«Ενήλικοι στην αίθουσα», ανήλικοι στον καναπέ

«Ενήλικοι στην αίθουσα», ανήλικοι στον καναπέ

Αυτό που λέμε κοινή γνώμη δεν μπορεί παρά να είναι ένας ευφημισμός, η μετονομασία μιας απλής εικασίας που ονοματίζει ένα τυχαίο σημείο του κυματισμού της πλειοψηφούσας μέσα στην πόλη άποψης, δίνοντας του προσωρινά τα σκήπτρα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι το ότι διαμορφώνεται ευθέως ανάλογα με τον προσανατολισμό ενός εκάστου, με το προς τα πού συλλαμβάνεται εστιασμένο το ενδιαφέρον του, σε ποιό ρητορικό σχήμα απλώνει ευήκοον ους, αλλιώς: σε ποιο πλυντήριο απόψεων λευκαίνει τα λερωμένα της κάθε του μέρας. Πλυντήριο ας βαφτίσουμε σήμερα, χάριν παιδιάς, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ή Μαζικής Αποκοίμισης, έννοιες που περπατάνε αγκαλιά στον δρόμο σαν τις παλιές τις φιλενάδες, οπότε μπορούμε να διαλέξουμε ελεύθερα. Κι η ενημέρωση, κατά πως ξέρουμε, αλλάζει φάτσα σαν αποκριάτικη μουτσούνα, μεταμορφώνεται με εκθετικές ταχύτητες, ευθέως ανάλογες με το μπροστά σε ποια κλειδαρότρυπα διαλέγει κάποιος να λαθροθηράσει τις ειδήσεις του ή με ποιο κομματικό πρόσημο στολίζει την κοσμοθεωρία του, εκείνο το παλιομοδίτικο φίλτρο που κάποτε υποσχόταν να αποκρυπτογραφήσει τα ανεξήγητα του κόσμου.
Άλλο που ξέρουμε είναι πως μες στον κυκεώνα των μετονομασιών σπανίως συναντάμε άποψη πρωτότυπη, να λάμπει σαν αστερίας σε ξεχασμένο βυθό, άποψη που να εκπορεύεται στοιχειωδώς από το πρόσωπο που την εκφέρει. Τότε είναι που η καρδιά μας έρχεται στη θέση της, γλυκιά ανακούφιση κυριεύει τα μέλη, έπαινος χειμαρρώδης και ανεπιτήδευτος αναδύεται απ’ τα ακόμη αφύλαχτα σύνορα του ηλιακού πλέγματος, εν είδει κύματος που δρασκελάει το κατώφλι της συγκίνησης, έτσι όπως κάποτε, καβάλα σε ποδήλατο, ενώ ορμούσες απ’ την κορυφή του όρους Αιγάλεω με κατεύθυνση τον όρμο που πριν από λίγο φιλοξένησε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κι ενώ στον λαβύρινθό σου ταξίδευε ένα απ’ τα τελευταία κουαρτέτα του Μπετόβεν ανάμεικτο με ήχους της Αττικής γης, υπήρχε περίπτωση να μην αντέξεις την ευτυχία και να σε πάρουν τα κλάματα.

Κάνω αυτή την εισαγωγή επειδή σ’ αυτά που θα πω στην συνέχεια δεν θα ήθελα να συλληφθεί λαθρεπιβάτις καμιά συγκίνηση, πράγμα δύσκολο καθώς θα υποπτεύεστε. Μόνον έκπληξη θα ήθελα, έτσι που μες στην απολύτως αδιάφορη θέα μπορεί κάποτε να σε φυσήξει το αεράκι ενός επιδέξια κρυμμένου νοήματος. Έτσι και στο τέλος της προβολής της ταινίας του Κώστα Γαβρά Ενήλικοι στην αίθουσα, κατ’ αρχήν στηριγμένης στο βιβλίο του Γ.Βαρουφάκη, κάτι αίφνης περπάτησε απ’ τα πίσω δωμάτια, απρόσκλητο, κι έδωσε άλλο νόημα σε μια κατά κοινή ομολογία –κατά την παραπάνω δηλαδή κοινή γνώμη– αδιάφορη ταινία.
Κι εδώ να προλάβω να πω, γιατί κι η τιμιότητα πρέπει να κάνει τον θόρυβο νομίσματος που πέφτει στο πάτωμα: αδιάφορη και για μένα, από άποψη «καλλιτεχνική» –να μια λέξη που όσο απεχθάνομαι, τόσο πάνω της πέφτω–, αν έχει νόημα ένας τεμπέλης περιπατητής των σαββατιάτικων αιθουσών να μιλά σαν κριτικός κινηματογράφου, αλλά ας είναι. Και επί τόπου θα εστιάσω σε ένα ερώτημα που είναι για μένα –και για τα παρακάτω– καίριο:

Σε ποιαν άραγε Αίθουσα αναφέρεται ο Γαβράς, όταν μιλά για ενήλικες; Στην αίθουσα προβολής που μέσα της βυθιζόμαστε για να ονειρευτούμε εκείνο που δεν είναι έξω ή στην αίθουσα που –κατά τα φαινόμενα ατύπως και παρανόμως– συνεδριάζει το Eurogroup;
Εκεί λοιπόν, στο τέλος της ταινίας, λίγα πλάνα πριν απ’ τους τίτλους κι ενώ το σκηνικό γίνεται ασπρόμαυρο, ο Γαβράς αποφασίζει να κλείσει με δυο τρεις φράσεις, που υπενθυμίζουν, και στον ενήλικο και στον ανήλικο, ότι αυτά που μόλις είδε ουδέποτε υπήρξαν μυθοπλασία, μα η απρεπής πραγματικότητα που αυτοβούλως παραβλέπει, αγκαλιάζει, ζει, ως εάν… Υποπτεύεσαι έτσι το αδιανόητο, σαν μόλις να ξύπνησες από λήθαργο βαθύ, πως ο Γαβράς –συνειδητά άραγε;– έστησε την παρούσα περιπατητική οδό ως ένα φιλμ απονευρωμένο από καλλιτεχνικές προσδοκίες, ένα φιλμ που οι εμπαθέστεροι ημών έσπευσαν πριν ακόμη απ’ την πρώτη προβολή να διαλαλήσουν ως μέτριο. Μας δώρισε, λέω, ο Γαβράς το πιο νεαρό παιδί ενός ανθρώπου που δεν μπορεί παρά να είναι –και μόνον εξαιτίας της μεγάλης πείρας του– επαρκώς επιδέξιος καπετάνιος ώστε να αποφύγει τους σκοπέλους ενός χαλαρού ρυθμού με απρόσμενα πηδήματα του θυμικού, σαν κενά αέρος σε πολυτελή πτήση, κι ενός ελαφρώς διδακτικού ύφους, κάτω απ’ τον κυματισμό μιας αφήγησης που δυσκολεύεται να γίνει συναρπαστική για τον μέσο θεατή –και μένει να απαντηθεί τι χαρακτηριστικά έχει άραγε αυτός ο, και πάλι μέσος, θεατής. Αυτό είναι όμως η δική μου μόνον η ματιά, στην ώρα μου εκείνη την τυχαία, και παρότι χάρηκα κάποιες εξαίσιες στιγμές των προσώπων. Το πότε όμως, το πού και το πώς συναντάς το παιδί του άλλου, παίζει κι αυτό τον ρόλο του, γι’ αυτό και δεν διαβάζω κριτικές, εκτός κι έχουνε χιούμορ.
Μήπως δεν θέλει, λέω λοιπόν, ο Γαβράς; Μήπως κάποιος μέσα του δεν του επιτρέπει, στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που η χώρα ισορροπεί και πάλι στο μετέωρό της βήμα, την ντροπιαστική –για κάθε άνθρωπο με καλλιτεχνικό ήθος– χρήση των δοκιμασμένων κόλπων, της αποθησαυρισμένης τεχνικής, της καθιερωμένης μεθόδου; Μήπως είναι τέτοια η φτιαξιά του, που δεν θα απέφευγε το παγερό ενδεχόμενο οι Ερινύες να του ξύσουν μιαν ήσυχη νυχτιά την πλάτη, στην περίπτωση που θα τολμούσε να μιλήσει σήμερα στους συμπατριώτες του απ’ το βάθρο του επαγγελματία; Μήπως είναι πιο πρέπον να μιλήσει σήμερα σαν άνθρωπος του καφενείου, με το ωραίο εκείνο τραύλισμα που κάνει την αλήθεια διάφανη, λεία, φρεσκοπλυμένη στο κρασί της παρέας;
Έτσι, αντί για αυτόν τον επαγγελματισμό –που παρίσταται μόνον αμήχανα για το μέτρο τέτοιου σκηνοθέτη, μόνο «ως εάν», για την τιμή των όπλων–, ως αντίδωρο για την φιλότιμη υπομονή του θεατή αφήνει στο τέλος μια πληροφορία σαν ασκητής που διασχίζει πεζή την έρημο του Σινά, έναν μοναχικό σχολιασμό μες στην απόλυτη σιωπή μας, ένα λες προσωπικό προς τον καθένα μήνυμα μες στο μπουκάλι τού –παρ’ ολίγον ή του πριν από λίγο– ναυαγού, ένα ερώτημα σαν σκουλήκι-δόλωμα στο αγκίστρι της πραγματικότητας που είναι και πάλι πραγματικότητα, για να πιαστείς, να πονέσεις, να φοβηθείς, να ξανάρθεις με την καρδιά σου ολάκερη μπροστά σε κείνο που σε καίει, με τον αρμόζοντα σεβασμό και με την πρέπουσα αξιοπρέπεια:

Όχι. Αυτό που μόλις είδες δεν ήταν μια ταινία. Ήταν η τραβηγμένη σε σκληρό φως κι ανεπεξέργαστη πόζα της χυδαιότητας που, πλανητικά, στοιχειώνει τον δημόσιο βίο σου. Κι αφού υπάρχει και σαπίζει ετούτη η χυδαιότητα, ως κάποτε ζωντανός οργανισμός (και το κακό θα είχε κάποτε τον λόγο ύπαρξής του), κι αφού κανείς δεν την αρνείται, κανείς δεν καταγγέλλει το κατάφωρο ψεύδος της διαπίστωσης μα όλοι περί άλλα τυρβάζουν, κι αφού, πλέον το ξέρουμε, το ξεχασμένο στα θεμέλια πτώμα είναι που εκπέμπει αυτή τη δυσωδία, ετούτη την αποφορά που συνηθίσαμε και ανεχόμαστε σαν ήλιο που ανατέλλει από τη δύση αδιαμαρτύρητα, ε, τότε δικαιούμαστε κι εμείς να συμπεράνουμε δύο τουλάχιστον πράγματα. Όχι;

ΠΡΩΤΟΝ: Ο Γαβράς συνειδητά έστησε μια ταινία με ανάστροφη στόχευση (στόχευση προς τον μη «καλλιτεχνικό» της στόχο εννοώ) για να τονίσει το αδιανόητο μιας μη μυθοπλασίας που λερώνει την οθόνη με πραγματικό αίμα, αίμα δικό μας, των θεατών, κι αυτό για να μας ξυπνήσει απ’ τον πιθανό –μα τι λέω– λήθαργο. Και τι θα ήταν πιο δυνατό, σαφές και αδιαμφισβήτητου κύρους χαστούκι στις παρειές του αστικού μας ύπνου, από αυτήν την «καλλιτεχνική απρέπεια» ενός μυθικού στο συλλογικό ασυνείδητο της αριστεράς προσώπου, που έρχεται με «δώρο ασημένιο ποίημα» στα χέρια του μια ταινία ανοίκεια για τα αισθητικώς εξαρτημένα ανακλαστικά μας; Καλά να πάθουμε! Ο Γαβράς αντεπιτίθεται, θυσιάζοντας τον ναρκισσισμό του ονόματός του, κι αυτό είναι ίσως από μόνο του ένας σύγχρονος ορισμός του πατριωτισμού. Κάποτε θυσίαζαν το ίδιο τους το σώμα. Εδώ, το όνομα –και με κάθε σεβασμό στους πατεράδες μας– είναι πιο ακριβό απ’ το σώμα. Στον συλλογικό μύθο του μισού αιώνα που πέρασε, το όνομα του Γαβρά είναι πιο σημαντικό απ’ τον ίδιο όταν πίνει καφέ στο Κολωνάκι.

(Θα θυμηθώ εδώ πως ήταν ο Γαβράς που, το 1985, την εποχή του ήδη κακοφορμισμένου αυριανισμού, ήρθε απ’ το Παρίσι για να γυρίσει μέρος της ταινίας του Οικογενειακή Υπόθεση στην έπαυλη του Αλέξανδρου Ιόλα. Κι αυτό όχι για να τον χρησιμοποιήσει, μα για να τον προστατέψει, όπως μου θύμισε πρόσφατα ο Σωτήρης Κακίσης. Ο Χατζιδάκις κι ο Τσαρούχης είχαν τη δύναμη και το σθένος να αντεπιτεθούν στον οχετό του αδιανόητου, πράγμα που ασφαλώς και δίχως δεύτερη κουβέντα έκαναν. Τον Ιόλα τον προστάτευσε ο Γαβράς, κι αυτό είναι ένα ωραίο δείγμα του ήθους του ανδρός, που δεν ήξερα – κι ευχαριστώ Σωτήρη. Έτσι, μου κουμπώνουν σαν καλοραμμένο πανωφόρι και τα σημερινά.)

ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Ο μέσος πολίτης (ερευνάται ο πολύτιμος ορισμός του) έχει εδώ και δεκαετίες τόσο ανεπιστρεπτί διολισθήσει στην οπτική τού: «–Δέξου το, έτσι είναι τα πράγματα!», που μπορούμε ήδη να τον θεωρούμε εθελούσιο δεσμώτη της δυνητικής πλανητικής δικτατορίας, που θα ήταν υπεραισιόδοξο πλέον να χρεώνουμε στα αποκυήματα των θεωριών συνωμοσίας, και που κατά το δοκούν χειρίζεται το ολίγον του βίου του. Η δικτατορία αυτή δεν λαθροβιεί σε στοές υπόγειες και πόλεις λαξευμένες στις γαστέρες των οροσειρών, ούτε σε άλλα απόρθητα του φαντασιακού μέγαρα, αλλά ασχημονεί μπροστά στα μάτια του, έχει στοιχειώσει το σώμα του, κυκλοφορεί στο αίμα του σαν δεύτερο εγώ, τυλιγμένη στο θυμικό του σαν μυθική βδέλλα που απομυζά το νόημα κάθε ωραίας πράξης. Κι όμως, εκείνος αντιμετωπίζει αυτή τη βάρβαρη μέσα στα σπλάχνα του κατάληψη ως λεπτομέρεια τηλεοπτική, εικονική πραγματικότητα, παράδρομο των κεντρικών δελτίων ειδήσεων, ως γεγονός που αδυνατεί έστω και κατά χιλιοστημόριο να επηρεάσει, έτσι καθώς αμέριμνος, βουλιαγμένος στην ζεστασιά του καναπέ του ταξιδεύει τον υποθαλάσσιο παράδεισο των εικόνων. Εδώ όμως το πλαγκτόν έχει απολέσει τις θρεπτικές του ιδιότητες. Και το θέαμα –τι σύμπτωση!– δεν διαθέτει διαδραστικό software, δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την δική του γνώμη, παρότι κυριεύει και καθορίζει τη ζωή του. Η μόνη εξουσία που του παραχωρείται είναι εκείνη του τηλεκοντρόλ, που κάθε τόσο τον μετακινεί σε ένα άλλο σημείο του λαβυρίνθου, σε έναν νέο, επίσης μη διαδραστικό, κόσμο, σε μιαν άλλη –δεύτερη, τρίτη, πολλοστή– οπτική της «κοινής γνώμης». Αυτός ο εξαιρετικά χυδαίος, μες στην απλότητα της σύλληψής του, κατευθυνόμενος πληθωρισμός των επιλογών είναι που θα διασφαλίσει την κατά κυριολεξίαν «στεναχώρια» του, το πλάκωμα μιας σκλαβιάς σχεδόν Σολωμικής, αν όχι υπερβαίνουσας την ίδια την φαντασία του Σολωμού, και στη συνέχεια θα φροντίσει για την έλλειψη χρόνου και ενέργειας ώστε να αποτραπεί η όποια διαμόρφωση μιας στοιχειώδους ατομικής γνώμης, μιας γνώμης που να στέκεται επιτέλους στα δικά της τα πόδια. Η γνώμη –κοινή ή μη– θα παραμείνει ανάπηρη μέχρι νεωτέρας. Το μόνο που για τώρα δωρίζεται, ως ανταμοιβή της τακτικής δουλείας του, είναι το ταπεινωτικό τσεκάρισμα στο λευκό κουτί του multiple choice.
Και έτσι θα παρέλθει κι ετούτη η πραγματικότητα, θα εξανεμισθεί το γεγονός, όπως κι η ίδια η ζωή, ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, θα απονευρωθεί κάθε ίχνος επαναστατικού σθένους, κάθε κέφι, κάθε ορμή, κάθε έρωτας για έναν προορισμό λίγο πιο πάνω απ’ τη γη που πατούνε τα πόδια μας, παρέα στο ολόφωτο τραμ του Εγγονόπουλου, αγκαλιά τον πρώτο έρωτα, την ουτοπία που τάισε την ψυχή μας κάποτε. Και ποιος δεν διψά σήμερα για όνειρο, για άλλο νόημα σε έναν βίο που εξευτελίζεται μες στην υπνοβασία;

Είναι λοιπόν η ταινία του Γαβρά μια κακή ταινία; Ποιος νοιάζεται; Και είναι απορίας άξιον που οι περισσότεροι φίλοι αυτό το άλογο καβαλάνε για να τους πάει στον δημόσιο χώρο. Το καίριο για μας δεν είναι η ταινία. Άλλωστε κριτικοί δεν είμαστε, κι ούτε το θέλουμε, σχολιαστές μονάχα είμαστε «του καιρού και της ευαισθησίας», κατά πως θα ’λεγε κι ο φίλος μας ο εκλιπών, καλή του ώρα. Επιπροσθέτως, ουδόλως με απασχολεί το μπόνους που διατείνονται ότι, εμμέσως, καταβάλλεται στον Γ. Βαρουφάκη μέσω της ταινίας. Δεν είναι άραγε οφθαλμοφανές ότι –ανοήτως– κοιτάμε εάν το δάχτυλο που δείχνει την επερχόμενη καταστροφή έχει το πρέπον μανικιούρ, κι ετούτο πίνοντας την κόκα κόλα μας αμέριμνοι; Η εμπάθεια μόνον κατά σύμπτωση έγινε μες στην ιστορία μας καύσιμο για να πάμε κάπου. Και είναι επικίνδυνοι οι δρόμοι που ανοίγει όποιος την χειρίζεται. Μα αφού μιλάμε για ενήλικες τότε καμιά εμπάθεια δεν θα ‘πρεπε να επιτρέπεται σ’ αυτή την αίθουσα. Ή μήπως δεν μιλάμε για ενήλικες;
Δεν είναι το λοιπόν το σώμα της ταινίας και το σενάριό της στο τραπέζι, αλλά το γεγονός πως αφορμή τους υπήρξε η αδιανόητου αίσχους πραγματικότητα που προσπερνάμε ως παρωνυχίδα. Επαναλαμβάνομαι; Δεν πειράζει. Κάθε κάστρο έχει το αδύναμο σημείο του, κι αποστολή του επίμονου στρατιώτη είναι να το κυκλώνει αδιάκοπα. Έως ότου.

Στο σκηνικό που περιγράφεται εδώ, ίσως για μια φορά όντως ο σκοπός θα ήταν δίκαιο να αγιάσει τα μέσα. Στις εξασφαλισμένες ήδη αντιρρήσεις σας θα απαντήσω ότι προσωπικά ουδόλως με ενδιαφέρει αν ο Γαβράς συνειδητά αποφασίζει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή αν κάτι ξαπλωμένο στα πιο ήσυχα δωμάτια του ασυνείδητού του τον σπρώχνει εκεί. Κάθε άνθρωπος είναι ένα ωραίο κρεμμύδι επιστρώσεων, ιστορίας, προθέσεων και πράξεων, φανερών πραγμάτων και κρυφών. Αν μια –έστω κρυφή– επίστρωση λειτουργεί ως βαρίδι στον επαγγελματία και τον εμποδίζει να κινηθεί «επαγγελματικά», εγώ θα την καλωσορίσω, όπως θα καλωσόριζα σ’ ένα στρυφνό δελτίο ειδήσεων ένα σκίσιμο της αξιοπρέπειας του παρουσιαστή, μια ωραία οπή ανθρωπιάς, ένα σπάσιμο της φωνής απ’ τη συγκίνηση στην εκφορά μιας είδησης, που ο αρχισυντάκτης απεχθάνεται μα εγώ αγαπώ. Στον άλλο κόσμο, στους αντίποδες της σπασμένης φωνής του παρουσιαστή και του Γαβρά, η πειθαρχημένη σκληρότητα λειτουργεί αδιατάρακτα σαν ελβετικό ρολόι, οι Ελβετόψυχοι που μας κληροδότησε ο Πανούσης έχουν ανεβάσει τα πόδια τους στο γραφείο μας και παραγγέλνουνε καφέδες. Εδώ, έννοιες όπως μαφία, απατεώνας, πολιτικό σκουπίδι, θα διεκδικούν καινούργιο νόημα στο μέλλον μας. Κι αυτό το μέλλον ήρθε ήδη. Εδώ, όλα θα γίνουν κατά πως τα ξέραμε: Ο πληθωρισμός της πληροφορίας θα αποκρύψει τα διά γυμνού οφθαλμού ορατά. Τα κλεμμένα θα κρυφτούν στο εξακολουθητικά προφανέστερο σημείο: κάτω απ’ τη μύτη μας. Μόνο που οι αρχιτέκτονες ετούτου του κρυφτού των ενηλίκων είναι η ζώσα αριστεία της αφρόκρεμας των κορυφαίων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, υπέρτατοι μαΐστορες της τέχνης της μετονομασίας, που ξέρουν ήδη πως μας έχουν μες στον εφησυχασμό κατατροπώσει, κι όταν χρειάζεται, αποκοιμίσει κάτω απ’ τις ουρανομήκεις τους κραυγές, έτσι καθώς ουρλιάζει ο κλέφτης και το αδειανό βαρέλι, μήπως και φοβηθεί ο σπιτονοικοκύρης. Το ξέρουμε δα, στην επικράτεια του ψηφιακού σύμπαντος αν ο φονιάς κοιτά συγκινημένος προς τη δύση πάνω απ’ την Καλδέρα, κανείς δεν θα κοιτά το πτώμα. Κι όμως, το αίμα πάνω σ’ αυτές τις πέτρες έχει μυρωδιά, ο νεκρός στη βεράντα μας δεν είναι ολόγραμμα.

Έτσι, αν ήμουν στη θέση του Γαβρά κι ήθελα ν’ αφήσω μια διαμαρτυρία στη μέση του σαλονιού όλων μας σχετικά με τα αίτια που σκιάζουν τον βίο μας των τελευταίων ετών, κι εφόσον ασφαλώς δεν θα καταδεχόμουνα να εξαργυρώσω το πιασάρικο θέμα με ένα ακόμα βραβείο, θα φώναζα με τα χίλια μου στόματα πως «ο Βασιλιάς είναι γυμνός!», πως εκείνο που χαϊδεύει τις νύχτες μας δεν είναι το αγιόκλημα αλλά η σάπια σάρκα του αυτοκράτορα, θα έκανα δηλαδή ετούτη τη συγκεκριμένη ταινία, τίποτα περισσότερο. Μια ταινία που να κινείται τόσο αμήχανα στην πλευρά της μυθοπλασίας που δεν είναι μυθοπλασία, ώστε θα τραβούσε κάτω απ’ τα πόδια του θεατή το χαλί της όποιας αγοραίας συγκίνησης που θα τον καθησύχαζε, της όποιας αισθητικής απόλαυσης, του όποιου θαυμασμού προς τον δημιουργό και μιας σειράς ακόμα τέτοιων ωραίων όποιων (και οπίων) των «καλλιτεχνικών» πραγμάτων. Έτσι, το μόνο που θα του ’μενε στο τέλος θα ήταν η θεομηνία του γυμνού γεγονότος – αυτό κι αν είναι δώρο.

Εδώ όμως είναι πάντα νύχτα. Το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη διασχίζει την πλατεία και κινείται στριγγλίζοντας για μια ακόμα φορά προς τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Ετούτη τη φορά, όμως, ο Λαμπράκης είμαστε όλοι μας.

Ο Γαβράς ακούμπησε μια ασφαλισμένη χειροβομβίδα στο σαλόνι μας και μας άφησε να πράξουμε κατά βούληση. Να την πετάξουμε στα σκουπίδια ή να αναρωτηθούμε τι είναι ετούτο το μαγιάτικο λουλούδι μες στην φούχτα μας, λουλούδι που ποτέ του δεν θα εκραγεί μα που είναι η ρίζα της ελευθερίας μας. Αυτό για μένα είναι σεβασμός στην ιστορία του και βαθιά υπόκλιση στο αυτεξούσιο όλων. Δεν ρητορεύει. Εμπιστεύεται. Για αυτό και μας αφήνει το διφορούμενο Ενήλικοι στην αίθουσα, συλλαβίζοντας την μία δοξαστική και αυτοεκπληρούμενη προφητεία για το βραχύ μας μέλλον:

Οι ενήλικοι, για μια φορά, δεν θα ΄ναι πάνω στο πανί. Θα είναι μες στην αίθουσα: Εμείς.

[8 Οκτωβρίου 2019]

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: