει– εφευρίσκει. Από την άλλη, όμως, κανείς δεν είναι μόνο γιος ή μόνο γόνος, εμποτίζει τη γενεαλογία αυτή με το προσωπικό του στίγμα, τη μεταφράζει στη γλώσσα της δικής μας εποχής.
Και για μας, μιας και κληρονομιά μας είναι οι αναζητήσεις, πολιτικές και πνευματικές, της γενιάς που ενηλικιώνεται στα μέσα της δεκαετίας του ’60, καθορίζεται από την εμπειρία της Επταετίας και αμέσως μετά παίρνει τον λόγο, δημιουργεί και δημιουργείται, η διάσωση της μνήμης, έστω και με την αμφιθυμία που αυτή συνεπάγεται, μετατρέπεται σε αυτονόητο καθήκον. Καθήκον που συνήθως συνδέεται με το πώς πολιτευόμαστε, πώς, δηλαδή, ζούμε ως πολίτες και πώς, ως εκ τούτου, εκφέρουμε δημόσιο λόγο. Γιατί και η ποίηση δημόσιος λόγος είναι, κατεξοχήν δημόσιος.
Γυρίζω στη σελίδα 47 για να ξεκινήσω την ανάγνωσή μου, πηγαίνω, δηλαδή στις σημειώσεις. Χωρίς το κείμενο μπροστά μου, διαβάζω την αλληλουχία των ονομάτων: Τάσος Λειβαδίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Τζένη Μαστοράκη, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ασημάκης Πανσέληνος, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Κοντός, Μιχάλης Γκανάς, Τάκης Σινόπουλος. Είναι οι πηγές του Θωμά, απ’ όπου παραθέτει ή παραφράζει στίχους και τους ενσωματώνει στο δικό του κείμενο. Γιατί και η λογοτεχνική καταγωγή δεν υπολείπεται σε αξία της εξ αίματος συγγένειας, μαζί της συνυπάρχει και τη συμπληρώνει. Και ποιος αποτελεσματικός τρόπος για ν’ αναδείξεις την οφειλή της αγάπης και το σε ισόβιες δόσεις εξοφλούμενο χρέος από ένα τέτοιο διακείμενο; Με τη φωνή μας δίνουμε φωνή σ’ αυτό που προηγήθηκε, μέσα σ’ αυτό που προηγήθηκε βρίσκουμε τη δική μας.
Στον «Ψαλμό» (σελ. 11-22), αυτό εκφράζεται μ’ έναν δεκαπεντασύλλαβο, που όλο πηγαίνει ν’ απλωθεί κι όλο παρεμποδίζεται. Όχι μόνο επειδή ζούμε και γράφουμε μετά το ξεπέρασμα του μέτρου, αλλά κι επειδή το ιδίωμά μας οφείλει να συμβιβαστεί με την απορυθμισμένη, ελλειπτική πραγματικότητα. Με τα λόγια του Άμλετ, “time is out of joint”, «εξαρθρώθη ο καιρός», στη μετάφραση του Πολυλά, «ο κόσμος παρεστράτησε», στην ελευθερότερη του Βικέλα. Ή, εδώ, στο πρώτο οκτασύλλαβο: «δεν έχει άνοιξη η σκουριά». Πώς διαβάζω τον «Ψαλμό»; Ως θρήνο για το σώμα την ώρα που βιώνει τη φθορά και ασθενεί, πονά και υποφέρει. Το σώμα, το μόνο που είμαστε, το μόνο που έχουμε, το μόνο προς το οποίο μπορούμε –δια της αφής, δια της μνήμης– να εκφράσουμε την οικειότητά μας. Αυτό που ταυτίζεται με τον εαυτό και τον ενσαρκώνει.
Και να, ενδεχομένως, η «ομιλία κατάσαρκη» ή «κατάστικτη», που ψάχνει μια «γλώσσα προπατορική». Και ο «Ψαλμός» ολόκληρος μπορεί και να ’ναι η απορία, η εναγώνια διατύπωση του ερωτήματος: πώς μπορούν όλα αυτά ν’ αρθρωθούν; Τι γλώσσα τους πρέπει; Τι τρόπος; Είναι κι ένα προοίμιο, που λέει, που καταφάσκει πως όποια κι αν είναι τα προσκόμματα, όσα γεωλογικά στρώματα κι αν έχει να διασχίσει, ο ποιητικός λόγος θα κατορθώσει ν’ ανασυστήσει στην ολότητά του αυτό που έχει πια χαθεί, θα το ανακαλέσει στη μνήμη και θα το μοιραστεί.
Στο «Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης» (σελ. 23-41), που ξεκινά με την απεγνωσμένη –δανεική από τον Πιερ Πάολο Παζολίνι– γνώση «πως η ιστορία μας έχει τελειώσει» διαβάζουμε ένα οδοιπορικό στη γειτονιά της Κυψέλης, αν «γειτονιά» πάει να πει ταυτότητα, αν πάει να πει παλίμψηστο αναφορών, παραθεμάτων, γεγονότων, αν πάει να πει αφήνουμε μια πάντοτε ανοιχτή συνομιλία με τους απόντες πάντοτε παρόντες.
«Η πόλη με διασχίζει», λέει ο οδοιπόρος. Κι όπως συχνά συμβαίνει, είναι σα να στοιχειώνουμε μια περασμένη εκδοχή της, αυτή που ζήσαμε ως παιδιά ή ως νέοι, σα να τη βλέπουμε μες στ’ όνειρό μας, σα να μη μας χωράει πια, τώρα που μεγαλώσαμε. Η πόλη αυτή είναι το εδώ που έχουμε μείνει. Κι αυτό το εκτενές ποίημα είναι και προσκλητήριο.
Απόψε τα ονόματα των ανθρώπων
μοιράζονται ξανά απ’ την αρχή
η ανωνυμία θα ’ναι το κάλεσμά μας
Ακούγεται μια μουσική, «απ’ όλα τα κρεμασμένα cd για περιστέρια», «η μουσική/ να λιποτακτεί διαρκώς/ από ένα παράθυρο σφραγισμένο». Και ο οδοιπόρος συνεχίζει, πλάθει το σκηνικό του, κατονομάζει δρόμους, αναμνήσεις, στρέφει το βλέμμα γύρω του, μας δίνει ένα ποίημα εν κινήσει, ένα ποίημα που καταγράφει τον έξω κόσμο και τον μέσα κόσμο, τον συνειρμό και το αντικείμενο της παρατήρησης, τον τόπο που, όπως θα έλεγε η Τζένη Μαστοράκη, «έχει αλλάξει και δεν είναι πια».
Συνοικία παλιά μέσα σε νέα συνοικία
σπίτια γκρεμισμένα μέσα στα νεόκτιστα
ερημιά,
και δεν μπορεί παρά να κάνει, γι’ ακόμη μια φορά, την εμφάνισή της η πρότερη πόλη, «ανάμεσα σε πρόσωπα της δεκαετίας του ’60/ φαντάσματα του ’50», σαν επιστροφή του απωθημένου ή σαν τραύμα ανοιχτό ή σαν αφήγηση που την ακούσαμε τόσες και τόσες φορές και τη χωνέψαμε και την υιοθετήσαμε και –ίσως λίγο– ποθήσαμε να ζήσουμε εντός της, προτού κι εμείς βρεθούμε αντιμέτωποι με τα δικά μας κατεπείγοντα των τελευταίων δεκαέξι ή δεκαοχτώ χρόνων. Ήταν ασπρόμαυροι οι γονείς μας; Πώς έζησαν αυτές τις τρεις δεκαετίες ως τη Μεταπολίτευση; Από το ένα ουσιαστικό στο επόμενο, ένα πανόραμα της καθημερινής ζωής στην Αθήνα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών και η προσπάθειά μας να βαδίσουμε στους ίδιους δρόμους, μήπως και ξανασυναντηθούμε τώρα πια με τους γονείς μας και τους αναγνωρίσουμε νεότερους.
Κάθε διαστρωμάτωση της πόλης είναι παρούσα εδώ, «κάθε φορά που βρέχει/ στο γκρεμίδι απέναντι απ’ το σπίτι μας/ ξυπνούν συνθήματα του ΕΑΜ φιμωμένα/ κάτω απ’ τους σοβάδες», που πάει να πει πως είναι ακόμη ανοιχτοί και οι λογαριασμοί της ιστορίας, τι σημασία θα είχαν, όμως, αν δε μεταφράζονταν σε προσωπική ταυτότητα, αν δε γίνονταν κάτι το εφαρμοσμένο στην οικογενειακή μικροκλίμακα; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι αφηρημένο ή απόμακρο. Και για τη δική μας γενιά, που –κακά τα ψέματα– βίωσε με απροθυμία την ενηλικίωση και τη φοράει με δυσφορία ως και σήμερα, η προηγούμενη γενιά παραμένει κάτι σαν απάτητο σημείο αναφοράς, δείκτης μιας αμετάκλητα χαμένης σταθερότητας.
Εν πάση περιπτώσει, έχουμε πια περάσει τα σαράντα μας, «ανηφορίζοντας σκαλιά στιγμές δεκαετίες» και ακούμε τον Θωμά, λυρικό υποκείμενο, αλλά και θεμελιωμένη στην πραγματικότητα αδιαμεσολάβητη φωνή, να καλεί τον χαμένο πατέρα του, που υπήρξε «πατέρας ενός γιου και γιος ενός πατέρα», να τον καλεί και να τον αποζητά και να τον ξαναφέρνει κοντά του, «στους δρόμους αυτούς/ στοιχειωμένους απ’ τα φαντάσματα των αγοριών/ που και οι δύο κάποτε» υπήρξαν.
Και ο πατέρας γίνεται παράθυρο στον κόσμο και πύλη προς το παρελθόν, ενσάρκωση μια ολοκληρωμένης παιδαγωγικής, στο πώς διαφοροποιείται από την προγενέστερη οικογένεια, αλλά και στο πώς διαπλάθει ένα «καθ’ όλα νόμιμο οικογενειακό εικονοστάσι», στο οποίο χωράει κι ο Γκεβάρα, χωράνε οι συγγραφείς, χωράνε οι φίλοι, χωράνε οι κάθε είδους φορτισμένες γεωγραφίες, σα μια ―επαναλαμβάνω― μελέτη περίπτωσης της πολιτισμικής ιστορίας εκείνου του χώρου κι εκείνου του χρόνου, των πρώτων μεταπολιτευτικών δεκαετιών, τότε που οι γονείς μας γίνονται από «παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα» ή από «Νέοι της Σιδώνος, 1970», αυτό ως το οποίο τους γνωρίσαμε: γονείς μας.
Εδώ παρεμβάλλονται θραύσματα λόγου, ονόματα, τοπωνυμία, σκηνές οικογενειακής ζωής, σκηνές κρυφής ζωής που υπονοείται. «Τώρα πια», ωστόσο, σ’ ένα απότομο παρόν, «μόνη καταγωγή η αμφιβολία μας». Η λειτουργία της μνήμης, αδιάκοπη, από το ένα μέρος στο άλλο, συνδυασμένη με τις πέντε αισθήσεις, «το βήμα σου περπατά μέσα στα βήματά μας»: πόσο, εντέλει, περιέχουμε τον απόντα και πόσο συγκρινόμαστε με το ανάστημά του. Και την ώρα που ο γιος γίνεται κι ο ίδιος πατέρας, η απουσία βαραίνει περισσότερο και γίνεται αφορμή για επίσκεψη των στιγμών που υπήρξαν και των στιγμών που δεν υπήρξαν. Γίνεται αφορμή για να τεθούν ερωτήσεις, ακριβώς επειδή η απάντηση παραμένει εκκρεμής και η αμηχανία καύσιμο για τη δική μας δύστροπη συνέχεια:
Με άφησες γιο και έγινα πατέρας
και όμως δεν ξέρω καν την ηλικία μου
πόσο μάλλον τη δική σου.
Τι έχει νόημα; Μόνο «οι παρουσίες και οι απουσίες γύρω μας/ όλες μαζί παραταγμένες/ συμπαγείς σχεδόν ενωμένες». Ο χρόνος του βιβλίου αυτού είναι ο νοερός εσωτερικός χρόνος που τα περιέχει όλα και τα προβάλλει πάνω στα πράγματα. Το αίσθημα του βιβλίου αυτού είναι η αγάπη που «σ’ επισκέπτεται/ κυρίως ως θλίψη». Ο χρόνος του βιβλίου αυτού είναι το αργότερα, που διαχειρίζεται την απουσία, μα δεν της παραδίδεται, δε συνθηκολογεί μαζί της. Το αίσθημα του βιβλίου αυτού είναι το πένθος στην ενστικτώδη μεθοδολογία του. Η πυξίδα του βιβλίου αυτού είναι η Αριστερά, ως «συνέχεια μιας συνομιλίας», αλλά και ως ανάδειξη μιας απώλειας. Το αίσθημα του βιβλίου αυτό είναι κι ένα παράπονο που, έτσι που διατυπώνεται σε δεύτερο πληθυντικό, δικαιολογεί και το δικό μου πρώτο:
Το χειρότερο με εσάς (εννοώ εσένα, τη γενιά σου,
όλα αυτά) είναι πως μας αφήσατε απροετοίμαστους
εξίσου απροετοίμαστους σ’ όλα τα ενδεχόμενα.
και πάλι
Εδώ δεν μας μάθατε πώς να ζούμε, άντε τώρα να βρεις πώς να πεθάνεις.
και πάλι
Ρε πατέρα, αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν προλάβαμε
και πάλι
Γιατί εγώ παραμένω γιος. Έστω και μόνος.
Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πια.
Είμαι στο πουθενά.
Και την ίδια στιγμή που πρέπει να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας και ως εκπρόσωπο του φύλου μας (με αυτοκριτική προσωπική και συλλογική), βιώνουμε και τη διαρκή «αναμέτρηση/ ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών/ και εκείνο των νεκρών». Καθώς ο κόσμος που βρήκαμε, με τη γέννησή μας, όλο και θρυμματίζεται, όλο και λιγοστεύει.
Πώς κλείνει αυτή η ένδον ―τελικά― οδοιπορία; Με τη σκέψη ότι το προσωπικό πένθος οφείλει να γίνει συλλογικό και ότι μόνο έτσι απαλύνεται, ότι ζητούμενό μας δεν είναι παρά να «επινοήσουμε εδώ μία παράδοση/ οι ζωντανοί μαζί με τους νεκρούς» και να την εκφράσουμε «στη γλώσσα ενός κόσμου που λησμονήσαμε/ και θα τον θυμηθούμε/ ενώ τον συλλαβίζουμε». Και είναι, ίσως, το συγκινητικότερο ότι ο Θωμάς επιλέγει να εξαναγκάσει τον εαυτό του σε μια ελπίδα –εγώ δεν τη μοιράζομαι πια– ότι «μια μέρα/ η ομορφιά θα είναι η εκδίκησή μας». Ίσως αυτή ακριβώς να είναι και η πληρέστερη ενσάρκωση της οφειλής προς τον πατέρα, ο εντιμότερος φόρος τιμής.
Στο «Μεγάλο μαύρο φως» (σελ. 43-45), επίλογο της σύνθεσης αυτής και τελικό προορισμό της, ακούμε ίσως το αποτέλεσμα όλων των υποσχέσεων και διερωτήσεων που έχουν προηγηθεί, κάτι που βρίσκεται εκτός τόπου, σε ύστερο χρόνο, θραυσματικό, με λέξεις σα ριπές αμμοβολής ― τις νιώθουμε μια μια πάνω στη σάρκα μας. Το μόνο που μένει, καθώς διαλέγεται με την ίδια τη διαδικασία της γραφής, αλλά και της ενόρασης του μέλλοντος, είναι το επανειλημμένο ρήμα της τελευταίας σελίδας: «και χτίζει», «χτίζει», «όλο και χτίζει», «όλο και χτίζει».
Και θα ήθελα, πρωτίστως, να καταλήξω μ’ αυτό: πως είναι σαν ο Θωμάς να μας υποδεικνύει ότι υπάρχουν μεθοδολογίες ώστε ν’ αγγιχτεί ένα θέμα τόσο κοντινό στην καρδιά μας, χωρίς να γίνει η παραμικρή έκπτωση στη συγκίνηση και, ταυτοχρόνως, η συγκίνηση να μην οδηγήσει στην ευκολία και στον εκβιασμό του συναισθήματος. Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθουμε την επίμοχθη και μακροχρόνια κυοφορία του, που σα να έχει διαρκέσει από την εποχή του γεγονότος. Και πως μπορούμε μες στο ποίημα, παρ’ όλη τη δουλειά, να είμαστε καθαρά και απερίφραστα ο ίδιος ο εαυτός μας, όχι ένας άλλος.
Και μας εξασφαλίζει κι έναν τρόπο να τα διαχειριστούμε όλα αυτά, να υπάρξουμε επιτρέποντας σε ό,τι μας συμβαίνει μια εσωτερική βραδύτητα, μια υπομονή γι’ αυτό που χρειάζεται να χωνευτεί και να διοχετευτεί μέσα μας. Χωρίς θόρυβο, χωρίς βιασύνη, επανερχόμενοι ξανά και ξανά, μέχρι να δώσουμε, σ’ ό,τι κι αν νιώσουμε, τη σωστή του μορφή. Για να επαναλάβω τις λέξεις που με συντρόφευσαν, κατά την ανάγνωσή μου, ως κλειδιά: αυτό εδώ είναι ένα βιβλίο χρέους, οφειλής, αγάπης. Ένα βιβλίο που μιλά για μια προσωπική απώλεια, αλλά και δίνει φωνή στο συλλογικό πένθος της γενιάς μας για εκείνην που προηγήθηκε και για μια ολόκληρη εποχή.