Άπνοια

Είναι μια θάλασσα. Πολύ κοντά στο πατρικό μου σπίτι. Τόσο κοντά, που, όταν ήμασταν παιδιά, σταγόνες κρητικού πελάγους πιτσιλάγανε τα όνειρα με τα κορίτσια, κάτω απ’ τα υφαντά σκεπάσματα της μάνας μου. Χειμώνας λίγος τότε, κι οι αλάνες ατελείωτες, να κυνηγάμε το τόπι, που ‘λεγε κι η συγχωρεμένη η γιαγιά, και να μακραίνουμε στη φαντασία μας, να μακραίνουμε, να μεγαλώσουμε κι άλλο, όσο μπορούσαμε αυτό το καλοκαίρι. Η γιαγιά κατέβαινε απ’ το σπίτι της να φυλάξει σκοπιά, όσο εμείς διαβάζαμε με συμμαθήτριες, πάντα καχύποπτη, σε διατεταγμένη υπηρεσία, πίσω απ’ τα γυαλιά της, ίδιος ο πατριάρχης η συγχωρεμένη. Πόσες χαλάστρες μας έκανε, ούτε να το θυμάμαι.
Είναι μια θάλασσα που ’ναι μόνο δική μου θάλασσα, γιατί αυτή ήτανε που φύλαγε σκοπιά σαν έκανα το πρώτο μακροβούτι, όχι καχύποπτη, δίχως γυαλιά αυτή, κοίταζε μόνο να μην ξεθαρρέψω παραπάνω απ’ το πάρα πολύ. Κι όμως ο τρόπος της ήταν η έξαρση. Από νωρίς, εκεί, στο τέλος του καλοκαιριού, καταχτυπούσε στα βαθιά τον ύπνο των βράχων να τους ξυπνήσει: «Τέλος ο Αύγουστος! Ξυπνάτε, πιάνουμε δουλειά!», κι αρχίζανε τις μάχες. Εμάς δεν μας πείραζε η βιάση της. Πατούσαμε γερά την άμμο στα ρηχά, κι οι βράχοι ήταν ένα άβατο, το ξέραμε, και το ‘ξερε κι η θάλασσα που έλεγε τα παλιόλογά της εκεί μέσα, μακριά, εκεί που δεν ακουγότανε, ήσυχη που μεγαλώναμε κι εμείς μέσα στο σώμα του καλοκαιριού. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πέρασα το όριο. Ανάμεσα στον τελευταίο βράχο με τους αχινούς και στο μαύρο πηγάδι του ύστερα, ψυχανεμίστηκα τι πράμα είναι η ζωή και πώς μπορεί να μοιάζει ο θάνατος. Ζάλη με τύλιγε κι από δω κι από κει, μα πάνω απ’ τα βαθιά καταχτυπούσε η καρδιά μου σαν το τούμπανο του γύφτου, κι έσταζε κάθε κύτταρο ζωή ζεστή, ζωή που έλαμπε σαν ασπρισμένη κάμαρη προσφυγοπούλας.
Είναι μια θάλασσα που κάποτε ξεκίνησαν βουνά να την περιτειχίζουν. Και τότε ήταν που –κατά πώς είπαν οι παλιότεροι, που τα θυμούνται– ένας θεός τεμπέλης έβαλε το βέτο του, ένας που ξάπλωνε ολημερίς τ’ ανάσκελα και κοίταζε βαθιά στις χαραμάδες του ουρανού, κι ύστερα ζέσταινε τα αποδημητικά στο χνότο του, χωρίς σημάδι, δίχως τίποτα να τους ζητά, ίδιος βουνό, ακίνητος στην ίδια θέση πάντα, ποτέ δεν άλλαξε πλευρό όλα τα χρόνια που τον ξέρω. Είχε λοιπόν αυτός τις αντιρρήσεις του, δεν ήθελε οι χτίστες να του κλείσουνε τη θέα, και άστραψε, και βρόντηξε, κι έβαλε στήθος κι άλλαξαν οι αποφάσεις. Έμεινε έτσι απ’ τη μια ένα απέραντο τειχιό, κατάκλειστο κατά τη δύση, κι η ανοιχτή πεδιάδα να κοιτάς ως την Ασία στην ανατολή. Στη μέση ο τεμπέλης έξυνε το γένι του ευχαριστημένος. Έτσι τον γνώρισα, όταν μια μέρα μου τον έδειξε ο πατέρας μου. Άνοιξε το ένα μάτι και με κοίταξε. Ύστερα το ‘κλεισε εγκρίνοντας, δεν ξέρω τι, μα από τότε ήτανε εκεί και με περίμενε. Κάθε που επέστρεφα, θα του ‘γνεφα μέσα απ’ τη θάλασσα, θα του έδινα αναφορά για ό,τι γίνηκε στα ξένα. Εκείνος κούναγε τα δάχτυλα μες στο νερό κι άφηνε ένα βρουχητό γυρνώντας μες στον ύπνο του: «Ναι, σ’ αγαπώ, το ξέρεις, μα μην παίρνουμε και θάρρητα. Κάμε εσύ τώρα τη δουλειά σου, να κάμω κι εγώ την εδική μου!»
Είναι μια θάλασσα –μικρή, μεγάλη, δεν ξέρω να πω, εμένα πάντα μεγάλη μου φαινότανε– θάλασσα γαλανοφορούσα κι άλλοτε πάλι, στις κακές της, στα μελιτζανιά, θάλασσα που κρατούσε στον βαθύ τον κόρφο της ένα νησί σαν κόσμημα, βράχο μακρόστενο, κατά πώς φαίνεται από δω, μια σαύρα φαλακρή να λιάζει την ουρά της μες στο πέλαγος, έτοιμη με δυο απλωτές να σκαρφαλώσει τη στεριά. Αιώνες τώρα απάνω στην πέτρινη ράχη της γεννοβολούνε αγριοκάτσικα. Οι ξενομπάτες τα ’πανε κρι-κρι, κάτι σαν σκίρτημα προλεκτικό και σαν των φιλελλήνων αγραμματοσύνη, αλλά κι εμείς πάντα έτσι τα λέγαμε. Μέχρι που κάποτε, ανόητος, ένας βοσκός άφησε τις κατσίκες του απάνω στο νησί για να βοσκήσουνε και από τότε δεν τα λέμε τίποτα, γιατί φλωρέψανε και τρώνε από τις φούχτες των ανθρώπων. Όμως χοροπηδάνε ασταμάτητα μες στα ζεστά της μνήμης, επίτιμοι της τρυφερότητας, βράχο τον βράχο, στα μυτερά της παιδικής ηλικίας, εκεί που το κάποτε είναι πάντα για πάντα.

Όλα είχαν μέσα στη στιγμή κρατήσει την ανάσα τους, όλα, μικρά-μεγάλα, τα γρανάζια αυτού του μηχανήματος που τρέχει τα απέραντα διαστήματα μέσα στο σύμπαν με εμπιστοσύνη, είχαν σκαλώσει ανεξήγητα

Είναι μια θάλασσα που παίζουν μέσα της παιδιά και θειάδες τα φωνάζουν από τη στεριά να βγούνε έξω. Είναι μια θάλασσα που μόλις σκάσει μύτη ο Αύγουστος, με το ψημένο δέρμα του και το ασκί με τα μελτέμια στο ζωνάρι κρεμασμένο, φορά στεφάνι ολόλευκο στα μαύρα της μαλλιά, στεφάνι σ’ όλο το λιγνό κορμί της, και τότε είναι που οι θειάδες, με μια φωνή, σα σμάρι γλάρων που το τρόμαξε η ντουφεκιά και πάει, σκόρπισε, με λέξεις τρόμου –τρόμου παλαιού όσο κι η σκυθρωπή, σταφιδιασμένη σ’ όλη την ψυχή της προγιαγιά της θάλασσας, πέρα, μακριά, βαθιά, εκεί που δεν την φτάνει ο νους σου να τη δει μα που όσοι κάποτε την είδαν λένε πως στ’ αλήθεια είναι συνοφρυωμένη– σέρνουν οι θειάδες με τσιρίδες τα ανίψια τους απ’ τις μασχάλες, τα κουκουλώνουν με πετσέτες δίχρωμες, να φύγουνε, να φύγουν Παναγία μου, ήσυχες που τελείωσε κι αυτή η μέρα, που κάναν το καθήκον τους, αύριο έχει ο θεός.
Κάποτε που η θάλασσά μου, η δική μου θάλασσα, με κράταγε και μένα μες στον κόρφο της σαν γαλανό νησί και σαν νιογέννητο αϊτόπουλο, και μου νανούριζε κρυφές χαρές μες το μεταξωτό της δέρμα –τότε που η ευτυχία είχε βάρος και χυνότανε στη μνήμη σαν δοχείο σινικής μελάνης, όμως ολόλευκης, σαν τα σεντόνια των βουνών Δεκέμβρη μήνα εκεί ψηλά, δοχείο που σκάλωσε από λάθος στο μανίκι σου κι απλώθηκε παντού ολόλευκος ο ποταμός, ακατανόητα, απλώθηκε για πάντα– μια τέτοια μέρα που η θάλασσά μου πάλι φόραγε το νυφικό της, με όλους τους ανέμους να φυσούν και να καληνωρίζουν τη στιγμή, την πήρα μυστικά, αγκαζέ, την έπιασα απ' τον καρπό, τύλιξα το δεξί μου χέρι γύρω από τη μέση της, κι έτσι, σιγά-σιγά, λίγο το λίγο, την ανέβασα στο εκκλησάκι που ακόμα λιάζει τον ασβέστη του πάνω στη μύτη του γενειοφόρου. Εκεί, κάτω από ήχους λύρας και σκιρτήματα φτερών στα τέλια του λαγούτου, την πάντρεψα με το παιδί που ήμουν τότε. Από τη μέρα εκείνη κι ύστερα, όποτε θα ‘μπαινα στο σώμα της, θα ‘ξερα πως, παντού και πάντα, σ’ όσες θάλασσες κι αν θα βουτούσα, εκείνη θα ‘τανε η μία, η δική μου θάλασσα, εκείνη που ποτέ δεν πρόδωσα.
Έτσι και τώρα που ήρθα για μια τελευταία φορά να δω την αρραβωνιασμένη (πάντα, το ξέρω, πάντα θα ‘ναι τελευταία φορά στον κόσμο μας), βρήκα το δέρμα της ανάλαφρο, το άγγιγμά της κοριτσίστικο, ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν βάραινε τη λάσπη του απάνω στο φτερό της πρώτης μνήμης, που τη φυσούσε αέρας πελαγίσιος μέσα απ’ τους γκρεμούς του χρόνου να την πάει. Ήταν η ίδια που μιλούσε με κραυγούλες ευτυχίας, μικρές τσιρίδες που κουρντίζαν όλα τα ξεκούρντιστα του κόσμου, κραυγούλες όπως κοριτσιού που του γαργαλά η καλοσύνη το κρίνο του λαιμού και ξεκαρδίζεται, και να που τώρα το γέλιο της τρύπωνε σε κάθε πόρο της ψυχής μου, κι ανάσαιναν στη θύμηση χαρές που είχα ξεχάσει, χαρές από τα χρόνια που με κράταγε στην αγκαλιά της σάμπως μαζί να μεγαλώσαμε, σάμπως να ήταν η χαμένη μου αδερφή, εκείνη που δεν γνώρισα, που από τη γέννησή της μοναχά εμένα πρόσμενε να συναντήσει.
Θα ‘ταν απόγευμα, ή θα ‘ταν μια οργιά από τη δύση του ο ήλιος –πού να ξέρω τώρα, αφού κι ο χρόνος έχει άλλα χούγια με τους αρραβωνιασμένους– κι άπνοια είχε συνεπάρει το τοπίο. Όλα είχαν μέσα στη στιγμή κρατήσει την ανάσα τους, όλα, μικρά-μεγάλα, τα γρανάζια αυτού του μηχανήματος που τρέχει τα απέραντα διαστήματα μέσα στο σύμπαν με εμπιστοσύνη, είχαν σκαλώσει ανεξήγητα, σάμπως να ξέχασε της τελευταίας βάρδιας ο εργάτης να κουρντίσει, και όλα τώρα μοιάζαν σιωπηλά, ακίνητα, στέκονταν προσοχή, έτσι όπως κάποτε όλοι μας (ποιοι όλοι να ‘μασταν εκείνοι οι όλοι άραγε;), μες στην πλατεία, ώρα υποστολής, δεκαετία του ’60, κάτω απ’ τα χάλκινα της μπάντας που κιτρίνιζαν τα στρουφιγμένα σώματα τους μες στην αγκαλιά της αμφιλύκης και φύσαγαν τον ύμνο με τις πολλές τις κόψεις, ξεκούρντιστα, απόμακρα, συγκινημένα, λες και τα φύσαγαν εν χορώ τιμωρημένοι του άλλου κόσμου, ερασιτέχνες Άγγελοι σ’ αναστολή, απ’ τα λευκά κελιά τους, μια Κυριακή απόγευμα, στις «Τρεις Καμάρες» της μητέρας πόλης, μια εποχή που όλα τούτα είχαν κάποια σημασία.

Είναι μια θάλασσα, πολύ κοντά στο πατρικό μου σπίτι, που τα νερά της τον Χειμώνα ακόμα πιτσιλάνε όνειρα κάτω απ’ τα υφαντά σεντόνια της μητέρας μου.

Ο ήλιος τώρα επαιάνιζε υποστολή πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μέσα σ’ ένα τοπίο σαν μετέωρη φωτογραφία, που χίλια μέσα στόματα ήξεραν σε κάθε λεπτομέρεια να συλλαβίσουν, τοπίο που όσο κι αν το χτίζαν και το χτίζαν οι εργολάβοι με τις κρεμαστές κοιλιές, τίποτα βρόμικο δεν γράφονταν στο ραβασάκι του αμφιβληστροειδή, στην τρυφερή λεκάνη που μαζεύει φως να νίψει τ’ άλλα ανομήματα, όλα θα μέναν ίδια κι απαράλλαχτα στης μνήμης το πρωτότυπο, αβγό της καλοσύνης έτοιμο να διαρραγεί, ν’ αποκαλύψει τ ‘ανθισμένο μέσα περιβόλι του, έτοιμο, και όμως το ανέβαλλε, το ανέβαλλε, μέχρι που βεβαιώθηκα ότι εκείνη η αναβολή ήτανε πλήρης ο νυμφώνας, φωταγωγημένος. Κι ο ήλιος επαιάνιζε υποστολή.

Ήτανε άπνοια. Ο γενειοφόρος ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα μέσα στο πιο αραχνοΰφαντο όνειρο, κι ήταν κάπως ανήσυχος μην του το πάρει καμιά άξεστη ανάσα. Ήτανε άπνοια. Τόσο, που των ληστών οι ανεμόμυλοι, πάνω στην πλάτη του τειχιού που έκλεινε τη θάλασσα στη δύση –μύλοι δίχως ελπίδα Δον Κιχώτη μέσα στους αιώνες τους, να σκύψει να τους ευλογήσει ένα βράδυ– είχανε μείνει όλοι τους ακίνητοι, με απλωμένους τους βραχίονες δεξιά-αριστερά, να ζητιανεύουν λίγο άνεμο, σαν τους ληστές στο Γολγοθά μιας επιτέλους δίκαιης Παλαιστίνης. [ – Άιντε ληστές, κι άιντε της κάθε μας γενιάς οι ανεμόμυαλοι, ο άνεμος σας εκδικήθηκε, καλώντας σ’ απεργία όλα τα τσιράκια του. Κοιτάχτε τώρα τους ταριχευμένους πελαργούς σας, κοιτάχτε τα μεταλλικά φτερά τους πώς δεθήκανε πισθάγκωνα, μήπως και κάποια μέρα θυμηθείτε πώς συλλάβιζαν τον Άνεμο οι παππούδες σας, και τι πληρώνει ο που δε σέβεται τον νόμο.]
Κατέβασα κι εγώ το βλέμμα μ’ ένα συννεφάκι ευγνωμοσύνης προς τους απεργούς, κι είδα ένα παιδί με πορτοκαλοκόκκινο βρακί να περπατά πάνω στα ακίνητα νερά –Χριστέ μου!– στραμμένο προς τον ήλιο, που γλιστρούσε τώρα οργιά την οργιά να το συναντήσει. Στεκόταν πάνω στο νερό – ήμουνα σίγουρος, μες στην ωραία ζάλη μου, ήμουνα σίγουρος, ώσπου θυμήθηκα πως περπατούσε σε μια υποθαλάσσια κορυφογραμμή, που χάιδευε με τα μαλλιά της η καλή μου. [ Μα πώς την είχα εγώ ξεχάσει αυτή την κορυφογραμμή, εγώ, ο από πάντα τοπογράφος;! ]
Κι ύστερα είδα το ζευγάρι τους εφήβους. Ήρθαν με τα ξεδοντιασμένα τους ποδήλατα, που τα παράτησαν στην άκρη της σκηνής σαν κατοικίδια, κι έσερναν τώρα μες στην άμμο το εξουθενωμένο βήμα των αρχάριων στον έρωτα, τότε που απ’ το πολύ να σε μυρώνει η αγκαλιά του άλλου ο κόσμος κοντοστέκεται, στέργει ο θεός και τραβά τον μοχλό του επείγοντος, κι επιβραδύνει το ταξίδι της η γη, να κάνει λίγο χάζι τα ανήλικα. Εκείνα τώρα σέρνονταν μονάχα τους μέσα στου κόσμου τους τη μιαν αλήθεια. Και δεν το ξέρανε με τι χρυσόσκονη πασπάλιζε την ψυχή τους ο γενειοφόρος. Μα κι όταν κάποτε το μάθαιναν, δεν θα το είχαν πια – έτσι πάει. Κι ύστερα βγάλανε τα κινητά για τις γνωστές ανοησίες – θέλει κι η ευτυχία το ρέγουλό της, δεν αντέχεται, και πρέπει πάνω στην καλή της ώρα να την αρνηθείς, πρέπει να είσαι έτοιμος, με το που λαλεί ο ψεύτης πετεινός να τηνε φτύσεις στα μούτρα και να φύγεις. Να, κάπως έτσι μένουνε στη μνήμη μας οι άνθρωποι, με τα μπρος και με τα πίσω της καλοσύνης τους, με κομμάτια και μ’ αποσπάσματα, σκόνη βαρύτιμη αμφορέων που αναδυθήκανε απ’ τον κατακλυσμό. Και έτσι μένουνε στη μνήμη μας κι οι θάλασσες, που ‘ναι το ίδιο κι ίσως λίγο περισσότερο.

«Και έσονται οι δύο...» είπα, σαν να τους έδινα την ευχή μου, σαν να μας έδινα την ευχή μου. Γύρισα προς τον ήλιο να προλάβω.

Ήτανε τότε που είδα, πίσω απ’ το παιδί με το πορτοκαλοκόκκινο βρακί που περπάταγε στα νερά, είδα, σαν από άλλον κόσμο ταξιδεμένο, ένα πλοίο να σέρνει τη σκιά του στον ορίζοντα, δίχως καπνό, δίχως φώτα, χωρίς ζωής σημάδι πάνω στο κατάστρωμα, μ’ άδεια τα αμπάρια, το ήξερα, μονάχο, πλοίο-φάντασμα, που το ’σπρωχνε το δάχτυλο του γενειοφόρου μες στο κουκλοθέατρο του ύπνου του, και πήγαινε, και πήγαινε, έτσι που πάνε τα καράβια κάποτε έξω απ’ τον χρόνο, γιατί κι ένα ταξίδι είναι ένα νησί με τα πανιά πλησίστια, ένα νησί που στρίβει την πλώρη του επιδέξια ανάμεσα σ’ αχαρτογράφητους υφάλους, ένας τόπος εκεχειρίας, μια πλέουσα γη που πάνω της ευδοκιμεί ό,τι σου αρνήθηκε η ακτή, γι’ αυτό κι οι ναυτικοί πεθαίνουν σαν γυρίζουν πίσω, αλλάζει ο κόσμος τους όπως σε κατολίσθηση, όπως του δύτη που ερωτεύεται το νανούρισμα των σφουγγαριών και ξεχνά ν’ ανέβει στην ώρα του, και μετά εκείνη η ώρα του χύνεται στον βυθό και ταΐζει τα παραμύθια των ναυτικών. Το αίμα τρέχει τώρα απ’ τα αυτιά της νοσταλγίας για τους ανοιχτούς ορίζοντες, και ίσως να ‘ναι αυτός ο πρώτος ρόγχος του θανάτου τους. Να ‘ταν κι εμένα η θάλασσά μου ένα τέτοιο πλοίο; Να ‘μουν κι εγώ από την κούνια ναυτικός σε μια γραμμή σε μόνιμη εκεχειρία, σ’ ένα νησί πλεούμενο δίχως προοπτική επιστροφής; Και πού να βρίσκεται άραγε ο τόπος με τα δικά μου πεινασμένα σφουγγάρια; Πού να με περιμένει το δικό μου αιώνιο μπους φερμέ της εφιαλτικής τους χορωδίας;
Ποιος ξέρει; Τώρα η παλιά μου η φιλενάδα, η Άνωση, με κράταγε αγκαλιά στα τρυφερά της χέρια, κι εγώ απλωνόμουν πάνω της με εμπιστοσύνη. Κι εκείνη μου ψιθύριζε σαν την καλή νονά των άγνωστων πραγμάτων ιστορίες για το αύριο. Και μου μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν ήξερε, μα που εγώ –μονάχα εγώ– την καταλάβαινα.
Κι ύστερα καταδέχτηκε ο ήλιος, μες στη μεγάλη του τη δόξα, μαχμουρλής απ’ τα όνειρα ανθρώπων που όλη τη μέρα ζέσταινε, κι έσκυψε να πηδήξει πίσω απ’ τα βουνά, και τίναξε το πορφυρό του στέμμα πάνω απ’ τις καμπύλες των οροσειρών, κι εκεί βασίλεψε, χτυπώντας με χίλιες γροθιές το τύμπανο της πιο μεγάλης του ευφροσύνης, κι ήτανε τότε που μυριάδες μπογιατζήδες πιάσαν τα πινέλα τους, κι ευθύς καταματώθηκε το γόνατο της Δύσης, αίμα τσουλούσε στης ψυχής μου τις χαραματιές, φωτιές θεόρατες ανάμεσα σε ήσυχα νερά, γαλάζια σκούρα, κι ύστερα πιο σκοτεινά, κι ήτανε τότε ακριβώς η ώρα μου να φύγω, να κλείσω μάτια άλλο να μη δω, τον φωτοφράκτη ν’ ασφαλίσω μη διαβεί περίσσο φως και ξεπλυθούν τα ιερογλυφικά από του φιλμ τη γλιστερή παλάμη, να φύγω πριν λευτερωθούν τα μάγια από τη φάκα που τους έστησα, το ‘ξερα, το ‘ξερα, να σταματώ ορθός, διάπυρος μες στην ακινησία, βαθιά μέσα στης μέγιστης χαράς την πλήρη ηδονή, πάνω απ’ των γκρεμών τους χαυλιόδοντες, δίχως ανάσα, με μάτια κλειστά και την ψυχή μου δαγκωμένη απ’ τον γιακά της, ισορροπώντας το γραμμάριο κάθε μικρής επιθυμίας, μην είναι αυτό η αιτία και τουμπάρει ο κόσμος και χυθούν στο τίποτα όλα τα λίγα που κατάφερνα.

Είναι μια θάλασσα, πολύ κοντά στο πατρικό μου σπίτι, που τα νερά της τον Χειμώνα ακόμα πιτσιλάνε όνειρα κάτω απ’ τα υφαντά σεντόνια της μητέρας μου. Δεν θα σας πω πού βρίσκεται αυτή η θάλασσα, μα κάποιοι από σας θα ‘χετε ήδη καταλάβει.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: