Θέλημα Θεού

Μπρέγκελ ο Πρεσβύτερος, «Ο Ορφέας τραγουδά για τον Πλούτωνα και τη Περσεφόνη»
Μπρέγκελ ο Πρεσβύτερος, «Ο Ορφέας τραγουδά για τον Πλούτωνα και τη Περσεφόνη»

Η ψυχή μου
θρυμματισμένη από την ένταση
της προσπάθειας να ανήκει στη γη

(Από το ποίημα «Περσεφόνη η Περιπλανώμενη», της Λουίζ Γκλικ, μτφρ. Γ. Χουλιάρας)

Ξημερώνει πρώτη του εγκλεισμού και τα φώτα που δειλά ανάβουν στα απέναντι σπίτια είναι άλλα. Δεν είναι σήμερα μέρα σαν τις άλλες / δεν είναι σήμερα μέρα ξεχωριστή, κι ας αλαλάζουν μες στα τύμπανα των νοικοκυραίων οι βιοπαλαιστές της δημοσιογραφίας. Η Περσεφόνη ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά της αυριανής πατρίδας με βλέμμα που στάζει παγετώνες απ’ τα συζυγικά σεντόνια, ο εραστής της, με θερμόμετρο υδραργύρου στο ένα χέρι, θερμομετρεί υποψηφίους στους θαλάμους των εντατικών, τα έκτακτα ανακοινωθέντα απλώνουν φαιά υφάσματα στον ουρανό πάνω απ’ τις άδειες πλατείες, η πόλη σύσσωμη –αν υποθέσουμε πως είχαν ποτέ σώμα οι μελλοθάνατοι μες στους θαλάμους αερίων– ακούει με τις παλάμες της στ’ αυτιά τον κρότο των χτιστών, κάγκελα με παλιά σκουριά ορθώνονται, κάγκελα να πληγώσουν την με αίμα και σάρκα πληρωμένη –ίσως– γαλήνη του βλέμματος, και είμαστε πισθάγκωνα δεμένοι σαν σε όνειρο που περιμένεις να σου το ξυπνήσει η ζωή και η ζωή ποτέ δεν έρχεται, εμείς, που ό,τι νοσταλγήσαμε ήταν ενός ορίζοντα το φύσημα μες στα σκοτάδια, κι ενός νιογέννητου γερακιού το σκίρτημα πάνω απ’ τα έντρομα της ψυχής μας θηλαστικά. Η πόλη σέρνεται στο ένα πλευρό μα δεν ξυπνά. Ήλιος άεργος σαλιώνει τα βλέφαρα των μανάδων. Κανένα χαμόγελο δεν ανατέλλει πίσω από τα μαξιλάρια. Μήνες χειμερινοί –ακούω στις ειδήσεις– καταπατούν την ενδοχώρα των ερωτευμένων, γήρας βαθύ ασχημονεί πίσω απ’ τις κλειδωμένες παιδικές χαρές.
Ένας υπουργός με ιατρική μάσκα συγκρατεί με δυσκολία ιαχές πανηγυριστών πίσω απ’ τα εσχάτως νόμιμα ρήματα. Υπογράφει απαγορεύσεις για το καλό μας. Η πένα του φτερουγίζει στις γωνιές των αποφάσεων σαν το δρεπάνι πάνω απ’ το χέρσο χωράφι. Την ίδια ώρα, ο Καρυωτάκης με τον Περικλή Γιαννόπουλο πίνουν ηδύποτα στην λάμπουσα βεράντα της αμεριμνησίας τους, γελώντας με τη μοίρα του ηλεκτρονικού θανάτου που μας αναλογεί. Ο Χρόνος κατεβάζει τον γενικό και καλεί σε γενική συνέλευση. Τούτη είναι η ώρα που περιμέναμε σαν ήμασταν παιδιά, πολύ παιδιά, λίγο πριν έρθει η καταστροφή.
Προφήτες μιλούν για μια κοινωνία απονευρωμένων, λες κι είναι θεμιτό οι προφήτες να προφητεύουν το παρόν. Άλλοι μιλούν για πόλεμο με όπλα αόρατα στα μάτια που ως τώρα είχαμε, κι άλλοι μιλούν για την κατακυρίευση κάθε εναπομείνασας σπιθαμής πατρίδας απ’ τα ερπυστριοφόρα των ορθολογιστών. Μα κι άλλοι μιλούν για μια Δευτέρα Παρουσία που δεν θα τη λιβανίζει το λιβάνι των θεολόγων, που δεν θα τη μαγαρίζει το πρωθύστερο σχημάτων ως ζωή/θάνατος, ορατό/αόρατο, και μέσα στης οποίας την λυτρωτική επικράτεια θα κριθούν δίκαιοι και άδικοι, ναι, θα κριθούν, αλλά με όρους κατανόησης του αγαθού ως νυν και αεί ενός βλέμματος απρόσβλητου στις εισβολές των αλλοφύλων, και που εκείνη τη στιγμή θα είναι λέει τόσο –ως διά μαγείας– τόπος κοινός σε όλων τη συνείδηση, που δεν θα χρειάζεται άνωθεν πρόνοια για να επιμεριστούν οι ποινές· αυτές θα έχουν ήδη από καιρό μέσα στον χρόνο των αδίκων εγκιβωτιστεί. Κι άλλοι μιλούν για μία επανάσταση απέναντι στη φύση της ίδιας της νομοτέλειας, και είναι αυτοί που βγαίνουν στις πλατείες αψηφώντας τα πρόστιμα και το φασματάκι της διασωλήνωσης, κι ανάμεσά τους είναι κάποιοι που θυμούνται το «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή …» του Ρήγα, και άλλοι το «Ελευθερία ή θάνατος» του Πατρών ή ποιος ξέρει τίνος, και άλλοι το «Όχι» που καπηλεύτηκε η χεσμένη νομενκλατούρα των δωσιλόγων για να κουκουλώσει την απουσία εθνικού –και κάθε άλλου– σθένους, και άλλοι πάνε πιο βαθιά στο φαντασιακό DNA της φυλής, αντιγράφοντας ένα πολυφωνικό «Μολών λαβέ» πάνω στην νέα απαίτηση του Ξέρξη: «Πέμψον τα ὅπλα».

Αυτά γίνονταν ως τα τώρα, ως εκείνο το σημείο που στην τρέχουσα γλώσσα λέγαμε παρόν. Ύστερα οι χρόνοι συναιρέθηκαν, πριν και μετά αντάλλαξαν δυσοίωνες χειραψίες, και τότε ήταν που πίσω απ’ τις μάσκες και πίσω απ’ τον ήχο των εντολών ανέτειλαν διαυγείς οι προθέσεις, και όλοι μίλησαν ανακουφισμένοι για μια πλανητική δικτατορία που θα μας προστατέψει από την ίδια τη ζωή, λες κι ήτανε ποτέ αλλιώς τα πράγματα, μόνο που τώρα το σωσίβιο των επαϊόντων θα στοίχειωνε την προσευχή κάθε απελπισμένου, σύσσωμη η κοινωνία θα εκλιπαρούσε για έναν Θεό να αναλάβει τα του βίου της, κι ας ήταν αυτός ο Θεός ένα συνομολογημένο σκιάχτρο, ένα φάντασμα από σκούπες και καραβόπανα που θα άλλαζε κάθε τόσο τη λαμπερή του φορεσιά, κι άλλοτε θα το λέγαν ΠΟΥ, άλλοτε εθνική κυβέρνηση, άλλοτε γνώμη των ειδικών, άλλοτε φιλοτιμία, άλλοτε ατομική ευθύνη, και άλλα πολλά τέτοια βαρυσήμαντα, κι αυτός ο νεογέννητος Θεός, θα ήταν –καθώς του πρέπει– πανταχού παρών και θα πλήρωνε το μυαλό όλων σαν νεοεγκατεστημένο λογισμικό που –μεγαμπάιτ το μεγαμπάιτ– δηλητηριάζει τo κύτταρο του εξωγήινου μετεωρίτη που κάποτε υπήρξε η ανθρωπιά, και το προετοιμάζει για την επερχόμενη μετάλλαξη, που κατά άλλους έχει ήδη συντελεστεί, μα τώρα θα ‘ταν λέει η ώρα της νομιμοποίησης, της εγκαθίδρυσης ενός εθιμικού δικαίου πάνω στο εύφορο έδαφος των τετελεσμένων της εισβολής, δικαίου που θα απομονώνει και θα διασύρει δακτυλοδεικτούμενο τον κάθε αντίλογο σ’ ετούτη την Καινή Διαθήκη των νεο-μονοθεϊστών. Ήτανε θέλημα Θεού αυτό που μας συνέβη, άλλωστε.

Και τότε ήρθαν κι άλλοι που είπανε πως βρήκαν την ψυχή τους θρυμματισμένη απ’ την προσπάθεια να περπατήσει σ’ αυτόν τον νέο κόσμο. Και τότε ο Καρυωτάκης και ο Περικλής Γιαννόπουλος χαμογέλασαν μια τελευταία φορά κάτω απ’ τον ήχο των ποτηριών τους. Και ειπώθηκε αυτός ο ήχος να είναι στο εξής ο Θούριος κάθε ελεύθερου ανθρώπου.


«Ο Άδης παίρνει στο άρμα του την Περσεφόνη». Τοιχογραφία από τον Μεκεδονικό «τάφο της Περσεφόνης», Bεργίνα

Κι η Περσεφόνη πάτησε το πόδι της στη γη. Προφήτης-άνεμος φύσηξε μακριά τις μνήμες του άλλου κόσμου. Οι αμυγδαλιές τινάξαν τα λευκά μαλλιά τους δίχως συστολή. Άνοιξη αναρίγησε στον ύπνο τους. Αλλά δεν ήταν μοναχά αυτό που είδαμε. Είδαμε και ένα κάτι άλλο που δεν ξέρω να το συλλαβίσω. Και κάποιοι που ήξεραν καλύτερα είπαν ότι αυτό το κάτι συλλαβίζεται μονάχα κι απ’ τους δύο κόσμους ταυτοχρόνως, έτσι όπως κάποια θησαυροφυλάκια ανοίγουν μοναχά με δυο κλειδιά που τα κρατάνε δυο διαφορετικοί ανθρώποι. Και τότε ήταν που, για μια στιγμή, μου αποκαλύφθηκε πως στο μέσον της διαδρομής που κάθε τόσο διανύει η Περσεφόνη υπάρχει ένα συγκεκριμένο σκαλοπάτι που, όταν το πατήσεις, ξεκλειδώνονται όλα τα θησαυροφυλάκια.

 15 Νοεμβρίου 2020


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: