Alarme

Φωτ. Johanna Weber
Φωτ. Johanna Weber


Συμβαίνει κάποτε σε μια παράσταση, μια συναυλία, μια συναναστροφή της κάθε μέρας, στη χαμηλόφωνη λεπτομέρεια μιας εικόνας που δεν θυμόμαστε, να νιώσουμε πως κάτι μας κράτησε καθηλωμένους, κάτι πολέμησε υποδόρια τις αντιστάσεις μας και τρυφερά μας εγκατέλειψε ναυαγούς σε πέλαγος πρωτάκουστων ρημάτων, πιασμένους μοναχά απ’ τη σχεδία μιας αναντίρρητης γοητείας. Μπορώ εδώ να φανταστώ τον θεατή/ακροατή/συμμέτοχο μιας τέτοιας στιγμής σαν ένα σήμαντρο χτισμένο από στοιβάδες λεπτεπίλεπτων μετάλλων, πάνοπλο, αποφασισμένο κι έτοιμο να συνηχήσει με τον διαλεχτό φθόγγο του τεχνίτη, το χτύπημα με το σφυράκι πάνω στο αντηχείο της ψυχής, να μοιραστεί τη μυστική συχνότητα που κάνει τους αλλόφυλους συγγενείς. Εάν πηγή και δέκτης συνηχήσουν, τότε ανάβεις κερί στον προστάτη των μικρών στιγμών, δοξάζεις το νεογέννητο των συμπτώσεων που επέτρεψε στο σήμαντρό σου να μιλήσει και να ομορφύνει τον κόσμο μας.

[ Ίσως λοιπόν Παράδεισος να ονομάστηκε ένας τόπος υλικών με κοινή ιδιοσυχνότητα κι η Εύα κι ο Αδάμ να ήταν δυο φιλοξενούμενοι που κούρντισαν το όργανό τους στο βασικό Λα εκείνης της ουράνιας άρπας. Η Πτώση τούς στέρησε αυτή την ευλογία, επέβαλε μια Βαβέλ στην άλλοτε ικανότητά τους να δονούνται σ’ ένα σώμα με το καθετί τριγύρω. Αυτή η ικανότητα πρέπει —ακόμα κι αν ο Θεός δεν υπάρχει, και ειδικά τότε— να επανεφευρεθεί. ]

Όταν βρέθηκα στο Alarme, στο θέατρο Άττις του Θεόδωρου Τερζόπουλου, με την Σοφία Χιλλ, την Αγλαΐα Παππά και τον Τάσο Δήμα, το κοιμώμενο σήμαντρό μου αιφνιδιάστηκε. Και ένιωσα τα μάτια μου, σαν μάτια άλλου, να βουρκώνουν, έτσι καθώς σε ηλιόλουστο λιβάδι ένα πέταγμα μέλισσας σου αποκαλύπτει από τι υλικό είναι φτιαγμένο το ξημέρωμα. Κι εσύ δεν έκανες άλλο απ’ το να είσαι εκεί. Όχι πως είναι εύκολο, θέλει κι αυτό την προετοιμασία του. Κάποτε και ο χώρος μεριμνά, βρίσκεις σε κοινή θέα το σχέδιο της εισβολής με τις λεπτομέρειες των πολυβολείων, τις ακριβείς συντεταγμένες της μάχης μέσα σου, παραδομένος, ευτυχής, Άλλος.
Ένα κομμάτι μου παρέμενε έκπληκτο μπροστά στο σχήμα του Παλίμψηστου, στις επιστρωματώσεις των πρωταρχικών μασκών που μάλασσαν με σοφά δάχτυλα την παρθένα πλευρά, εκείνη που γυρνά την πλάτη στις δεξιοτεχνίες του ηθοποιού, στο όραμα του σκηνοθέτη, στην ευφυή σύνθεση των φωτισμών, στους ομιλούντες ήχους των σκηνικών κάτω απ’ το σύρσιμο των υφασμάτων, στα αδιόρατα τριξίματα των καθισμάτων, στο ψιθύρισμα του ίδιου του αέρα μες στο παράξενο μαύρο κουτί που αναπνέει στο ισόγειο της Λεωνίδου 7, στο Μεταξουργείο.

Λίγες μέρες πριν, είχα γευτεί λαθραία, με τον αναιδή τρόπο που το δάχτυλο πάνω στο ποντίκι κυνηγά το θηλαστικό του εντυπωσιασμού μέσα στη στέπα του διαδικτύου, έτσι, παρακολούθησα ένα προ δεκαετίας σπάραγμα της παράστασης. Όμως ζώντας σήμερα το τελετουργικό αυτού του επί σκηνής πολέμου, κατακλύστηκε μια δεξαμενή μέσα μου -δεξαμενή λίγο πιο κάτω από την οροφή του νου, λίγο πιο πάνω από το σώμα, σχεδόν εκεί όπου ριζώνει η μεμβράνη της συγκίνησης, το τύμπανο που αναστατώνει τις ονειρώξεις της διαρκούς εφηβείας, σπάνια, μα με επιμονή- κατακλύστηκε ο χώρος εικόνες μόλις τραβηγμένες απ’ το χέρι μαίας μέσα απ’ τη διαστελλόμενη γαστέρα ενός ονείρου που ξέρει να σιωπά, γιατί όλα μέσα του λογιάζονται αυτονόητα, και αν βαλθείς να τα συλλαβίσεις διαλύονται στη φούχτα σου σαν φαντάσματα, και μένεις αγκαλιά μ’ ένα ιλιγγιώδες κενό σε σχήμα ερωτηματικού, σαν σε ταινία του Μπουνιουέλ, που, αν διανοηθείς κι αναζητήσεις σύμβολο, σου πέφτει από το χέρι το πιο ακριβό σου δώρο, ο μετεωρισμός στα σύνορα των κόσμων που κάποτε στοίχειωσε τα μοναστήρια των σουρεαλιστών, και που χωρίς αυτόν η τέχνη του φανταστικού καθαιρείται σε μουσειακό έκθεμα, σε χορηγούμενο σποτ, χαλκός ηχών και κύμβαλο αδιαλείπτως αλαλάζον. Και υποπτεύεσαι τον Μπουνιουέλ, βυθισμένο στην πολυθρόνα του, ευτυχή, μ’ ένα ποτό στο χέρι, να χαμογελά με την απροσεξία μας.
Έτσι κι εδώ, τίποτα δεν θα σου επιτραπεί να κατανοήσεις, όπως αν τύχει σε εκκλησία ορθοδόξων και σου προσφερθεί μετάφραση, ξάφνου ασχημαίνει ο κόσμος κάτω από τους τρούλους, σωπαίνουν οι αντηχήσεις των προσευχών, κηρύσσεται περαιωμένο το κρυφτό μες στο πολύχρωμο λιβάδι των μεταφράσεων, αυτών που ανήκουν στη δικαιοδοσία του ιερέα, του ψάλτη και του εκκλησιαζόμενου ταυτόχρονα. Τώρα όμως το μυστήριο μιλάει ακόμα σε όλους μας και στον καθένα μας ξεχωριστά.
Έτσι και μες στο μαύρο αυτό κουτί. Αρκεί να ξέρεις πως τα πρόσωπα που έρπουν στους επικλινείς διαδρόμους, ντυμένα με δυσοίωνα πουκάμισα φιδιών, είναι δύο Βασίλισσες. Κι ύστερα βλέπεις κάτω απ’ το σκληρό φως των προβολέων φέτες να αποσπώνται απ’ τη ζωή τους, φέτες αξονικού τομογράφου και φέτες λεπίδας καρμανιόλας που μόλις σφύριξε τον χαρούμενο σκοπό της κι έσκισε φλούδες διάφανου βλέμματος, φανέρωσε τα αθέατα προσώπων που γεννήθηκαν γυμνά, μα που βρέθηκαν στο πιο περίβλεπτο σημείο των εξουσιών, φωτίζοντας τη γλιστερή πλαγιά της ανάβασης. Και ξάφνου η παράσταση πλημμύρισε λεπίδες που έκοβαν, έκοβαν, και ποτέ τη δουλειά τους δεν τελείωναν, γιατί δουλειά τους ήταν το ανολοκλήρωτο που αρραβωνιάζεται την έρημή μας στιγμή, αυτή που περπατάει μέσα μας, κουτσή, στραβή, τραυματισμένη, μα με τον δικό μας τρόπο. Γι’ αυτό τα πρόσωπα-μάσκες της Σοφίας, της Αγλαΐας και του Τάσου, εξάγγελλαν εκείνο που δεν μεταφράζεται, παρίσταντο εν ονόματι, διανομείς που εγχειρίζουν τηλεγραφήματα συλλαβισμένα σε αγέννητη γλώσσα, γλώσσα που θα στοιχειώσει το μέλλον μας ώσπου να της παραχωρηθεί μια κατοικία να στεγάσει τα νεόκοπα έπη, ή έστω μια ταπεινή καλύβα να κρύψει τον θησαυρό των προσχημάτων της, τους στόχους που δεν παντρεύτηκαν βέλος και χάσκουν σαν πεινασμένο στόμα γεροντοκόρης.
Έτσι δουλεύει το μηχάνημα, το λέει αυτό το θέατρο, και μόνον έτσι συλλαβίζεται ό,τι είναι αδύνατον να ειπωθεί. Με την εις άτοπον απαγωγή, πετώντας μάλλον παρά σταχυολογώντας, ξύνοντας με επιμονή τον μαυροπίνακα, ώσπου να ξεφανερωθεί το λίγο πασπαλισμένο λευκό, η λάμψη ενός νυκτερινού γαλαξία που βυζαίνει με το γάλα του μικρά θαύματα. Τέτοιος είναι ο τρόπος του θεάτρου που μας κατακτά, τέτοιος πιο πολύ παρά Μωσαϊκός Νόμος με τη γλιστερή σαφήνεια των εντολών. Πέραν αυτού του αδιαλείπτως ακατάληπτου θα απλώνεται το μέγα πέλαγος των πτεροέντων μας επών.Εδώ κάτι συντονίζεται στις λιγοστές λυμένες απ’ τα δεσμά τους αλήθειες, στον κοινό τόπο των έμβιων που πανηγυρικά και με τον τρόπο μουσικής φράσης δικαιώνεται μέσα σου, τη στιγμή που, σαν -όντως- μουσικός, επιστρατεύεις το ένα σου ακριβό όπλο, που δεν το ξεγελά κανείς αγύρτης. Και το όπλο αυτό ονομάζεται ηχητική τομογραφία των πράξεων, μια επί τόπου διάγνωση που επιβάλει το αυτί στους ήχους που το διαπερνούν.
Ανθρακωρύχοι σκάβουν σε μεγάλα βάθη ξεδιαλέγοντας, πετάνε κόκκους διαμαντιών αναζητώντας το παλίμψηστο που μένει στα αζήτητα. Μα το αυτί ξέρει. Και σαν ένα φωνήεν τραγουδήσει με ψυχική ορθοφωνία, τότε που ηχεί μες στον ηθοποιό το μέγα ηλιοτρόπιο, και ανακλώνται οι λίγες των συμφώνων ραχοκοκαλιές σε κάθε μόριο του κουτιού, ξυπνώντας το μες στο δικό σου αιμάτινο ηχείο, τότε το ξέρεις ότι έφτασες στον τόπο που επιθυμούσες. Το θέατρο ξαναγεννιέται ηθοποιητικό, δωρίζεται το φυλαχτό της κάθε μέρας.

Φωτ. Johanna Weber

Να γιατί άκουσα εκείνα τα μέσα αναφιλητά. Χαράς, συγγένειας, αφτιασίδωτης ομορφιάς και κουβέντας ζητιάνου, σπάσιμο χορδής στον λαβύρινθο που προκαλεί κατολισθήσεις κοιμώμενης μνήμης. Και βλέπεις τον τόπο που δεν ανταλλάσσεται. Και τα Μπράβο των θεατών ηχούν φτωχά, ακόντια αμούστακων που θα τρυπούσαν το σώμα του Δαρείου μα έπεσαν άψυχα μπροστά στα πόδια μας, αφού το μπράβο δεν έχει σέβας, δεν το λες εκεί που θρυμματίζει το θυμιατήρι τις προσευχές, όταν με σκυφτό κεφάλι και ρουθούνια πλανταγμένα απ’ το λιβάνι πατάς για λίγο το σύνορο, τον ποταμό που μια αίσθηση από μόνη της δεν καταφέρνει να διαβεί. Έτσι είναι χρεία μιας δοξαστικής συναστρίας των αισθήσεων που καθαιρεί τους κλειδοκράτορες της νόησης και προσλαμβάνει αξιόμαχους βομβιστές των ως εδώ προτεραιοτήτων. Μιλώ για μια σύνθεση των αισθήσεων, τότε που συμβαίνει να ακούς με το μάτι και να γεύεσαι με το αφτί. Και τότε που νιώθεις την ακριβή θερμοκρασία του σώματος της Αρετούσας τη στιγμή που μονολογούσε:

    …μα όλα για μένα σφάλασι και πάσιν άνω κάτω,
                   για με ξαναγεννήθηκεν η φύση των πραμάτω.


Οι λέξεις μπουσουλάνε παραδείσιες. Το στόμα τους χαϊδεύει μέρη που δεν πατήσαμε.

Μίλησα πολύ και τίποτα δεν είπα για τα πρόσωπα που παραμένουν φυλακισμένα σ’ αυτήν την παράξενη σκηνή, κοίτη ποταμού που αδιόρατα κινείται προς το αναπότρεπτο. Αλλά σωστά. Για να περιγράψεις έναν φαρδύ τόπο πρέπει να καταμετρήσεις τα εκατομμύρια που δεν είναι ώσπου να λάμψει το ένα που είναι. Δεν ξέρω άλλον τρόπο. Και είπα, φεύγοντας, πως είναι δίκαιο αυτό το κουτί να λειτουργήσει αδιάλειπτα, προσκαλώντας πιστούς να λειτουργηθούν στη νέα κάθε φορά γη που θα αναδύεται.
Να κάνεις χωρίς να ξέρεις ότι κάνεις, να καταφέρνεις δίχως να ξέρεις πώς το καταφέρνεις, να φτάνεις ως το κέντρο της λίμνης περπατώντας πάνω στα κύματα και μετά να ανακαλύπτεις το αδιανόητο κάτω απ’ τα πόδια σου. Τα παιδιά ξέρανε το κόλπο, γι’ αυτό τα μεγαλώσαμε σε ταχύρρυθμα τμήματα, μην μας βάλει σε πειρασμό ο κόσμος τους. Γιατί χτυπάει μέσα μας το Alarme της αδιατάρακτης παιδικότητας, το τρίτο κουδούνι που ανοίγει πίσω απ’ τις κουρτίνες τη μυστική σκηνή.





ΥΓ. Αναζητώντας τον ίδιο καιρό με παράξενη επιμονή την καθαρότητα ενός τρόπου, μουσικός κι εγώ, έπεσα στην παγίδα της απόλυτης δεξιοτεχνίας της Σοφίας Χιλλ σε μια άλλη παράσταση, την Κλυταιμνήστρα, με αποσπάσματα του Αισχύλου, με εικόνες του Salgado και με μουσική του Κουμεντάκη. Κάτω απ’ τη σκηνή, ως μουσικός αυτή τη φορά, ήταν ο σκηνοθέτης της παράστασης Κωνσταντίνος Χατζής. Ο Ευγένιος Βούλγαρης παρέμενε ακίνητος επί μια ώρα, για να επιχειρήσει στο τέλος με το γιαϊλί ταμπούρ μια συγκλονιστική έξοδο. Κι όμως αυτή η δεξιοτεχνία, η ικανότητα της Σοφίας να μιλά σαν μάγος με δυο και τρία στόματα, δεν ήταν στ’ αλήθεια εκείνο που με συνεπήρε. Προσέχοντας λίγο περισσότερο, ανακάλυψα ότι ο ξεγελασμένος απ’ τον θαυμασμό εαυτός μου ήταν ένας εαυτός ευάλωτος, απροστάτευτος, ανοιχτός σε ό,τι ο ήχος χρησμός της Σοφίας, σαν θεραπευτικό δηλητήριο έφερνε και αποτύπωνε κατευθείαν στην ψυχή, πυρακτωμένη σφραγίδα που μαρκάρει τα κοπάδια της οικογένειας. Και βγαίνεις άλλος από κει, γιατί η ιέρεια διέπραξε τον μείζονα αντιπερισπασμό: Έδειξε με το δάχτυλο αλλού, κι έκλεψε πίσω από την πλάτη σου, σαν μάγος με το γάντι βυθισμένο στο ημίψηλο, το ένα άξιο της σύναξης, το μέσα ορφανό κομμάτι μας. Πώς να το πεις αλλιώς;

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: