Την ώρα που ο πόλεμος ακονίζει τους κυνόδοντες ξανά, για να σπαράξει όση σάρκα του προσφέρουν οι υποτελείς, την ώρα που τα μέσα αναχαράζουν πάλι τις προτεραιότητες κι οι διαφημιστές μετράνε τα κουκιά τους μέσα στο κονάκι του γερο-Λαδά, που τα αυτιά μας άλλο δεν αντέχουν τις εξαγγελίες των πλέον αθλίων, και νιώθεις όλη την ασχήμια να κατακαθίζει στην καρδιά σου σαν ανίατη ασθένεια που σε βυθίζει δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο μες στην κινούμενη άμμο της, την ώρα που ο κόσμος μοιάζει να αποστρέφει το πρόσωπό του απ’ ό,τι υπήρξε κάποτε ανθρώπινο, ήρθαν στην επιφάνεια οι φωτογραφίες της Καισαριανής απ’ τη μακρινή εκείνη Πρωτομαγιά του 1944. Κι ο χρόνος πάγωσε.
Δεν έχει μέρος τώρα να σταθείς αμέριμνος. Το παρελθόν ζητάει τα δεδουλευμένα. Και προσπερνάς το πρώτο σοκ, και λες να βρεις γωνιά να ανασάνεις, και δεν είναι. Και όσο ψύχραιμα και να σταθείς, είναι σκληρό να βλέπεις την ανάδυση των φωτογραφιών αυτών απ’ το ημίψηλο κάποιου εμποράκου, εν μια νυκτί να μεταλλάσσεται σε εφαλτήριο μίσους από φίλεργη μερίδα των συνδαιτυμόνων του διαδικτύου. Το μίσος υποδαυλίστηκε κι από καθηγητές της ημεδαπής και της αλλοδαπής, που αίφνης βρέθηκαν πιασμένοι στο δόκανο διατεταγμένης, κατά πάσα πιθανότητα, υπηρεσίας. Πώς κι έτσι; Λες κι είχαν κάψει εκ γενετής εκείνην ακριβώς την ψυχική ασφάλεια που θα τους επέτρεπε να σιωπήσουν μπρος στο βλέμμα των μελλοθανάτων, βλέμμα που διαπερνά τον χρόνο μας και εγκαθίσταται στο υψωματάκι με τα δυσεξήγητα. Αντί να σιωπήσουν, οι πολύξεροι, δέρνανε τώρα το σαμάρι του γαϊδάρου, κακολογώντας το γεγονός της έκθεσης ετούτων των ενοχλητικών πειστηρίων πως κάποτε υπήρξαμε όντως άλλοι. Κι είπαν σωστό να βάλει το κόμμα το χέρι του στην τσέπη για τα καθέκαστα, μια ύβρις από μόνο του δηλαδή. Και ολοκληρώνοντας τη λογική ετούτη πιρουέτα, είπαν ακόμα ότι οι εικόνες ταίριαζαν στο μαγαζάκι κάποιας προπαγάνδας, κι όχι στο οπλοστάσιο της μνήμης. Ήταν ίσως οι ίδιοι που, πλάι σε απροστάτευτα αυτιά παιδιών, έκραζαν πως τα αντίποινα των Γερμανών ήταν απότοκο της εμμονής ισχνής μειοψηφίας να αντισταθεί, κι ότι, εν τέλει όλο ήταν ένα λάθος, αφού το αποτέλεσμα δεν ήταν δα τόσο σπουδαίο, και οι συνέπειες ―ορίστε― ήταν μεγάλες. [Χώρια που οι επιχειρήσεις μας καλά πηγαίνανε, και πού να τρέχεις τώρα βρε αδερφέ!]
Τα είπαν ετούτα παρακάμπτοντας την άξια για την ευάλωτη πλευρά μας σκέψη, πως ακόμα κι έτσι να ‘ταν ―που δεν ήταν― η αντίσταση στην ασχήμια γίνεται χείμαρρος ένθεης ζωής που κατακλύζει την ψυχή σου, εγείρει την αήττητη στρατιά που, μέσα σ’ όλους τους αιώνες και με τα πιο φτωχά μέσα, μάχεται την απρέπεια και την κατατροπώνει. Μια κλίμακα ορατή να πεις μόνο απ’ τους έτοιμους, που υψώνεται σε απόλυτη σιγή πίσω απ’ τα καθημερινά και τα λαμπραίνει. Οι αιώνες αντηχούν ευγνώμονες. Κι ακούς ξανά το «Φάσμα Θησέως εν όπλοις καθοράν προ αυτών επί τους βαρβάρους φερόμενον», να ξαναστήνει την κλεψύδρα στην αφετηρία των τετελεσμένων και να μεταμορφώνει κάθε ανέλπιστη μάχη σε θρίαμβο.
Κι είπαν οι ολιγόπιστοι ―κι ας μη λερώσουμε τις γλώσσες μας με λέξεις που τους πρέπουνε― να εγκαταστήσουν μια σοφή οχλαγωγία μες στο κέντρο της συζήτησης, ώσπου να φύγει η κακιά η ώρα, να περάσει η στιγμή. Κι αυτό, όσο οι ανόητοι, εμείς, βουρκώναμε πάνω απ’ τους αναστάσιμους θανάτους, εμψυχωνόμασταν απ’ την ορμή ετούτων των μαστόρων της έξαρσης, που καταδέχτηκαν να ‘ρθούν, λίγο να μας κοιτάξουνε ξανά στα μάτια, μήπως και θυμηθούμε πώς μοιάζει η ομορφιά όταν αντικρίζει απέναντί της την ασχήμια. Κι αυτό το σθένος των σχολιαστών διαλαλείται ως εξόχως πατριωτικό. Κι αναρωτιέσαι, πώς να ήταν άραγε η μορφή του Αθανάσιου Διάκου και του Παπαφλέσσα λίγο πριν της θυσίας τους τη στιγμή, πώς να ‘ταν η μορφή κάθε ανθρώπου που έσκυψε στη μέση της μάχης, μέτρησε τα κουκιά του κι είδε πως ο θάνατος, ο δικός του θάνατος, ήτανε πιο προσοδοφόρος από τη ζωή; Πόσο διαφορετική να έμοιαζε κάθε σκηνή που έστησε μπροστά στις κάνες το χαμόγελο ενός αθώου; Κι ακόμα πώς να έμοιαζε τη διαλεχτή στιγμή του ο Σολωμός, την ώρα που το «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του», γλιστρούσε απ’ την πένα του για να γαντζωθεί στις ψυχές μας; Πώς να έμοιαζε ο κάθε μάρτυρας στης δωρεάς του τη στιγμή, αν όχι σαν ετούτες τις μορφές που ελαύνουν καταπάνω στην αναίδεια των όπλων; Ο γονιμοποιημένος χρόνος τίκτει τώρα το αμετάβλητο. Και ανταλλάσσουν, οι ολίγιστοι, το απαστράπτον της στιγμής μ’ ένα μίσος αρχέγονο, τυφλό, σταχυολογημένο απ’ τις ονειρώξεις του Προκρούστη, που ράβει έρεβος πάνω στο σεντονάκι της ατομικής του κόλασης. Κι ήτανε κι άλλοι, των τεχνών, να πεις, και των γραμμάτων, που ξέρανε σ’ άλλες στιγμές να πούνε για την ομορφιά, ξέρανε να διαβάσουνε τον ήχο της υπέρβασης, φτάνει να ήτανε του καλλιτέχνη, και υποκλινόντουσαν. ‘Ητανε όμως μια υπέρβαση κουτσή, περίχτιστη, αμετακίνητη, ασφαλής, κάλπικη. Ήτανε τώρα άραγε η στιγμή, που βλέπαμε ένα ολόλαμπρο φεγγάρι, να ανακράξουνε το «―Σταύρωσον!», αντί το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε!»; Κι ήταν συχνά ετούτοι άνθρωποι, που λεν, της εκκλησίας. Μα ετούτη η θυσία είναι πάνω απ’ όλες, αφού εξέλιπε ευθαρσώς η προσδοκία μέλλουσας ζωής, ο χρόνος ήταν ένας και τετελεσμένος κι η πράξη γινότανε αυτοστιγμεί κάλους ουρανομήκης ιαχή, κατά πώς θα ανέκραζε κι ο Εμπειρίκος αν στεκόταν πλάι μας. Αυτοί οι άθεοι είχαν όλον το χρόνο μέσα στο πλατύ παρόν εγκιβωτίσει, κάθε γραμμάριο ύπαρξης μέσα σε μια ιλιγγιώδη σύμπηξη ουσίας, έτσι που έλεγε το φωτοστέφανο που οι πιο προσεκτικοί διακρίναμε πίσω απ’ τα κεφάλια τους. Σε έναν κόσμο μέλλοντα, κόσμο-αρνητικό ετούτου του ανάξιου, αυτοί θα ανακηρύσσονταν δια βίου άρχοντές μας. Γι’ αυτό πανηγυρίζουν. Ξέρουν σε ποιους μιλούν. Όχι στου ιστορικού την κρίση την καλοσιδερωμένη, μα σε ολόκληρο το σώμα αυτού που κάποτε είπαν πατρίδα. Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες τραγουδάνε μες στα χέρια μας, γίνονται βλέμμα που ευλογεί τον δέσμιο κόσμο των δημίων. Κερδήθηκε η μάχη πριν να αρχίσει. Ο τεντωμένος βραχίονας του αξιωματικού γλιστρά τώρα στα σεντόνια και αποκαλύπτει εμβρόντητος το ανθισμένο χάσμα, το σύνορο που άμα το πατήσεις όλες οι πράξεις παραδίδονται, λάμπει γυμνή η κατανόηση, χτυπάνε σήμαντρα ασταμάτητα πάνω απ’ τον ύπνο των ανθρώπων, βάτοι καιόμενη επιθυμία, μυστική, μνήμη καταγωγής που κατατρώει κάθε φτώχια της καρδιάς. Και ποιος θα υποτιμήσει τον σεισμό αυτού του περπατήματος; Μόνο ο φθόνος το εξηγεί. Ποιος θα ισχυριστεί πως η ζωή του βάρυνε ποτέ ένα γραμμάριο παραπάνω απ’ τη ζωή ετούτων των ανθρώπων; Κι όχι, δεν ήταν η συγκίνηση. Ήταν η ανέλπιστα χειροπιαστή φύση του θείου. Η ανοιχτή πληγή, που δέχεται φιλόξενη το ορθωμένο δάχτυλο του δασκαλάκου.
Λόχος αγιασμένος έρωτα, λόχος που προπορεύεται με εμβατήρια, Φάσμα Θησέως
μπρος στα μάτια μας, ολόρθο σε ένα μέλλον που έχει ήδη υπάρξει, ένα των άθεων Νυν και Αεί χωρίς κηλίδες μεταφυσικής να καταβρέχουνε τα σάβανα, όλα τραγούδησαν από το τίμιο ύψωμα τού εδώ και τώρα.
Άραγε υπήρξε άλλη η Αλβανία; Το κράτος τους απαγόρευσε να μπούνε στη μεγάλη μάχη, κράτησε ετούτη την παλλόμενη παλικαριά όμηρο στην κρεατομηχανή των επερχόμενων ληστών, και τώρα πάλι των σημερινών, βέβαιο πως θα τους ευτελίσει, κρέας φτηνό στα όπλα των δωσιλόγων κάθε καιρού που σέρνουνε το γαϊτανάκι του μεγέθους τους και κοκορεύονται. Έτσι κι αυτό το κράτος ασφαλώς θα τους τιμήσει, ετούτους τους επιφανείς νεκρούς, κάνοντας ό,τι γίνεται, να τους λιγάνει μέσα στη νομιμοποίηση. Κοίτα όμως που η εικόνα επιστρέφει εκδικήτρια. Ετούτο το περπάτημα τούς έχει από καιρό εκμηδενίσει. Η ομορφιά του ρίζωσε σε ορθάνοιχτα περβόλια θηλυκά, έτοιμα να δεχτούν τον σπόρο. Όλα τα άλλα θα καταλυθούν απ’ τον τσιγγούνη χρόνο, εκείνον που οι επαγγελματίες μάς διαφημίζουν ως πραγματικό. Ας λένε οι ανόητοι.
Εάν μια πράξη πρέπουσα απέμεινε, είναι να σκύψουμε να προσκυνήσουμε ετούτες τις μορφές, που ανέλπιστα, μες στα σκοτάδια μας, καταδεχτήκανε να μας επισκεφτούν.
[ Και κάτι που εκεί βαθιά στοιχειώνει: Κοιτώντας τη στιγμή που οι κάνες εκπυρσοκροτούν μπροστά σ’ αυτούς τους όρθιους ανθρώπους, έχεις τη βεβαιότητα ότι τα σώματα ετούτων των νεομαρτύρων είναι που εκπυρσοκροτούν μπροστά στο άναυδο απόσπασμα, κράζουν μ’ όλη την αναστάσιμη πνοή του στήθους τους το αγγελτήριο της νίκης, απέναντι στο ντροπιασμένο στόμα του θανάτου.
Θα μπουν ετούτες οι εικόνες μες στις εκκλησίες της επικράτειας; ]