Σε ποιον ανήκει ο Χατζιδάκις (III)

O M.X. με την αδελφή του Μιράντα σε παιδική ηλικία
O M.X. με την αδελφή του Μιράντα σε παιδική ηλικία



(ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΦΗ)

Γ΄ Μέρος

Τα γενικά
Το να συλλαβίζεις την καθημερινότητα προσώπων όπως ο Χατζιδάκις, στην απτή τους, να πεις, εκδοχή, αυτήν που περπάτησε ανάμεσά μας, θα ήταν μια εργασία εξόχως συναρπαστική, αν ήταν όντως εργασία. Είναι κάτι περισσότερο. Απ’ την απόσταση που μας επιτρέπει να βλέπουμε το πέρασμα τέτοιων ανθρώπων σαν κιτρινισμένη αεροφωτογραφία τόπων πατρογονικών που αποτύπωσε λεπτομέρειες μιας συγγενούς όσο και συλλογικής ψυχικής γεωγραφίας, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο συλλαβισμός του τρόπου αυτών των ανθρώπων είναι μια αναψηλάφηση της ταυτότητάς μας, μια θεραπευτική κατάληψη στο υπερώον της καταγωγής. Κι εδώ καταγωγή δεν είναι εθνικόφρον πυροτέχνημα, μα αναπότρεπτος προορισμός. Τέτοιοι άνθρωποι επιχείρησαν, με δικά τους έξοδα, μια ιδιότυπη ανάγνωση του κόσμου μας, που καθησύχαζε το πιο απαιτητικό κομμάτι μας, ανάγνωση που μας είναι σήμερα απολύτως απαραίτητη προκειμένου να προσπελάσουμε τα ακατανόητα που μας κατακλύζουν. Εδώ, η πρόσληψη της ελληνικότητας είναι ένας τρόπος αντίληψης του κόσμου που δεν αντιμάχεται το ψυχικό μας DNA, ένας τρόπος που όσο κι αν εκσυγχρονιστούμε, είναι αδύνατον να παραβλέψουμε. Όποιος δεν βίωσε τον ειδικό τρόπο τέτοιων ανθρώπων, ίσως κάτι να έχασε και απ’ τη σημασία του έργου τους.

Αγιογραφίες
Αφού διαπράξαμε την παραπάνω αγιογράφηση, ας συμπληρώσουμε πως τέτοιες περιπτώσεις συχνότατα ανιχνεύονται ανάμεσα σε ορκισμένους της ελληνικής υπαίθρου, που επιτυγχάνουν ―με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής, απορρίπτοντας δηλαδή ως ξένο σώμα ό,τι ο ψυχισμός τους απεχθάνεται― να συντηρήσουν στον πυρήνα τους τη λάμψη μιας απαστράπτουσας όσο και ευδαιμονικής καλλιέργειας. Ας προσθέσω πως το να παρατηρείς κατάλληλα προσανατολισμένος ―δηλαδή αμέριμνος― τον τρόπο τέτοιων ανθρώπων, είναι ταυτόσημο με το να ζεις αλλοτρίοις εξόδοις την προσωπική σου εορτή. Εδώ όμως ουδόλως θα ομιλούσαμε περί προνομίου. Θα μιλούσαμε μάλλον για δικαιοσύνη, καθώς η ιερή θέαση του βίου δεν προσφέρεται κληρονομικώ δικαιώματι στους οικείους, ενώ συχνότατα, και με τη μέγιστη ευρυχωρία, κατοικεί τη ζωή των ξένων.
Σε ποιον λοιπόν ανήκει ο Χατζιδάκις; Στους κατοικούντες τα ανάκτορα, ή σε όποιους, μέσα σε πλήρη μοναξιά, μοιράστηκαν, σαν κατοχική σταφίδα κάτω απ’ το φαναράκι της καταγωγής, τους ευγενείς του μύθους; Κι εδώ αναδύεται το παράδοξο: Ο Χατζιδάκις προσφέρεται σε εκείνους ακριβώς που δεν τον έχουν ανάγκη, δηλαδή στους ισαγίους του. Στο φως ετούτης της ενοχλητικά εύστοχης σκέψης αποκαλύπτεται πως η ζωή αρνείται στον ετερόφωτο το φως εκείνο ακριβώς που έχει ανάγκη για να υπάρξει. Σε ανταπόδοση, σαν σκοτεινή μητέρα, τον δασκαλεύει πώς να νίβεται, σταγόνα τη σταγόνα, στο μόνο φως που διαθέτει, το δικό του.


Ιδιοτελείς και όχι
Η μουσική του, το είπαν άλλοι φίλοι, διατηρούσε τη φρεσκάδα του πρωτάκουστου, και τη θερμοκρασία συγγενή. Πώς αλλιώς να πεις το ότι, ακούγοντας την, ένιωθες τον παιδικό σου κήπο να ανθίζει, τα αρώματά του να σε κατακλύζουν; Κι ύστερα ήξερες ότι αυτός ο κήπος ήταν εξ αρχής ο προορισμός σου, καμιά Ιθάκη άλλη πουθενά πέρα απ’ αυτήν δε σε περίμενε.
Γίνεται τώρα ορατό πως το να συναντάς τέτοιους ανθρώπους δεν είναι απαραιτήτως προνόμιο, όπως τα ΜΜΕ, ελαφρά τη καρδία, αναπαράγουν, ως μαγική εικόνα διαθλασμένη μέσα από οπτικούς πολλαπλασιαστές, που διασκορπούν τα μισθοδοτούμενα ανθρωπάκια τους σαν χαρτοπόλεμο στον ουρανό του επαρχιωτισμού μας. Κι αυτό γιατί θραύσματα θερμής καθημερινότητας θα έβρισκες ασφαλώς και μέσα στα γραπτά τους, στη μουσική τους, σε μια απρόσμενη σιωπή στο κέντρο μιας συνέντευξης, στον τρόπο που ο ήλιος θα σε κοίταζε κι εσένα την ώρα που θα έπινες καφέ σε οποιαδήποτε πλατεία της Μεσογείου, αφουγκραζόμενος βαθιά στα σπλάχνα σου την αόρατη λατέρνα να ξυπνά, να τρίβει τους κυλίνδρους της στα αγκαθάκια του πλούσιου χρόνου, και κατεβαίνει αλάκερος ο θίασος των αγαπημένων να σου αφήσει μιαν ευχή. Εδώ ο βασιλιάς φοράει κάλπικο διάδημα, και ένα βλέμμα πονηρό λάμπει κάτω απ’ το μακιγιάζ. Γιατί είναι οι δικές σου ενέργειες που κάνουν όλη τη δουλειά, η μαστοριά σου που έμαθε να συλλαβίζει πίσω απ’ την πλούσια βιτρίνα το φύσημα μιας φτερούγας, ένα κλεμμένο κοίταγμα στο από κει, δύσκολα πράγματα, θα πεις, για όποιον σπαταλά το χρόνο του μέσα στο αλωνάκι της επιβίωσης. Δίπλα στις όλο και πιο σπαρακτικά ξεκούρδιστες γιορτές ετούτων των μοναχικών ανθρώπων, που είναι ατυχώς η επιμένουσα πλειονότητα, ας αγκαλιάσουμε μια ελάχιστα παρηγορητική σκέψη: Κάθε άνθρωπος που φέρνει το ακριβό του δώρο σήμερα μπροστά στα πόδια μας, έχει τις σόλες πιθανά βυθισμένες στις ακαθαρσίες κάποιας κόλασης, και απ’ το ξέφωτο ενός τέτοιου τόπου μάς στέλνει τα πεσκέσια του. Τα λέω αυτά για να καθησυχάσω κάποιον που χειρονομεί χρόνια μες στην κοιλιά μου, ενοχλημένος ασφαλώς, βλέποντας να ασχολούμαι με τους άλλους, λες και ο χρόνος είναι αιώνιος, πράγμα αληθές, εδώ που τα λέμε. Κι όμως, θα πω, δεν είναι ετούτο γενναιοδωρία. Ποτέ οι άλλοι δεν ήταν μόνον οι άλλοι. Τους χρησιμοποιούσες, εφόσον σου δίναν το ελεύθερο, προκειμένου κάτι να πεις που έκαιγε τα σωθικά σου κι ήταν αδύνατον να ειπωθεί, και όμως ήσουν βέβαιος ότι αυτοί με κάποιον τρόπο το ‘χαν ήδη συλλαβίσει. Εκείνη την κουβέντα τους ήταν που προσπαθούσες να κλέψεις. Κι αυτή ήταν η μόνη δωρεά που θα ‘χεις απ’ αυτούς, σε άλλα ας μην ελπίζεις. Αυτό τώρα, ναι, ας το παραδεχτώ, είναι μια πράξη ιδιοτελής.


Προς τη στρατηγική
Επιστρέφοντας στα ρηχά αυτού του μονολόγου, θα πρότεινα σε όσους είχαν κάποτε μια πρώτη επαφή με μουσικό όργανο (ας πούμε εδώ με μια κιθάρα), να ανακαλέσουν στη μνήμη τους το αίσθημα εκείνης της πρωταρχικής στιγμής. Αν ξέχασαν, ας κλέψουν με ευγνωμοσύνη τα πρώτα δευτερόλεπτα ενός παιδιού μπρος στο καινούργιο του παιχνίδι. Ο τρόπος που τα διασκορπισμένα κύτταρα του σύμπαντος ―εμείς οι ίδιοι― αντιδρούν στις πράξεις του εκεί έξω είναι ένα μυστήριο που, μία μέρα μαγική, οριστικά θα διαμοιράσει τα χρυσάφια του. Ως τότε, θα βρίσκουμε κάθε τόσο να λαμπυρίζουν σε κρυφά σημεία τα μικρά τους θαύματα, και θα ισχυριζόμαστε ότι γενιές προγόνων χειρονομούν πίσω απ’ αυτά τα θαύματα, έτσι που επαιρόταν και ο Καζαντζάκης κάποτε, βάζοντας άλλων συλλαβές κάτω απ’ τον ουρανίσκο του, λέξεις κι οράματα που απ’ τα βάθη του καιρού γυρνούσανε τη φόδρα της ζωής τα μέσα έξω. Το παιδί, ως αχθοφόρος τίμιος αυτού του θησαυρού, άνοιγε πάντα με το μαγικό παιγνίδι του οάσεις μες την έρημο της μοίρας. Στην άλλη άκρη του μπερντέ, ο ενήλικας κρατούσε αποστάσεις απ’ τα πράγματα, μη και τον πουν παιδί. Ιδού ένα βάραθρο ρηχότητας, που ευθύνεται για κάθε κόλαση μες στη ζωή μας. Και να γιατί η μουσική, με τη σεμνή της κόμη και με το λιγνό κορμί, έτσι που στέκει κάτω από τα σχέδια των ενηλίκων και ξύνει τον αγκώνα της, μάς είναι απαραίτητη. Δίχως της, οι προσοδοφόρες μας πληγές θα κακοφόρμιζαν. Και να γιατί σ’ αυτόν τον τόπο η Άνοιξη, με την εξουθενωτική διαμοίραση ερεθισμάτων προς του μύστες της, είναι το μέγιστο σχολείο για ενήλικες που χάσανε τον προορισμό τους. Και να γιατί ένα παρθένο βλέμμα προς τον κόσμο θα ‘τανε, σε μια κανονική κοινωνία, το μόνο μέλημα κάθε εχέφρονος. Όμως για τώρα ας μας επιτραπεί του Αιόλου ο ασκός, ήσυχος, να αποκοιμηθεί εκεί, σε μια γωνιά του καταστρώματος.



Ο τρόπος της κάμπιας
Πρώτο λοιπόν στοιχείο της στρατηγικής είναι η άγνοια. Το μι μινόρε δηλαδή -γι’ αυτόν που ήδη έπιασε στα χέρια την κιθάρα του- επιτυγχάνεται πατώντας ας πούμε με τον μέσο και με τον παράμεσο στο δεύτερο τάστο της 5ης και στο δεύτερο τάστο της 4ης χορδής. Να μια αρχή. Αν εκστασιαστείς από αυτό που θα σου ψιθυρίσουν οι χορδές, είσαι σε δρόμο καλό. Εάν προσθέσεις τώρα ―αφού σταυρώσεις το τσικάλι, που λέει κι η μάνα μου― ένα φα δίεση στο δεύτερο τάστο της πρώτης χορδής, τότε ίσως να σου πουν πως έχεις κάποια ένατη. Εδώ όμως είναι που την πάτησες. Μόλις ενέδωσες στον πειρασμό, πήρες τη λάθος διακλάδωση. Όχι, μικρέ μου μαθητή, το μόνο που έχεις είναι η κίνηση ενός αόρατου βραχίονα, που ανασηκώνει τον μπερντέ, κι αποκαλύπτεται το πλέον αληθές του σκηνικού: το κορίτσι που ήσουν ερωτευμένος μιαν άνοιξη του ’70, περνά μπροστά στα μάτια σου δίχως να σηκώσει το βλέμμα του, και φεύγει μακριά απ’ τη ζωή σου. Ο Γκάτσος λίγο παρακάτω θα του δώσει ένα όνομα:

Τι ζητάς Αθανασία
    στο μπαλκόνι μου μπροστά
Δεν μου δίνεις σημασία
                κι η καρδιά μου πώς βαστά

Και σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα εκείνο το κορίτσι θα μεταμορφωθεί από Αθανασία μιας μακρινής σου άνοιξης, σε πανταχού παρούσα Αθανασία όλης της ζωής σου:

Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο
                βασιλιάδες, ποιητές
μα ένα κλωναράκι δυόσμο
                δεν τους χάρισες ποτές

Ο τρόπος που το ερωτικό πένθος μεταλλάσσεται σε πένθος του εαυτού, ετούτος ο ανεπαίσθητος ίλιγγος των υποκειμένων, το ξαφνικό κενό μες στη ροή της φαντασίας, είναι ένα γεγονός που δεν μπορείς να αγνοήσεις, αν θες να παίξεις στην κιθάρα Εκείνη την Αθανασία του Γκάτσου και του Χατζιδάκι. Πρέπει να έχεις απ’ τα πριν εξασκηθεί σε μιαν ερμητική κοιναισθησία, να μην ακούς μονάχα αρμονίες αλλά να βλέπεις χρώματα να φωνασκούν πίσω από μυστικές συντεταγμένες μιας -για την περίσταση διευρυμένης- υδρογείου, και να μυρίζεις πάλι το ίδιο χώμα που σε έσπειρε κι εκείνο το άγνωστο που θα σε νανουρίσει, μέσα σε αρώματα πανσέδων και μες σε γλάστρες ασπρισμένες, όρθιες στα καλντερίμια. Αυτό θα ήταν μια κάποια τίμια αρμονική ανάλυση του τραγουδιού. Αυτές λοιπόν οι αρμονίες στον Χατζιδάκι έχουν εκ των προτέρων νοηματοδοτηθεί από το περιβάλλον που τις φιλοξενεί, κι έτσι δε γίνεται να αγνοήσεις επί παραδείγματι το ποίημα, χωρίς να ενδώσεις στη φτήνια ενός επηρμένου ακαδημαϊσμού. Θα ισχυριστώ μάλιστα ότι στον Χατζιδάκι ακόμα και τα χωρίς λόγια τραγούδια, εγκυμονούν επιστρώσεις μιας θεραπευτικής μυθολογίας, λαχνούς τραβηγμένους απ’ το σώμα μιας ελληνικότητας για την οποία ελπίζω παρακάτω να μπορέσω να μιλήσω.


Ώρα χωρίς σκιά
Τώρα μας γίνεται πιο κατανοητός ο ρόλος της κάθετης ανάγνωσης, που λέγαμε στα προηγούμενα. Αλλά κι εδώ η κάθε αρμονία δεν έλκεται μονάχα με τον τρόπο που, παραδοσιακά, διδαχθήκαμε. Το κέντρο βάρους της μετακινείται μέσα στο τραγούδι ανάλογα με το πώς αυτή έχει γονιμοποιηθεί απ’ το συνολικό νόημα, από έναν επιπλέον σκηνογράφο πίσω απ’ τη σκηνογραφία. Εδώ παρεμβαίνει το χέρι του ποιητή να παίξει με τις έλξεις των φωνών, τραβάει κατά το δοκούν τους σπάγκους της μαριονέτας, μετακινεί το κέντρο βάρους ελαφρά, δίνει προτεραιότητες που το αυτί του μουσικού δεν ξέρει. Και να γιατί σε κάποιες εκτελέσεις οι ίδιες αρμονίες μοιάζει να ‘ναι κατά τόπους αργοκίνητες, κι αλλού να είναι ελαφριές σαν άνθη κερασιάς την άνοιξη, που τα φυσάει ο άνεμος μέσα στον κήπο σου, κι αλλού μοιάζουν αμετακίνητες και θυμωμένες. Είναι το δάχτυλο του ποιητή που παίζει με τη μαριονέτα του νοήματος μες στο τραγούδι. Αν το αγνοήσεις, αυτή θα αυτονομηθεί με απρόβλεπτες συνέπειες, εξ ου το δύστροπο κάποιων απλών τραγουδιών.
[Θα έβαζα μέσα σ’ αυτά το Τώρα νυφούλα μου χρυσή απ’ τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα με τον τρόπο που το ξαναζωγράφισε στη γλώσσα μας ο Γκάτσος, για να πω ότι όποιος δεν ερωτεύεται κεραυνοβόλα τη νύφη τη στιγμή που βγαίνει από το σπίτι της στην εκκλησιά να πάει, είναι αδύνατον να παίξει αυτές τις δυο-τρεις συγχορδίες που ντύνουν τη σκηνή. Όλο το έργο συνηχεί με όλες του τις αρμονικές μέσα σ’ αυτά τα πρώτα λόγια, που ντύθηκαν την ιερή μελαγχολία μιας Ελλάδας μόλις μετά την απελευθέρωση, από έναν Χατζιδάκι στα 24 του χρόνια. “Να θυμηθείς πως βγαίνεις σαν τον αυγερινό". Η προτελευταία συγχορδία -κινημένη απ’ το χέρι του ποιητή- καθρεφτίζει την ομορφιά της πάνω σ’ ολόκληρο το έργο, και θα χαρακτήριζα αφελή τον μουσικό που δεν θα λάμβανε στα σοβαρά υπόψη του τη φαινομενική ακινησία της, μαζί μ’ όλον τον θησαυρό της λύπης του νοήματός της.]


Τα χρώματα
Αφού αξιωθήκαμε αυτές τις πρώτες κινήσεις (τρόπος του λέγειν πρώτες, αφού μιλάμε για στρατιά αρμοδιοτήτων που πρέπει να επωμισθούμε για να συμβούν τα παραπάνω), προτείνω να ξεχάσουμε τα ηχοχρωματικά αναμενόμενα από το όργανο που κρατάμε στα χέρια μας. Εδώ οι σχεδιαστές των χορδών D’Addario και Savarez σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά. Αυτό που θα οραματιστούμε κάτω από δυο-τρεις μελωμένες συγχορδίες δεν είναι ο Segovia σε μια μετα-Σεγκοβιακή Chaconne του Bach, μα ο Τσιτσάνης με έναν διαβολικό μπαγλαμά ανά χείρας και όλο το κρυστάλλινο πάλκο του. Ο αγαπητός σε όλους μας Δημήτρης Βράσκος παράτησε κάποτε το βιολί και του έφεραν ένα μαντολίνο, όχι για να μας δείξει πώς πονεί, μα για να μιμηθεί στις ηχογραφήσεις εκείνο το πρωταρχικό από το παρελθόν του Χατζιδάκι άκουσμα, εκείνο που με βουλιμία λέρωνε τα πέλματά του στα κακόφημα κέντρα που τελούσαν τα τρισάγιά τους άνθρωποι σαν τον Βαμβακάρη. Και η Αλίκη Κρίθαρη θα χρειαζόταν να κινήσει τους αντίχειρες στα glissandi της άρπας της με έναν τρόπο τέτοιο, ώστε να μας θυμίζουν ριπή ανέμου που σε διαπερνά ένα Μεγαλοβδομαδιάτικο δειλινό και όχι έλευση θριαμβευτικής μετατροπίας του Ριχάρδου Βάγκνερ, Θεός φυλάξοι! Δεν ξέρω αν τότε οι μουσικοί αντιλαμβάνονταν τον διαφορετικό τρόπο που ηχούσαν στα χέρια τους τα όργανά τους. Ξέρω μονάχα ότι έτρεφαν τον πιο ανυπόκριτο σεβασμό σε ό,τι, καμιά φορά ερήμην τους, συνέβαινε στις ηχογραφήσεις και στις συναυλίες.
Προχωρώντας βήμα-βήμα, θα ισχυριστώ πως το ηχόχρωμα στον Χατζιδάκι έχει την καθαρότητα των περιγραμμάτων ενός πίνακα του Τσαρούχη, που στέκεται ανάμεσα στη γοητεία των ελληνικών αυλών με τον ασβέστη και με τον βασιλικό, και στο σέβας προς τα υποφωτισμένα ψιθυρίσματα των αγίων μες στις εικόνες των εκκλησιών. Πράγματι ο Τσαρούχης καταφέρνει ένα οπτικό αντίστοιχο των ηχοχρωμάτων του Χατζιδάκι, και δεν είναι τυχαίο που κι οι δύο τους ξεπήδησαν από την ίδια παραισθητική παράδοση, απ’ το ίδιο όραμα μιας διαφεύγουσας και επιτακτικά αναγκαίας για την υγεία της ψυχής μας ελληνικότητας. Αν κάποιοι αντιτάξουν πως ενός τέτοιου είδους μόδα οδήγησε αυτές τις πάναγνες προθέσεις στο να τροφοδοτηθεί η πολιτιστική γελοιογραφία της χούντας και κάθε αντίστοιχη συνέχειά της, εκείνου του μεταπολιτευτικού συνονθυλεύματος αξίων και αναξίων, δίχως διάκριση, αυτό καθόλου δεν αναιρεί τη σημασία εκείνης της ματιάς, που αναδύθηκε απ’ την ανάγκη μιας ταλαντούχας γενιάς να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της, σκύβοντας όχι σε βιβλία, που όλα, μέσες άκρες, λέγαν ψέματα, μα στην αλευρωμένη ποδιά των γιαγιάδων τους. Να τι απουσιάζει απ’ τις εκτελέσεις σήμερα. Ο Αρανίτσης το έθεσε κάποτε κάθετα, και με τον τρόπο του αναντίρρητου, χωρίς περαιτέρω δηλαδή διευκρινίσεις: “Το σολ που ακούς εσύ κι αυτοί, δεν είναι το ίδιο.”


So you think you can dance
Προχωρώντας στον ρυθμό, θα πρέπει να ισχυριστώ αντίστοιχα πως αν δεν είχες επισκεφθεί το άκρως επικίνδυνο περιβάλλον που φιλοξενούσε το πάλκο του Βαμβακάρη μετά τον πόλεμο ίσως δεν θα μπορούσες να αντιληφθείς τον τρόπο που το χασάπικο, επί παραδείγματι, αρθρώνεται μέσα στο ποιητικό σώμα του Χατζιδάκι που χορεύει μαζί με όλους τους ήρωές του και τους μύθους του. Μια κάποια βοήθεια θα ήταν το να σκύψεις με δέος στον τρόπο που οι ναύτες του Τσαρούχη κρατάνε τον καβάλο τους στα ακινητοποιημένα του ζεϊμπέκικα, και στον τρόπο που ένας χαρταετός φωτίζει τον ουρανό στο φόντο των 6 Λαϊκών Ζωγραφιών του Μόραλη, πίσω απ’ τους χορευτές με τις πανομοιότυπες στολές. Αλλά κι αυτό προϋποθέτει μια κάποια μύηση, αλλιώς θα προσκρούσεις στη γοητεία του φολκλόρ, όπως κάθε συγκινημένος φιλέλληνας.

[Και να γιατί, επί παραδείγματι, μια εξαίσια ταλαντούχα περίπτωση όπως ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δεν κατάφερε παρά το αισθητικώς ωραίον στην προσπάθειά του να ζωντανέψει πίνακες του Τσαρούχη στα Τραγούδια της αμαρτίας. Εδώ, ούτε η θητεία του στο εργαστήριο του Τσαρούχη, κατά τη γνώμη μου, δεν τον βοήθησε.]

Το κυρίως στοιχείο σε ετούτη τη ματιά μοιάζει και πάλι να ‘ναι το ιδιότυπο πένθος που στοιχειώνει όλες τις γιορτές μας. Και να γιατί εκείνοι οι χορευτές μέσα στους πίνακες μας κοιτάνε ήδη απ’ τη μεριά του θανάτου, του δικού τους και εν τέλει του δικού μας. Έτσι, το χασάπικο στον Χατζιδάκι δεν έχει τίποτε το εορταστικό, αλλά κρατά ακόμα και στην πιο αισιόδοξη εκδοχή του κάτι απ’ το μελαγχολικό φως μιας ημέρας που σβήνει, έτσι καθώς τα γαλανόλευκα σημαιάκια στις ζωγραφιές του Τσαρούχη δεν μιλούν για τη γιορτή που ντύνουν μες στον πίνακα, μα για τον τρόπο που η χαρμολύπη γδέρνει όμορφα τα σωθικά ενός ανθρώπου που βιώνει καθημερινά τον αποχωρισμό του απ’ τους μύθους, που απ’ τα σπάργανα τού υποσχέθηκαν να είναι το θεμέλιο της ζωής του. Αυτός ο πόνος που έχει μέσα στους αιώνες αφομοιωθεί -είναι ήδη μέρος της γιορτής μας- δημιουργεί την ασυνέχεια στις κινήσεις του ζεϊμπέκικου και το ευλογεί έτσι που να μπορεί αυτό με τη σειρά του να διανοίγει τη ρωγμή μας και να τη θεραπεύει. Έτσι, το κουδούνισμα του θυμιατού πάνω απ’ την Αγία Τράπεζα -που επιστρέφει λυτρωτικά στις αισθήσεις του μυημένου με το υπνωτιστικό παράπονο του μπαγλαμά μες στα ρεμπέτικα, και σε προέκταση με τις αιχμηρές νότες στη σκηνογραφία των τραγουδιών του Χατζιδάκι ―δεν έρχεται να θυμιατίσει μόνο λίγο χώρο μες στον πίνακα (και μέσα στο τραγούδι), μα να εναποθέσει λίγο μοσχολίβανο μες στην πυρακτωμένη συλλογική μας ανάγκη για ένα σταθερό έδαφος που να μπορεί να φιλοξενήσει τον σπόρο μας. Ο κόσμος πλαντάζει από μυρωδιές. Οι πιστοί κλίνουν την κεφαλή. Τα Σα εκ των Σων. Το να αρνηθεί κανείς την ευλογία ετούτη στις νεότερες γενιές θα ήταν το ίδιο με το να αποϊεροποιήσει οριστικά τις λεπτομέρειες μιας ζωής έτσι κι αλλιώς φθίνουσας ως προς το ψυχικό της περιεχόμενο.


Έξοδος
Δεν γίνεται παρά να φωτίσω με τον πιο μεγάλο προβολέα μια βασική έλλειψη, που είναι η εξέταση του διττού της σημασίας του έργου του Χατζιδάκι: Πατάει στην Ανατολή και έλκεται απ’ τη Δύση. Πατά στη Δύση και αναπνέει στην Ανατολή. Στέκει στο σύνορο που επιτρέπει την αέναη αμφιθυμία ανάμεσα στους πόλους. Το ένα πόδι εδώ, το άλλο εκεί. Σ’ αυτό το σύνορο περιμένουμε τον ίδιο μας τον χρόνο να απαλύνει τις εντάσεις, προσποιούμενοι με ετούτη την προσοδοφόρα ακινησία πως όλα είναι σωστά στη θέση τους βαλμένα. Αυτή η ερμαφρόδιτη οπτική ίσως να έσταξε την ομορφιά της μέσα στη ζωή του Χατζιδάκι, εξισορροπώντας με μια εξουθενωτικά εξωστρεφή καθημερινότητα εκείνο που στα τηλεοπτικά πάνελ θα λέγανε ευαισθησία του ποιητή. Ο ποιητής βεβαίως θα παρέμενε μονάχος του μέσα στην πιο βαθιά γωνιά της σκήτης. Γύρω του όλοι οι άλλοι θα πανηγύριζαν. Όλα αυτά είναι πιθανά όταν βρίσκεσαι στη θερμοκρασία που τήκονται τα μέταλλα. Βεβαιώθηκα πως είχε συναίσθηση αυτού του πυρακτωμένου υλικού που τον κύκλωνε και που τον συνόδευε σαν δεσμοφύλακας Άγγελος στον μοναχικό του δρόμο, όταν κοντά στο τέλος μού είπε απλά: “―Τώρα μόνο αρχίζω να καταλαβαίνω τι είναι η μουσική.”
Κατά τα άλλα, υπήρξε αδύνατον να παραμείνω νηφάλιος στα παραπάνω. Φαίνεται από την ακανόνιστη ροή, απ’ τις διπλογραφίες, τη γλώσσα που είναι διφορούμενη, κυρίως απ’ το ότι συχνά υπερασπίζομαι ταυτόχρονα δυο αντιδίκους, πράγμα που δεν απέχει απ’ την αλήθεια των πραγμάτων, γενικά μιλώντας. Λέω πως δεν πειράζει. Θα ήταν άδικο να βαφτίσουμε απλή τη ζωή, μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν αντέχουμε να τη ζούμε αλλιώς. Μετά από τέτοια περιπλάνηση σκέφτομαι πως το κείμενο θα μπορούσε να είναι μόνο μια γραμμή, ένα ερωτηματικό, μια υπογραφή σε κενή σελίδα, μια τελεία, η αρχή και το τέλος μιας αδιανόητης χορδής που ακουμπά στα δύο άκρα του σύμπαντος χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Απλά Είναι.
Σε ποιόν λοιπόν ανήκει ο Χατζιδάκις; Σε όσους δεν τον χρειάζονται αφού εν πολλοίς τον περιέχουνε ή σε όσους παραμένει ένα μυστήριο και τους ενεργοποιεί; Στη μνήμη μας που κάποτε ξεχνά και θέλει φυλαχτά να την κρατήσουνε δεμένη με τον χρόνο της ή στην ωραία έλλειψη που είναι η άλλη όψη της πληρότητας; Στην άγνωστη ρωγμή, τον τόπο που ριζώνει το άνθος μας ή στα κλεισμένα φρούρια; Στο αρσενικό που μάχεται όλες τις μάχες του ή ίσως στο θηλυκό που πλέκει τα παρηγορητικά εργόχειρα; Στο θάρρος της θυσίας μες στη λάμψη του σκοπού ή στην πλευρά που πάντα φύλαγε τα κεκτημένα της; Στο βλέμμα το μισόκλειστο που εμπιστεύεται το αόρατο ή στη διαύγεια της απέριττης βεβαιότητας; Στο λίγο της φλογέρας του βοσκού μέσα στο λιόφυτο ή στο πολύ ενός μαέστρου όρθιου στο πόντιουμ; Στον ελαφρύ από έγνοιες περιπατητή των Ανωγείων ή στον θαμώνα του la Tremoille; Στον εργαζόμενο στο εργοστάσιο του ΦΙΞ ή στον συνδαιτημόνα του Καραμανλή; Στον Κούνδουρο με τον συγκινημένο ανδρισμό όταν μιλάει για τον φίλο του ή ίσως στην Μπακοπούλου όταν παίζει την Αχιβάδα; Στους σίγουρους και δυνατούς ή μήπως στους γενναίους που είναι έτοιμοι για οτιδήποτε; Σε εκείνους που μες στον σκοπό τους σπαταλήθηκαν διαστελλόμενοι ή σε αυτούς που περιμένουν πίσω από χτισμένα τείχη; Στους τίμιους, τους καθαρούς, τους άμεμπτους, τους από πάντοτε ή σε εκείνους που δε νοιάζονται για την αδυναμία τους; Σ’ αυτούς που κάποτε ήξεραν και ξέχασαν ή σε εκείνους που θα ξέρουν αύριο;

Στο περιθώριο των παραπάνω σκέψεων ίσως να αναδύθηκε ο υπαινιγμός πως ό,τι λέμε Χατζιδάκις δεν είναι ένα πρόσωπο, μα μια ποιητική γεωγραφική θέση, μια ουτοπία για τους νεότερους, μια υπαρκτή ήπειρος για κάποιους άλλους. Ο δαίμονας των Εξαρχείων έγραψε κάποτε, χαριτολογώντας, πως το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, δείχνοντας μας μια κάποια έξοδο. Έτσι, κάθε τέτοιος ποιητικός τόπος δεν μπορεί παρά να ανήκει σε όποιον τολμά να τον κατοικήσει και να του δώσει ζωή, όπως τα παιδιά στις πλατείες και οι καταληψίες στα ερειπωμένα σπίτια. Και ποιος πεινάει τώρα για ζωή; Ποιος είναι έτοιμος να τρέξει πάλι στην πλατεία και να γδάρει το γόνατό του;

21 Ιανουαρίου 2026


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: