1Γύρισε ξαφνικά πλευρό, και είδε τους νεκρούς του όλους να παρελαύνουν μέσα στο όνειρο, και τον πατέρα του μαζί, και ύστερα τον θείο του, τον συνονόματο, αυτόν που όταν ο πατέρας πέθανε πήγαινε με ένα καραφάκι και δυο ρακοπότηρα στον τάφο του, τσούγκριζε κι έπιναν μαζί. Κι ο άλλος, ο εξάδελφος, εκείνος που αποχώρησε την ώρα που έλεγε: “Να μη φοβάστε!”, και μερικά ακόμη σχεδόν βρέφη, πριν να προλάβουνε να πούνε ένα γεια, πριν γδάρουν δεύτερη φορά το γόνατο, τα πήρε ο άγγελος και τα μοιρολογούσαν οι μοιρολογήτρες δίχως τίποτα να ξέρουνε γι’ αυτά, tabula rasa ο καιρός τους, πώς να μοιρολογήσεις έναν που δεν έχει ιστορία; τι να πεις; για “δέντρο που δεν πρόλαβε να πιάσει χώμα”; για τον “λεμοναθό που μες στο καταχείμωνο μαράθηκε”; για την παρθένα που περίμενε τον άντρα της στον άλλο κόσμο για να κάνει το καθήκον του, και όντως το ‘κανε; -μια αγκαλιά κλαδιά και παρακλάδια από τον ύπνο της γριάς για των βρεφών τον βίο τον ανέφελο και για των ενηλίκων τον χειμώνα. Κι ήτανε όλοι οι συμμαθητές εκεί, αυτοί που είχαν ήδη φύγει, και δεν ήταν λίγοι. Ήταν κι εκείνος να ακολουθήσει κάποτε, μα σκόνταψε ο Άγγελος σε μια μεγάλη πέτρα κι έφαγε τα μούτρα του, είπε θα ‘ρθει αργότερα, ακόμα τόσα χρόνια και τον περιμένει, ας έρθει όποτε μπορεί, “να κάνει ο καθένας τη δουλειά του, μόνο να μην ενοχλεί του άλλους”, έλεγε. Έτσι κοιτούσε γύρω τους νεκρούς και η ψυχή του ησύχαζε, κι ονειρευόταν λέει μια κιθάρα πως κρατούσε, σα δέντρο ριζωμένη σε περβόλι με παιδιά που παίζανε, κελαριστά τραγούδαγε σαν το ρυάκι που κατέβαζε φωνήεντα κι έκρυβε σύμφωνα δεξιά κι αριστερά ανάμεσα στις πέτρες για την άλλη εποχή. Κάποτε βούταγε το ρυάκι μες στη θάλασσα, κι ο χρόνος λίγο σταματούσε, εσκέπαζε τα μούτρα του και μέτραγε ως τα εκατό, να βγει να δει πού κρύφτηκαν, κι η θάλασσα γυρνούσε ελαφρά κι αυτή την πλάτη της και καβαλίκευε το ρυάκι, σαν την πέστροφα, κόντρα στο ρεύμα, κι η βουκαμβίλια βλάσταινε στον ύπνο του με πορφυρές εκρήξεις, κι ήτανε βρέφος πάνω στο βυζί της μάνας του, κι ο κόσμος ήταν δίκαιος.
2Ήταν φορές που έβλεπε το παρελθόν όπως φωτογραφία που στις άκρες μόνο πάλιωσε, το σώμα της ήτανε όμως σώμα νέο. Βουβός κοιτούσε ο καβαλάρης πάνω απ’ το άλογο, φάντασμα πιο πραγματικό απ’ τη ζωή έτσι που του την ανιστόραγαν, αποκαΐδι κόσμου που είχε καταρρεύσει από καιρό, κι όμως ήταν εδώ. Η σύναξη με τους συμμαθητές, μύστες κι αγαπημένους εφηβείας ακατάλυτης, μ’ έρωτες και κελαϊδισμούς μιας εποχής γριούλας πια, αλλά που τώρα χόρευε μπροστά στα μάτια του σαν κοριτσόπουλο, ήταν για κείνον τον μειλίχιο περιπατητή δώρο πολύτιμο.
Σε μιας τέτοιας φωτογραφίας τη σκιά, στο διάλειμμα μιας συναυλίας του στην πόλη/μάνα, που κι αυτόν με θαύματα τον είχε αναθρέψει, είδε τον δεύτερό του εαυτό να αποχωρεί πίσω από ρυτίδες φίλων που γιγαντωνόντουσαν, κι ύστερα πάλι μες στη λήθη βυθιζόντουσαν και πήγαιναν. Μες στην ευρυχωρία ενός τέτοιου δευτερόλεπτου, είδε, σαν από κάμερα στο κέντρο της σκηνής, τον αιχμαλωτισμένο μέσα χρόνο, να κάθεται σε πολυθρόνα υφασμάτινη, αγουροξυπνημένος, μαχμουρλής, αξιοσέβαστος, μ’ ένα τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα χείλη, με μια βαλίτσα διάπλατα ανοιχτή με τα ερωτηματικά, και μ’ ένα βλέμμα-ανολοκλήρωτη εμμονή, κάτι σαν πείσμα, έτοιμος πάλι να αναχωρήσει για το μέτωπο. Δεν ήξερε πώς να τις πει και πώς να τις εξαργυρώσει εκείνες τις στιγμές, πώς να τις ξαναχτίσει μες στη μνήμη. Ήθελε έναν τόπο να σταθεί ίσα για να λυγίσει το τόξο του, να μπει η χορδή στη χαρακιά της, μια πέτρα έρημη απάνω στο βουνό, ας ήταν κι έξω από τη γη, όπως ο τόπος που μες στο όνειρο του Αρχιμήδη στοίχειωσε, να βρει κάπου να στήσει τον μοχλό, να διασκορπίσει τους διεσταλμένους μύθους του στον γαλαξία. Μόνο με τις κραυγούλες του μωρού μπορούσε τότε να αρθρώσει ό,τι ήξερε. Κι ίσως με εκείνη την πολύτιμη ευγνωμοσύνη αυτού που ανέλπιστα του αποκάλυψαν οι ασώματοι ότι ετούτη η στιγμή δε θα αλλάξει στον αιώνα του, θα τονε βασανίζει μέχρι που να καταλάβει, και τότε μόνο θα ‘ναι που κι εκείνος θα την ελευθέρωνε, θα τηνε βύθιζε στη λίμνη με τους τρυφερούς Ναυτίλους που παρηγορούν κάθε ονειροπόλο, δίχως ποτέ να του ζητήσουνε αντίτιμο.
Μ’ αυτά και μ’ άλλα γίνηκε μια μέρα μουσικός, και από τότε μίλαγε χωρίς οι άλλοι να παρεξηγούνται. Ύστερα μίλαγε χωρίς να έχει τίποτα να πει, κι ύστερα δίχως ούτε ο ίδιος να καταλαβαίνει. Στο τέλος έκανε νοήματα σαν τον κωφάλαλο, όπως χτυπάει στις κορφές ο ανεμόμυλος τα παλαμάκια του δίχως να περιμένει την ηχώ να του γυρίσει, αγράμματος του κόσμου κι άλλο τόσο αμετακίνητος στην πίστη του, γιατί το ήξερε: Ο άγγελος τού είχε φυλαγμένες τις αραχνοΰφαντες στιγμές, και θα του τις επέστρεφε ανέγγιχτες μια μέρα.
3Πατούσαν κι έσπρωχναν στην ουρά έξω απ’ το μαγαζί. Μαγαζί το λέγανε μα ήταν ένα από κείνα τα καταστήματα που στριμώχνονταν στο κέντρο της πόλης, σε υποφωτισμένα υπόγεια αμφίβολης αισθητικής, κι όμως εκεί ποτέ κακό δεν πάτησε κανένα, οι προσευχές τα φύλαγαν των οικογενειών, αίθουσες με μια μπάλα από πολύχρωμους καθρέφτες πάνω από τον κεντρικό βωμό, οφθαλμός δίκης που διαμοίραζε φαντάσματα ακριβοδίκαια σ’ όλες τις επιφάνειες. Πατούσαν κι έσπρωχναν με περηφάνια έτοιμη να καταρρεύσει, να πουληθεί για μια δεκάρα και να ξαναπουληθεί, μέχρι που να διαβεί αλώβητη τις πολυπόθητες τις συμπληγάδες των βλεμμάτων, των εν υπηρεσία διατελούντων, εκείνων που έκαναν την πρώτη διαλογή. Τα βλέμματα τούς μέτραγαν με το υποδεκάμετρο να δουν αν ήταν άξιοι να μπούνε στο ναό. Ψέματα ήταν. Όλοι τούς θέλαν για πελάτες τους, φτάνει αυτοί να μην το ξέρουνε, με το παρακαλώ θα πέρναγαν τον έλεγχο, την πόρτα που άνοιγε διάπλατα πάνω από θαύματα φτηνά, ύστερα μια άλλη πόρτα, δεύτερη, που όταν την άνοιγες σε λούζανε τα ντεσιμπέλ, πέφτανε πάνω σου ανελέητα με τα σφυριά τους και χτυπούσαν, ρίγος διαπερνούσε τη σπονδυλική σου στήλη, κι ένιωθες τον ιδρώτα των κορμιών, κυρίως όμως τον ιδρώτα της προσμονής για την εξαίσια συνεύρεση, αθώα ή όχι αθώα -ποιος νοιαζότανε; ποιος παζάρευε;- φτάνει να είχαν κάτι ύστερα να λένε, μισή αλήθεια και μισό καλοσιδερωμένο ψέμα, κι ήτανε ετούτο εκ των ων ουκ άνευ για τον παραισθητικό τους κόσμο, τον πλήρη λυρισμού και γοητείας, κόσμο υγρό, κόσμο μετέωρο, αρχαίο δορυφόρο ενός πλανήτη αισθημάτων, πανσέληνο των καθρεπτών που ανατέλλουν μες στην πιο βαθιά σου νύχτα, έτοιμοι να θρυμματιστούν μπροστά στις κραταιές των οικογενειών τις θύρες, με τα στεφάνια του Μαγιού και με τους καπνισμένους πάνω από τα κεφαλόσκαλα σταυρούς της Ανάστασης. Εκείνοι κράδαιναν πολιορκητικούς κριούς, και δεν το ξέρανε τι ποίησης ατραπούς διαβαίνανε, πλάι στων ενηλίκων τη φτιασιδωμένη ένδεια. Μια θάλασσα ναρκαλιευτικά νανούριζε ναυάγια, και ο καιρός περνούσε.
Κάποτε πέρναγαν την είσοδο. Ήτανε τώρα όλα στην κορύφωση, η ένταση και οι ρυθμοί που επιτάχυναν, και τα κορίτσια που χαϊδεύανε τις γάμπες και τους αστραγάλους τους, ξαδέρφες που τις συνοδεύαν συγγενείς σιδηροδέσμιοι με όρκους του φιλότιμου, και κάποια μεγαλύτερα κορίτσια, που θα τα ‘λεγες πως ήταν του επαγγέλματος, μα όχι, τέτοια σε αυτά τα μέρη δε γινόντουσαν, ίσα κάτι να περιμένουνε ήτανε, κι ήταν μ’ αυτό το κάτι που κυλούσε το Σαββατοκύριακο, κι ύστερα η εβδομάδα ολόκληρη, και κένταγαν οι ονειρώξεις παραδείσους μες στη μοναξιά των υπνοδωματίων και μες στις κρύπτες των θρανίων με τους χαραγμένους όρκους της αγάπης, κι αντέχανε τα χρόνια στην ακινησία. Όλα τώρα ανέδιδαν ιδρώτα από σκέλη εφηβικά, κι απ’ την ακόμα ανεξερεύνητη σχισμή ανάμεσα στων κοριτσιών τα στήθη, κι απ’ τα υγρά τα έτοιμα να κατακλύσουν ένα σύμπαν αφοσίωσης. Και μύριζε η αίθουσα συναίνεση, κι έβλεπες με τα μάτια σου κατολισθήσεις τόπων μυθικών, τίποτα κραταιότερο απ’ των αισθήσεων την παντοδυναμία, τίποτα πιο πολύτιμο απ’ την επιδερμίδα ενός κοριτσιού που τη διαβάσανε με αιδώ τα ακροδάχτυλά σου, και φούσκωνε στα βάθη της ψυχής αιμάτινο ένα αερόστατο, κι ήταν ο κόσμος σύμπαν έξαρσης, και ποταμός χρησμών ανεξαργύρωτων.
Στεκόταν τώρα στη σκοπιά ο Άγγελος, κι έχτιζε το γεφύρι του πάνω απ’ τα επικίνδυνα υπόγεια. Καμιά φορά μια polaroid άστραφτε βαθιά μες στο σκοτάδι, κι ήταν τότε που ξύπναγαν τα άλλα θαύματα, μορφές μέσα απ’ το χαρτί, πόδια και χέρια στον αέρα γιόρταζαν, γλώσσες αμεταχείριστες έβγαιναν για να κοροϊδέψουνε τα σοβαρά αυτού του κόσμου, και η υδρόγειος αμετακίνητη στο κέντρο του ηλιακού συστήματος, με τους καθρέφτες της να τρίβει απομεινάρια μύθων κατευθείαν πάνω στην ψυχή τους. Ο κόσμος ήταν έτοιμος να διαρραγεί, πατούσαν πέλματα γυμνά σε ερειπωμένες γέφυρες, όμως κανένας γύρω δεν ανησυχούσε. Ήτανε έξω Άνοιξη, κι ο άνεμος ψιθύριζε τραγούδια πολυσύλλαβα στους λαβυρίνθους των κεκοιμημένων, μέσα στα τείχη αυτής της πόλης, κάτω απ’ τα ίδια της τα ρούχα, αυτής, της από πάντα ερωμένης. Η φύση κάτω από τον λήθαργο του Γιούχτα ύφαινε τα υφαντά της με εμπιστοσύνη.
4Ο ήλιος τώρα είχε κατεβεί. Στη ρίζα του βουνού τον πήρε ο ύπνος σε μια πέτρα αντικρυστά στη δύση. Ήταν πριν τον σεισμό που πρόλαβε και άκουσε από το βάθος του βωμού:
―Ό,τι έκανες κι ό,τι δεν έκανες
είναι ακουμπισμένο εδώ
σ’ αυτήν την τρυφερή φτερούγα χρόνου
που σε κουβαλάει.
17 Μαΐου 2026