Λεηλασίες και ισοζύγια / H έξοδος

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «Ο ήρως Αθανάσιος Διάκος συλλαμβάνεται υπό των Τούρκων το 1821» 155Χ126 εκ., 1912
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «Ο ήρως Αθανάσιος Διάκος συλλαμβάνεται υπό των Τούρκων το 1821» 155Χ126 εκ., 1912


Δεν έχουν τέλος οι λεηλασίες. Λερναία Ύδρα, με χίλια κεφάλια που σε κοιτούν απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Όπου και να γυρίσεις μια ασχήμια σε βαραίνει. Και λες φορές-φορές ανώφελο να ακουμπήσεις δυο ομορφιές στο ζύγι, να αντισταθμίσουν ό,τι συσσωρεύτηκε την ώρα που οι φρουροί κοιμόντουσαν. Μα εσύ θα επιμένεις. Ένα δράμι εδώ, μια οκά εκεί, πάντα παλιομοδίτικα τα σταθμά, κατά πώς έλεγα στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος αυτού εδώ του κειμένου.* Γιατί τα νέα μέτρα, όσο να πεις, ξεπέσανε, οσμή θανάτου τα πλακώνει, και σαν το κακό το τσομπανόσκυλο τα μουσουνίζει να χωθούν στις μέρες σου, μαυροντυμένες χήρες συνταγματαρχών που αλλαξοπίστησαν –το αρνητικό χαμομηλιού που στην άκρη της ασφάλτου επιμένει– και καταντάνε πιο παλιά κι από τα παλαιότερα. Ο Παλαιός των Ημερών να μας φυλά, μια βουτιά στης Στύγας τα νερά, εκεί που βούταγε η Θέτις τον κανακάρη της, θα ήτανε μια κάποια λύση, όχι όμως με αδεξιότητες –τι πάει να πει αθάνατος παρά κάτι;– εμείς τη θέλουμε την αθανασία χωρίς ελάττωμα, μια πανοπλία αδιαπέραστη, ένα φυλαχτό για την κακοτυχία που πεινασμένη γλείφει τη σάρκα μας.

Το ‘λεγε κι ο Ελύτης, κι όχι δίχως λόγο, εκείνο το «Όπου και να σας βρίσκει το Κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη!», κι έλεγε κάτι παραπάνω από τούτο ασφαλώς, δεν μάζευε τα ονόματα στην τύχη, κάτι συλλάβιζε για την ψυχή μας που του το σπάθισε μες στα σκοτάδια ο άλλος Υποβολέας, ένας γέρος Άγγελος, μυστακοφόρος, ντυμένος τα παλαιικά του, που σαν μαζεύονται οι βάρβαροι στέκει φρουρός στο έμπα του περιβολιού.

Μα ο καθένας φτιάχνει τα φυλαχτά του με τα χέρια του.

Για κάποιον είναι η φωνή της μάνας του: «Να έχεις την ευκή μου υγιέ μου!», και «Η Παναγία κι ο Χριστός να σε φυλάνε!».

Για κάποιον είναι η ώρα εκείνη η παράξενη που η γη ξεφανερώνει το ξαναμμένο πρόσωπό της, τότε που ο ήλιος γέρνει πίσω από την άχνη των βουνών και μια παράξενη ησυχία αγκαλιάζει τα γρανάζια της που τραγουδούν, έτσι καθώς την στρίβουν να την ακουμπήσουν ήσυχη στην κούνια της. Εκείνη η ώρα και μετά η άλλη, σαν τύχει και βρεθείς ψηλά πάνω απ’ της πόλης το αχνιστό ταψί λίγο πριν φέξει, κι ακούς τους ήχους από το μηχανοστάσιο, τις συνοικίες που ξυπνούν στα στρώματα, να τρίζουν οι αρθρώσεις και οι σπόνδυλοι να μουρμουρίζουν, κι είναι αλήθεια η πόλη σου που αργοπορεί μες στα σεντόνια, που χαίρεται μες στη ζεστή λεκάνη των βουνών, κι είναι οι φιλότιμοι εργάτες της που ακουμπούν το πρώτο κάρβουνο στη μηχανή, και τα σκυμμένα πρόσωπα πάνω απ’ τους νιπτήρες, τα ξυραφάκια με το γλίστρημα στα τρυφερά της ματαιότητας, όλα εκείνα τα μικρά πολύτιμα κι αχρείαστα που ομορφαίνουνε τον κόσμο μας, κι είναι αυτά τα ίδια που τον κάνουνε κι αιώνιο.

Για κάποιον είναι του έρωτα το ριγηλό καλοκαιράκι, η καυτερή του γλύκα, η χαρμόσυνή του λύπη, που μας κυριεύει κάθε που σκεφτόμαστε όποιον ορίζει τον λογισμό μας. Κι αυτή τη λύπη την είπανε άρμα να φύγεις, κι εστία να ζεστάνεις τα ακροδάχτυλά σου όταν ξεγλιστράνε από τους χειμώνες, και τροχιοδεικτικό που δείχνει με τα φωτεινά σινιάλα του τους στόχους που ξαστόχησες, γιορτή της Κυριακής που τραγουδάει μέσα σ’ όλες σου τις μέρες.

Για κάποιον είναι η ευλογία της Μουσικής, τότε που οι ήχοι γίνονται αγγελιαφόροι δίχως ονοματεπώνυμο, ήχοι-θρήνοι του θυμικού που αναπνέουν τον χρησμό κατάσαρκα στα φυλλαράκια της πίσω ύπαρξης, ευωχία ασπατάλητη, ρωγμή παρήγορη, ένα σκίσιμο-Αποκάλυψη ιδιωτική στο φόρεμα του χρόνου, που ξάφνου διαρρηγνύεται κι αποκαλύπτονται τα τρυφερά οπίσθια, ο θησαυρός εκείνων που αρνήθηκες, και είναι μέσα από κείνη την οπή που πάντα ήταν απαγορευμένο να κοιτάξεις, μα να που τώρα σου προσφέρεται, άχρονη κλειδαρότρυπα να δείχνει πάλι τους γονείς σου μες στο υπνοδωμάτιο αγκαλιασμένους.

Γι’ αυτά –και για άλλα– η Μουσική δεν κατοικεί σε Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης και σ’ άλλα παρόμοια άνθη της ανοησίας. Γι’ αυτά και για άλλα οι δισκογραφικές πάντα θα είναι ένα ψέμα καρφωμένο με το χοντρό καρφί πάνω στο καύκαλο των εμπόρων, μέθη δίχως μέθεξη, φωτογραφία παρελθόντος χρόνου, ασφαλώς, αλλά φωτογραφία, γιορτή δίχως τραγούδι, κυκλωτικός χορός χωρίς μυρωδιά ιδρώτα, μάζωξη αδερφών δίχως λαχτάρα εκκλησιάσματος, προσευχή δίχως συντριβή, έρωτας δίχως πρόσωπο να τον καθρεφτίσει. Όχι, δεν είναι αυτό η Μουσική, μα μην το λέτε, γιατί έχουν σάρκα τα παιδιά της, πρέπει κάπως κι αυτά να ζήσουνε, κι είναι άνθρωποι φτωχοί έτσι που τους ξέρω κι έτσι που τους αγαπώ, γιατί φιλοδοξία μες στην πόλη πάντα ήτανε το να ‘σαι πλούσια φτωχός, ετούτο δεν δωρίζεται εύκολα στον καθέναν, θέλει να θέλεις ακόμα κι όταν δεν το ξέρεις, κι ο Σάμιουελ Μπέκετ (πώς μου ήρθε τώρα, καλή του ώρα, κάτι σαν Άλμπατρος άλλου καιρού μες στη στροφή του συνειρμού, που μια μέρα σαν σήμερα, 13 του Απρίλη, γεννιόταν κάπου στα κρύα του Δουβλίνου), ο Μπέκετ, που το ήξερε, έλεγε μέγιστη φιλοδοξία να πεθαίνεις φτωχός, φτωχότατος, όσο μπορείς. Δεν ξέρω τώρα να σας πω αν όντως το έλεγε, δεν ήμουνα εκεί, και ούτε ξέρω να σας πω τι σκέφτεται τώρα για κείνο. Μα όπως έρχονται οι απώλειες έρχονται και τα οφέλη. Και αν δε τα κατάφερε, ο δρόμος σίγουρα τον έκανε εξαίσια πλούσιο, υπέροχα περήφανο για το πετράδι του ελάχιστου στην τσέπη του, άρχοντα πρωτοχορευτή, με τη λευκή περπατησιά στην ενδοχώρα της ηλιόλουστης πατρίδας, που είναι μία κι απαράλλαχτη για όλους.

Για κάποιον είν’ τα φυλαχτά που φτιάξαν γλύπτες και ζωγράφοι, καρβέλια αχνιστό ψωμί πάνω από πεινασμένα στόματα, χρόνος συμπυκνωμένος άχρονος μέσα στον πιο συρρικνωμένο χώρο, σαν σπίτια πλούσια που συναντάς στο δρόμο σου μα που αν δεν έχεις το κλειδί να μπεις μπορεί και να πεθάνεις απ’ την πείνα στο κατώφλι τους, την ώρα που οι κουζίνες τους πλαντάζουν απ' τις μυρωδιές, και τα κρεβάτια τους χαϊδεύουν μετάξινα σεντόνια και ζεσταίνουν χρωματιστές μπατανίες, να χαίρονται στον ύπνο τους οι κουρασμένοι. Όμως χωρίς κλειδί είναι ψυχές φευγάτες, δώρα σπαταλημένα άδικα της υποχρέωσης, εδέσματα με συντηρητικά με δίχως γεύση, που τα μασά το στόμα μα η ψυχή δεν τα καταδέχεται, άκοπες οι σελίδες των βιβλίων τους, ψεύτικη η φλόγα από νέον στο τζάκι, χάρτινη η φάτνη κάθε προσδοκίας, σπίτια αδειανά από αγκαλιά να γείρεις για να παρηγορηθείς.

Για κάποιον είναι το κορίτσι που περπάτησε αφηρημένο στο απέναντι πεζοδρόμιο, αυτή που έσπρωξε μια πέτρα στα λευκά πλακάκια, και μέσα στη βαθιά προσήλωση ξέχασε να κλείσει το καπάκι της στιγμής, κι αυτή ξεχείλισε, κι αχνίζει τώρα ο κόσμος όλος καλοσύνη. Κι αυτό το ίδιο το κορίτσι τίποτα δεν ξέρει απ’ αυτά, τίποτα δεν μπορεί να δει, γιατί δεν είναι μπορετό και το ‘να και το άλλο, εξόν κι έχεις αγιάσει, δύσκολο πολύ.

Για κάποιον είναι η εικόνα εκείνης της χορεύτριας που μόλις άγγιξε με τα ακροδάχτυλα την αύρα του Αόρατου ψηλά πάνω απ’ τα καστανά μαλλιά, και που αν συνδέσεις μ’ έναν μαρκαδόρο τις κουκκίδες των κινήσεων, θα ‘χεις μπροστά σου αδιάψευστη την από πάντα μία μορφή Εκείνου, που ‘ναι μαζί αρσενικό και ουδέτερο και που περιφέρεται στις πράσινες πλαγιές των ημερών, Ανέστιος κι Ανέστιο, κι είναι Αυτός κι Αυτό που ξέπεσε απ’ το τρενάκι των ακαταλήπτων και τώρα κατοικεί ανάμεσα στους κόσμους, στην κορυφή δίχως συντεταγμένες, δίχως διεύθυνση να στείλεις ένα τηλεγράφημα ευχαριστήριο ή ένα μήνυμα συλλυπητηρίων, κι είναι Αυτός κι Αυτό πού κάθε τόσο στέργει να συλλαβίσει μια κουβέντα απ’ το άγνωστό μας μέλλον, κουβέντα που την ξέραμε ασφαλώς μα που κάποιος θα ‘πρεπε να μας τη θυμίσει, την ξέραμε, γιατί παρελθόν και μέλλον σ’ αυτά τα χωρίς συντεταγμένες μέρη είναι ένα πράγμα. Κι είναι -μπορεί- κι αυτός ο ξεχασμένος στο ανάμεσα των ημερών μας κόσμος, αυτός που μέσα του σαν σε πέλαγος ελπίδας αφήνουμε κρυφά πολύχρωμες μποτίλιες, με προσευχές σαν φωταγωγημένες προσδοκίες, όλα τα “θέλω” και τα “άλλο δεν αντέχω”, κι όλα τα “να είμαι” και τα “να κάνω”, κι αν έχουν φέτος πάρει άριστα οι προσευχές μας στην ορθοφωνία τους μπορεί να τις ακούσει Αυτός κι Αυτό, κι αν τύχει τότε από σύμπτωση ή από πρόνοια να είμαστε από ένα του παράδεισου κλαδάκι αρπαγμένοι, έτσι καθώς περνούσαμε, δίχως να ξέρουμε, Εκείνος κι Εκείνο θα θυμηθεί που ήμασταν αδέρφια κάποτε, και που στο μέλλον πάλι θα ‘μαστε αδέρφια, και θα απλώσει την παλάμη του, θα ρίξει απ’ την τσέπη του στο δρόμο ένα ψίχουλο ωραίου κόσμου, που θα ‘χει γεύση και μες στο δικό μας άπραγο στόμα, και που θα φτάνει ν’ αναθρέψει εκατό γενιές πλουσιοπάροχα.

Παρήγορο είναι που αυτός εδώ ο κατάλογος με προσευχές, η λίστα με τα πιθανά και τα απίθανα, προεκτείνεται στο διηνεκές, άναρχος, ατελεύτητος, ως ο Θεός και η ευθεία, για να ‘χουμε στη μια στιγμή, τη διαλεγμένη μες στο άπειρο του χρόνου, μιαν ασπίδα, ένα σπαθί, ένα λουλούδι έστω απ’ το οπλοστάσιο, να εγερθούμε, να γλιστρήσουμε χαρούμενοι στη μάχη και να κατατροπώσουμε, καθώς πού πρέπει, την ασχήμια, ξαδέρφη κάθε σκοταδιού, που περιμένει στη γωνιά να πιτσιλίσει την ψυχή μας με ακαθαρσίες. Και κάποτε είναι τόση η ασχήμια αυτή που δεν μπαίνει καν τον κόπο να κρυφτεί, μα προελαύνει στην πεδιάδα με αργό βήμα, βήμα σίγουρο, στρατιώτης άλλης εποχής, από κείνους που ξυπνούν ανέκφραστοι στα όνειρα των παιδιών και στους εφιάλτες των ενηλίκων. Όμως εμείς θα είμαστε σε άλλο όνειρο ταμπουρωμένοι.

Και κάποιοι είπαν πως αυτές οι πανοπλίες είναι άμαξες κάπου για να σε πάνε, έτσι που μες στον ύπνο των μοναχών βηματίζει η αδιάλειπτη προσευχή, που όχι μοναχά σε κάνει άτρωτο, μα εξαφανίζει τον εχθρό από τον κόσμο αυτόν, που ‘ναι το ίδιο πράγμα. Κι αφού η πίστη μας δεν είναι πια αυτή που ήτανε, ας μαστορέψει ο καθένας τη δική του προσευχή, κι ας την κρατήσει για τότε που στο βάθος του ορίζοντα θα μεγαλώνει πάλι η κουκκίδα της ασχήμιας –να, όπως τώρα– και θα λείπει ο Άη Διονύσης κι ο Άη Αλέξανδρος να μας γλιτώσουν.

Και κάποιος είπε πως είναι αμαρτία να ξεφανερώνεις τις προσευχές, γιατί αν τύχει και πέσουν σε λάθος χέρια, χωρίς πίστη κι ήσυχο λογισμό, θα πλημμυρίσουν με νερά οι μπαρουταποθήκες, θα μουσκευτούν τα κοκόρια, και την ώρα της ανάγκης τα ντουφέκια θα ουρλιάζουν άσφαιρα έπη, και τα σπαθιά θα σκίζουν μοναχά τη ράχη του ανέμου.

Μα –ας την πάρει το ποτάμι της καλοσύνης– θα σας αφήσω εδώ μια προσευχή δόκιμου μοναχού, που δεν εκλιπαρεί Θεό για να δουλέψει, παρά μονάχα τον Συγγενή που ξεχάσαμε στο δρόμο όταν επιστρέφαμε τυφλοί από την Αναγέννηση των άλλων, και από τότε περιμένουμε να φανεί, περιμένουμε κι Αυτός ποτέ δεν έρχεται.

Κι έλεγε η προσευχή τα ρήματά της. Κι επέστρεφε η ηχώ μέσα απ’ τη χαράδρα της αγάπης:

Δώσ’ μου μιαν Άνοιξη να Περπατήσω!

Και η φωνή της αδερφής μου απαντούσε:

Δώσ’ μου μια Κόλαση να σε Φωτίσω!

Γιατί, αν κάτι ξέχασα είναι που η δική μας Νίκη είναι δίδυμη της Ήττας αδερφή, ομοζυγωτική.

Κι άλλωστε, αδερφοί, σήμερα, που όλοι κατά κράτος επικρατούν, εμείς τη Νίκη μας, που έχει ακόμα κόκκινες τις παρειές και μια καρδιά από φωλιές γλάρων, δεν θα ‘πρεπε κάπως αλλιώς να τη βαφτίσουμε;

* Το 2ο και το 3ο μέρος αυτού του κειμένου βρίσκονται στις “Γαλάζιες Φάλαινες της Μουσικής” (https://yorgosmouloudakis.wordpress.com)
ή

https://yorgosmouloudakis.wordpress.com/2021/03/29/λεηλασίες-και-ισοζύγια-δεύτερο-μέρος/https://yorgosmouloudakis.wordpress.com/2021/04/09/λεηλασίες-και-ισοζύγια-τρίτο-μέρος/]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: