Τις μέτρησα απανωτά αλλά ο αριθμός τους κάθε φορά παράλλαζε. Τη χρωματική τους ευωχία τη σκίαζε ένα κατά καιρούς περαστικό νεφέλιο θολερής αμφιβολίας. Όπως αυτό που με τον καιρό προφυλάσσει στοργικά την όραση από την αδυσώπητη αλήθεια του νέτου περιγράμματος. Βυθίζοντάς την στο διηνεκές βούρκωμα ενός εκμυστηρευτικού σφουμάτο, μια αποκαλυπτική μα νηφάλια με την αοριστία της νερένια αρραφή άχνη καταρράκτη.
Μα στο τέλος τέλος, πλάσμα των απατηλών λαβυρίνθων της αφαίρεσης δεν είναι και η περιούσια τάχα αφθαρσία των αριθμών; Και των λόγων;
Εγκατεσπαρμένες ασύμμετρα, παραλλάσσοντας αδιάκοπα την πλαισίωση που χαλιναγωγεί την αταξία του βλέμματος, σε αντίθεση με τον ισοσθενή κραδασμό του φωτός από άλικο σε άλικο, από στέλεχος σε στέλεχος, με την λεία χωρίς ανάπαυλες απτική ένταση εκ των άνωθεν υφαντού δι’όλου μεταξωτού υφάσματος που περιγελά τις ασυνέχειες και διαισθήσεις της αφής, επανθούσες ανθεκτικές πεταλουδόφτερες, μα ταγμένες στην απατηλή ακινησία μιας δυναμικής συνέργειας και με την πιο ανεπαίσθητη πνοή απαλής αύρας , τον πιο επιβλητικό επιτονισμό βροχοστάλας ή δρόσου ψεκάδας, ριγηλές, παρέκαμπταν την απαξία των αριθμών, αντιγράφοντας την συμβολική ευρυχωρία του άπειρου.
Ήσαν άπειρες.
Όταν εξάλλου ζήτησαν από κάποιον να τις φανταστεί, απάντησε πως αυτές δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι φάντασμα, πλάσμα της φαντασίας, πως του ζητούσαν —πράγμα αδύνατο—να φανταστεί την πραγματικότητα. Έτσι και ο συνθέτης Μέντελσον αρνούμενος την ανάγκη προσθήκης στίχων στα πιανιστικά του «Τραγούδια χωρίς λόγια», είπε πως τα αισθήματα που εξέφραζαν, ήταν πολύ συγκεκριμένα ώστε να μπορεί να τα εκφράσει ο λόγος. Πρόσκαιρες και επίκαιρες, φαινομενικά αΐδιες, και εσαεί ίδϊες, αποκρούοντας με επίπλαστο νάζι και ανεμελιά τα επιπάσματα εκατομμυρίων βλεμμάτων, θηλυκές σαν τη νύχτα και όλες τις βασιλίδες του στερεώματος και των άστρων. Μαύρες στα βάθη, σαν κι αυτήν. Εστεμμένες με τη γύρη των άστρων σαν κι αυτήν. Σχεδόν από αυτή κίτρινες πουδραρισμένες. Εντέλει αθέατες όπως αυτή. Υπεραίθριες όπως αυτή. Με λίγο γαλάκτινο οφθαλμό. Γαλαξίες.
Υπνοφόρες. Ως μαραμένες νεκρές πάντα με την προσδοκία επίκαιρης αναστάσεως. Ως αποδημητικά που χαμοκουκουβίζουν τρυφερά την ώρα- που-
Το επόμενο πρωί έλειπαν αφήνοντας έκθετο το κενό, μια απουσία. Σαν διαμαρτυρία αγγέλων, ένα παιδικό κλάμα.
Αργότερα, στη σχολική τάξη με το πλημμυρισμένο φως τα παιδιά αποστρέφοντας το βλέμμα απ’ τα χερόβολα θερισμένες παπαρούνες βάναυσα από την κόσα χορτοκόπου προτού βγει ο Απρίλης, έδωσαν τον ορισμό της ποίησης πως υπάρχει επειδή δεν υπάρχει όπως η κομμένη παπαρούνα.
Παράλληλη αναζήτηση
Φέλιξ Μέντελσον (1809-1847), Τραγούδια χωρίς λόγια (8 Βιβλία, 1829-1845)